Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμπόδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμπόδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Έχε τον νου σου στην Ιθάκη



-Ίδιοι δρόμοι. Ίδιες διαδρομές. Πάντα. Οι καταστάσεις ποτέ δεν αλλάζουν, οι συνθήκες είναι πάντοτε οι ίδιες. Ποτέ ευνοϊκότερες.

-Και οι άνθρωποι;

-Ούτε κι αυτοί αλλάζουν. Εκείνο που αλλάζει είναι η οπτική τους γωνία. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται και αντιμετωπίζουν τον ίδιο τύπο ανθρώπων που εξακολουθούν να τους προσεγγίζουν. Άνθρωποι που έχουν μάθει να πηγαινοέρχονται άσκοπα στις ζωές μας δίχως οι ίδιοι να ξέρουν το γιατί. Ίσως επειδή οι ζωές τους είναι τόσο μονότονες, τόσο μονόχνωτες και προσπαθούν να απομυζούν ενέργεια ή λιγοστές στιγμές ευτυχίας από ανθρώπους που σφύζουν από ζωή, από ανθρώπους έτοιμους να δοθούν ολοκληρωτικά σε ένα ασίγαστο πάθος.

-Τους οικτίρω...

-Κι εγώ, καρδιά μου, μα δεν κάνει.

-Τέτοιοι άνθρωποι θα 'ναι πάντα δυστυχισμένοι...Θα αναζητούν το νόημα της ζωής σε ξεχαρβαλωμένα συναισθήματα, σε πολυχρησιμοποιημένα σώματα, σε καλά προβαρισμένες ηδονές. Θα αισθάνονται την πληρότητα μόνο όσο κρατάει μια σεξουαλική επαφή. Και μετά; Ξανά στην αναζήτηση για το επόμενο άτομο που θα τους κάνει να ξεχαστούν απ' τη μιζέρια της ζωής τους.

-Καλά τα λες. 'Εχουν μάθει να καραδοκούν πίσω από σκοτεινά σοκάκια παρατηρώντας και - προσεκτικά - διαλέγοντας το επόμενο τους θύμα. Σαν τις αράχνες, έτσι κι αυτοί, θαμπώνουν το θύμα με τον αστραφτερό τους ιστό κι όταν αυτό πιαστεί στα δίκτυα τους, το καταβροχθίζουν αργά και βασανιστικά.

-Αυτό είναι άδικο...

-Και ποιός είπε ότι η ζωή είναι δίκαιη, μάτια μου; Η ζωή έχει μάθει να γονατίζει τους δυνατούς, εκείνους που δεν τα βάζουν κάτω. Οι αδύνατοι είναι ήδη γονατισμένοι. Καθένας από μας κρύβει μέσα του μια ατέρμονη επιμονή, μια απαράμιλλη δύναμη που αποτελεί εφαλτήριο για τον δρόμο της επιβίωσης. Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, Ποσειδώνες και λογής λογής εμπόδια θα βρεις μπροστά σου, όποιον δρόμο κι αν διαλέξεις. Η Ιθάκη, όμως, μια είναι. Έχε τον νου σου στην Ιθάκη. Γιατί «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι. Χωρίς αυτήν δεν θά 'βγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια. Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν...»

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Ιεροί Πόθοι...



Στα απύθμενα πηγάδια της ζωής ξεδιψώ τις σκέψεις, τις ενοχές μου και το ψεγάδι των νυχτερινών μου λόγων. Σκιρτήματα των νεκρών μου ονείρων με ταλανίζουν και ζητούν δικαίωση κάθε που το σκοτάδι με τυλίγει. Με την ανατολή πια χάνονται, αφήνοντάς μου σαν τιμωρία μια ζωή που δεν ονειρεύτηκα. Γκρέμισαν, μπάλωσαν, έχτισαν, αναμόρφωσαν τάχα την κακόφημη τούτη γειτονιά. Μα πάλι ο αγοραίος έρωτας αναμοχλεύει περιθωριακούς και καθάριους πόθους στα πεζοδρόμια της οδού. Γελιέται οικτρά ο σοβαροφανής αρχιτέκτονας πως θα νικήσει το αρχαιότερο λειτούργημα, πως θα ξεριζώσει την Ιερή Δούλη του Έρωτα από τα πεζοδρόμια του οίκου της.

Φυλακισμένη στο λείο δέρμα σου πλένω την ψυχή μου με τα απόνερα του μπάνιου σου. Πλήθη σαρκοβόρων μικροβίων κατατρώγουν το δέρμα σου και εμένα μαζί. Μα αν και νιώθεις τον πόνο μου, δεν συγκινείσαι για να με αφήσεις να μπω στην καρδιά σου. Με κρατάς εκεί μονάχα για δερματική χρήση. Ευτραφής αλλά αθέατος κινείσαι στις σκεπές των ουράνιων αστεριών. Ανθεκτικός, ισχυρός αλλά και ανέφικτα απραγματοποίητος εριδιαβαίνεις με τα λιπόσαρκα αισθήματα σου δείχνοντας πλήρης.

Μα ξέρεις πως γνωρίζω την έσχατη ένδεια της ψυχής σου, τα γλοιώδη σ’ αγαπώ που αντάλλαξες με τα άστρα για έχεις τούτη την προνομιακή θέα. Μην θυσιάζεις όλα σου τα σ' αγαπώ για μερικά κρεβάτια. Φύλαξε και μερικά μπας και συναντήσεις τον μεγάλο έρωτα στην γωνία και έχεις να τον κεράσεις μονάχα πολυχρησιμοποιημένη σάρκα, προβαρισμένους οργασμούς και ξεχαρβαλωμένα συναισθήματα. Και αν τελικά ο έρωτας δεν έρθει ποτέ, κράτα ρε φίλε ένα Σ' αγαπώ ανόθευτο για την πάρτη σου.

Σκαρώνω ένα ψέμα για να αντέξω την κλειδαριά που έχω βάλει στους ανθρώπους. Τάχα πληγώθηκα παλιά, τάχα είχα άσχημα παιδικά χρόνια, τάχα φταίει ο πλησίον. Πώς να παραδεχτώ πως ούτε τον εαυτό μου αντέχω πια, πως ούτε μαζί του δε κάνω ανακωχή.

Ο ήχος από το γέλιο σου χίμαιρα να με ψυχώνει, κάθε που ο φόβος ριζικό μου γίνεται. Εσύ γελάς και εγώ ανασαίνω σαν μέρα που γεννιέται από αστραπή, σαν μοίρα που ορίζεις εσύ. Στο όρια του επιτρεπτού η κτηνωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ανίδεος τιμονιέρης της ζωής του, ο άνθρωπος, παρασυρόμενος από την οργιάζουσα φαντασία πώς υπερασπίζεται τα θέλω του. Σκλάβος των υλικών και εγχρήματων απολαύσεων. Αυταπόδεικτη σάρκα, αγνοούμενη ντροπιασμένη ψυχή.

Μακριά σκαριά, τσακισμένα στέκουν στην ακρογιαλιά της ψυχής μου. Αλάργα θωρώ φρεγάτες να αρμενίζουν και έρωτες να βουλιάζουν από προσκρούσεις σε όνειρα. Φτηνοπράματα τα λόγια σου, φο μπιζού πολυτελείας που κερδίζουν μοναχά όσους δεν έχουν δει πραγματικό διαμάντι. Μη γελάς. Θαρρείς πως θαμπώθηκα από τον επιτηδευμένο ερωτά σου και από τα κονσερβοποιημένα σ’ αγαπώ σου; Εσύ καλέ μου γελάστηκες και νόμιζες πως είσαι μεγάλος εραστής.

Γελάστηκες από τις πνιχτές μου ανάσες, από τα βαριά μου βογκητά, από τα παθιασμένα μου μάτια και από τους προσποιητούς μου οργασμούς. Αξιοθέατο η ψυχή μου. Γόνιμη στις κολακείες, ψευδώνυμη στην πραγματικότητα,απροσπέλαστη σε όνειρα, θανάσιμα δειλή, ανώνυμη μέσα στην επωνυμία της, κλαίει την ερημιά της παγκόσμιας αχρειότητας, της τίμιας υποδούλωσης.

Πρωτοφανέρωτα… Ισχυρά……Αμέρωτα… Ασβεστά….Ζωντανά…. Αθέατα…Αυστηρά…. Εύηχα..Αναντικατάστατα…. Δυνατά…Αφηρημένα….. Στεγνά…Θεμελιώδη… Φυσικά…Περιπαιχτικά… Αναλλοίωτα…Ολοκληρωτικά… Μονοδιάστατα…Διάχυτα… Συνήθη…
Τόσα μα τόσα πολλά επίθετα αναμένουν να χαρακτηρίσουν τα σ’ αγαπώ που ακόμη δεν μου είπες...

Κονσερβοποιημένη διασκέδαση αδειανών ψυχών σε χλιδάτες τρώγλες. Κυνηγημένα φλερτ και άηχες λέξεις να υφαίνουν το κέφι του προδομένου ονείρου. Σαβούρες υφασμάτων στο στυλ της πάντα επαναλαμβανόμενης μόδας και των πάντα επαναλαμβανόμενων προσδοκιών. Ανταλλαγή υγρών και αναπνοών, στιγμιαία πάθη και αλκοολούχοι έρωτες. Σαββατόβραδα δικά μου, δικά σου.. Σαββατόβραδα όλων μας….

Μου ήρθε με mail ένα χαμόγελο σου και η είδηση πως με λησμόνησες. Με ξέχασες και έσπευσες να μου το ανακοινώσεις. Αχ, αυτές οι αντιφάσεις του έρωτα σου... Τι το θες το mail; Αν με λησμόνησες ρίξε μια μαύρη πέτρα πίσω σου και άντε στο καλό. Οι ανακοινώσεις σε μάραναν και μάλιστα ηλεκτρονικά... Πόσο ανώριμος και εγωιστικός ο έρωτας σου...

Μαριονέτα στα χέρια σου λες και ο θεός με έπλασε για να σου χαρίζω ηδονή. Αδυνατώ να ελευθερωθώ από τα δεσμά της ερωτικής, βάναυσης, καταστροφικής αγάπης σου. Δεμένη στο σαλόνι ακούω το τικ τακ του ρολογιού και το τικ τακ της καρδιάς μου. Τικ Τακ, Τικ Τακ γεμίζω την ύπαρξη μου με πυρίτιδα. Τικ Τακ, Τικ Τακ τοποθετώ τον ωρολογιακό μηχανισμό. Τικ Τακ, Τικ Τακ προγραμματίζω το σώμα μου να εκραγεί στα χεριά σου. Στο σαλόνι το τικ τακ του ρολογιού συμβαδίζει με την καρδιά μου. Έρχεσαι με αγκαλιάζεις και εκρήγνυμαι… Πια είμαστε αιώνια φυλακισμένοι στο Τικ Τακ του αιώνιου χρόνου.

Μαζί, κάθε μέρα μαζί συναντάμε μνημόνια για να μας χωρίσουν. Το φεγγάρι μας συντροφεύει και τα αστέρια καρφιά στερεώνουν την ύπαρξη μας στο σήμερα. Η σοδειά των λέξεων πλούσια καθημερινά. Η σοδειά των πράξεων πάντα υστερεί. Στο σήμερα ζούμε εγώ και εσύ μαζί, και αν χαθούμε θα γίνουμε και εμείς λέξεις απλές, ανούσιες, εύκολες. Θα γίνουμε μια σοδειά άδεια από έρωτα...

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Το παράπονο ~ Οδυσσέας Ελύτης



Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα

Στ' αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ' ομολογώ
Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Ἀλλὰ τὰ βράδια ~ Τάσος Λειβαδίτης



Καὶ νὰ ποὺ φτάσαμε ἐδῶ
Χωρὶς ἀποσκευὲς
Μὰ μ᾿ ἕνα τόσο ὡραῖο φεγγάρι
Καὶ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα ἕναν καλύτερο κόσμο

Φτωχὴ ἀνθρωπότητα, δὲν μπόρεσες
οὔτε ἕνα κεφαλαῖο νὰ γράψεις ἀκόμα
Σὰ σανίδα ἀπὸ θλιβερὸ ναυάγιο
ταξιδεύει ἡ γηραιά μας ἤπειρος

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Βέβαια ἀγάπησε
τὰ ἰδανικά της ἀνθρωπότητας,
ἀλλὰ τὰ πουλιὰ
πετοῦσαν πιὸ πέρα

Σκληρός, ἄκαρδος κόσμος,
ποῦ δὲν ἄνοιξε ποτὲ μίαν ὀμπρέλα
πάνω ἀπ᾿ τὸ δέντρο ποὺ βρέχεται

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Ὕστερα ἀνακάλυψαν τὴν πυξίδα
γιὰ νὰ πεθαίνουν κι ἀλλοῦ
καὶ τὴν ἀπληστία
γιὰ νὰ μένουν νεκροὶ γιὰ πάντα

Ἀλλὰ καθὼς βραδιάζει
ἕνα φλάουτο κάπου
ἢ ἕνα ἄστρο συνηγορεῖ
γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Καθὼς μένω στὸ δωμάτιό μου,
μοῦ ᾿ρχονται ἄξαφνα φαεινὲς ἰδέες

Φοράω τὸ σακάκι τοῦ πατέρα
κι ἔτσι εἴμαστε δύο,
κι ἂν κάποτε μ᾿ ἄκουσαν νὰ γαβγίζω
ἦταν γιὰ νὰ δώσω
ἕναν ἀέρα ἐξοχῆς στὸ δωμάτιο

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Κάποτε θὰ ἀποδίδουμε δικαιοσύνη
μ᾿ ἕνα ἄστρο ἢ μ᾿ ἕνα γιασεμὶ
σὰν ἕνα τραγοῦδι ποὺ καθὼς βρέχει
παίρνει τὸ μέρος τῶν φτωχῶν

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!
Δῶς μου τὸ χέρι σου..
Δῶς μου τὸ χέρι σου


Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Ἕνας γέροντας στὴν ἀκροποταμιά ~ Γιώργος Σεφέρης



Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.
Νὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει, μήτε νὰ σκέπτεσαι, μήτε νὰ κινεῖσαι,
μήτε νὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,
ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι αὐλακώνουνε τὰ τειχιά.

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε κατὰ ποῦ προχωροῦμε,
ὄχι καθὼς ὁ πόνος μας τὸ θέλει καὶ τὰ πεινασμένα παιδιά μας
καὶ τὸ χάσμα τῆς πρόσκλησης τῶν συντρόφων ἀπὸ τὸν ἀντίπερα γιαλὸ-
μήτε καθὼς τὸ ψιθυρίζει τὸ μελανιασμένο φῶς στὸ πρόχειρο νοσοκομεῖο,
τὸ φαρμακευτικὸ λαμπύρισμα στὸ προσκέφαλο τοῦ παλικαριοῦ
ποὺ χειρουργήθηκε τὸ μεσημέρι

ἀλλὰ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο, μπορεῖ  νὰ θέλω νὰ πῶ καθὼς
τὸ μακρὺ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς
κλειστὲς βαθιὰ στὴν  Ἀφρικὴ
καὶ ἤτανε κάποτε Θεὸς κι ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δωρητὴς
καὶ δικαστὴς καὶ δέλτα- ποὺ δὲν εἶναι ποτές του τὸ ἴδιο,
κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ πάλαιοὶ γραμματισμένοι,
κι ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα, καὶ
τὸ ἴδιο Σημεῖο, ὁ ἴδιος προσανατολισμός.

Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά,
νὰ μοῦ δοθεῖ ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατὶ καὶ τὸ τραγούδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγὰ-σιγά, βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της

κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατὶ ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.
Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο
γιὰ νὰ πονοῦμε, γι᾿ αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ,
τοῦτες τὶς μέρες, τό μεγάλο ποτάμι
αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ χόρτα
καὶ ζωντανὰ ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ
σπέρνουν καὶ ποὺ θερίζουν

καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν.
Αὐτὸ τὸ ρέμα ποὺ τραβάει τὸ δρόμο του καὶ ποὺ δὲν εἶναι
τόσο διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων
κι ἀπὸ τὰ μάτια τῶν αὐθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα
χωρὶς τὸ φόβο μὲς στὴν καρδιά τους,
χωρὶς τὴν καθημερινὴ τρεμούλα γιὰ τὰ μικροπράματα ἢ
ἔστω καὶ γιὰ τὰ μεγάλα
ὅταν κοιτάζουν ἴσια- πέρα καθὼς ὁ στρατοκόπος
ποὺ συνήθισε ν᾿ ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ᾿ ἄστρα,

ὄχι ὅπως ἐμεῖς, τὴν ἄλλη μέρα, κοιτάζοντας τὸ κλειστὸ
περιβόλι στὸ κοιμισμένο ἀράπικο σπίτι,
πίσω ἀπὸ τὰ καφασωτά, τὸ δροσερὸ περιβολάκι ν᾿ ἀλλάζει
σχῆμα, νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει-
ἀλλάζοντας καθὼς κοιτάζαμε, κι ἐμεῖς,
τὸ σχῆμα τοῦ πόθου μας καὶ τῆς  καρδιᾶς μας,
στὴ στάλα τοῦ μεσημεριοῦ, ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι
ἑνὸς κόσμου ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει,

πιασμένοι στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ ἤτανε
σωστὴ κι ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν  ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο
λίκνισμα ποὺ μᾶς ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Μεγάλο γράμμα ~ Τίτος Πατρίκιος (απόσπασμα)



Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
Όταν τα χείλια σου ανακαλύπτουν
Τις αλλεπάλληλες επιφάνειες που σωρεύουν οι καιροί.
Μα έπειτα δε σου φτάνει.
Έπειτα θέλεις να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ’το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
στα λεπτά μονόξυλα
των στιγμών.

Το γέλιο σου άξαφνα ν’αρπάζει από το μπράτσο
ένα άλλο γέλιο
και να γυρνάν στους δρόμους ξεκουφαίνοντας τη γειτονιά
σα μαθητές που σπαν τα καλαμάρια τους στην πόρτα του
σχολείου...

Ένα κεφάλι ν’ακουμπάει στον ώμο σου
και ο ήλιος να καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο και να φεύγει
αφήνοντας τη μέρα μες τα χέρια μας
άδειο πακέτο πυκνογραμμένο πολύτιμες σημειώσεις

Μα έπειτα
κι αυτό δε φτάνει.
Θες πιο πολλά.
Κ’ ετούτο το παρόν που καίει και καίγεται
Ετούτος ο πελώριος λιοψημένος ξυλοκόπος
ακολουθεί παντού με το βαρύ του βήμα
κ’ εύκολα δε χορταίνει δε γελιέται
όλο ακονίζοντας το τσεκούρι του στα κόκκαλα
όλο γυρεύοντας.
Και ξέρεις πως η δίψα του
είναι η δική σου δίψα.

Θέλουμε πιο πολλά
τα θέλαμε όλα.
Δε γινόταν αλλιώς.
‘Ο,τι μας έφτανε χτες
για σήμερα ήταν λίγο.
‘Ο,τι μας γέμιζε χτες
Ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.

Ναι, μα ένας άνθρωπος
δεν είναι πορτοκάλι να τον ξεφλουδίζεις
δεν είναι πράγμα
να τον κόβεις στα δύο και στα τέσσερα.
Είχες μια τρυφερή καρδιά κοριτσάκι.
Πίστεψε αν αδέξια την έσφιγγα
δεν το’κανα για να πονάς.
Ήθελα να σ’αγαπώ
μα ήταν πολλά τα όσα ξέραμε
ήταν πολλά τα όσα δεν είχαμε μάθει ακόμα.

Κι αν ήμουν άντρας
κ’ έπρεπε να’μαι δυνατός
(έπρεπε...)
να το ξέρεις:
Όπου μ’άγγιζες πονούσα.
Όπου δε μ’άγγιζες
πονούσα.

Και μέσα μου φουσκώναν ολόκλειστα
τα δικά μου ποτάμια
που θα μπορούσαν να ποτίσουν
όλα τα λησμονημένα περιβόλια. 


Σου μίλησα ποτέ για κείνη τη νύχτα
που ως το πρωί κουβέντιαζα για σένα;
(Είχε ένα κόκκινο αργοπορημένο φεγγάρι
και λυπόμουν που δεν το ’βλεπες)
Ποτέ δε σου είπα πως κάποτε βρεχόμουν
τρεις μέρες και τρεις νύχτες
κι ύστερα καθώς στέγνωνα μπρος σ’ ένα τζάκι, νηστικός,
χαιρόμουνα που κάποτε θα ’ρθεις
για να στο λέω.
Έξι χρόνια καρτέραγα για σένα και δε μίλησα
κι όταν μου ’λεγες βουβά 
‘‘έλα πάρε με’’
δεν μπορούσα πια.

ψιλή ψιλή στάχτη σιωπής
στυφή και παγωμένη
στα χέρια, στα μαλλιά, στα γόνατα,
στις δυο ανάσες που σμίγανε
στις δυο παλάμες που σμίγανε
στα στόματα στα μάτια
Πού να ’ναι εκείνη η σιγαλιά των αστεριών
που φλυαρούσε μέσα μας κάθε που ο κόσμος
κρατούσε την ανάσα του για μια στιγμή;
Εκείνο το ενδόμυχο τραγούδι που άνοιγε έναν καινούριο κόσμο;
Μονάχα μια σιωπή.
Σιωπή που όλο σκοτώνει τη σιωπή.

Όσο κι αν γράφεις πάνω στη σκόνη
τ’ αρχικά του χρόνου
όσο κι αν σχεδιάζεις πεντάλφες και τετράγωνα
τρεις φορές την εβδομάδα
6-8 το βράδυ
κατακαθίζει άλλη μια φούχτα στάχτη
σκεπάζοντας τις τελευταίες μνήμες
που μας περίμεναν πίσω απ’ τις γρίλιες.
 

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Γιώργος Σεφέρης-Αποσπάσματα από την αλληλογραφία στην αγαπημένη του Μάρω




“Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο.”
 
“Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω-γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου-δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου.”

“Ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Aυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει.”

“Μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί…Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.”

“Αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.”

“Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει “Σταμάτησε. Σταμάτησε”. Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή. Τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….”

“…Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.”

“Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.”

“Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως , αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο.”

“Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει «Θεέ μου πόσο την αγαπώ» κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου.”

“Όλες αυτές τις μέρες σε συλλογίζομαι χωρίς μια στιγμή διακοπή. Κάθε δουλειά με συνέχεια μού είναι αδύνατη. Είσαι εκεί πάντα μπροστά στα μάτια μου, με κρατάς προσηλωμένο. Κάποτε μέσα στην αδειανή μου παλάμη έρχεται κι ακουμπά το μικρό σου στήθος. Είναι ένας βαθύς και μυτερός πόνος ως την άκρη της καρδιάς.”

“Ας σε κρατήσω κι έπειτα όλα θα είναι καλά…αγαπημένη μου αγάπη.”

“Όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο του, πρέπει να βρεί τρόπο να μην ξυπνά ποτέ του…”

“…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…”

“Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις..”

“Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.”

“Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..”

“Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή-ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου-είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα.”

“Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα-ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη-θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν…φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.”

“Όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….”

“Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…”

“…Αν είχα χρήματα, λες. Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα. Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…”

“…Χτές πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα απο τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄είχε πάρει ο ύπνος.”

“…ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;”

“…σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…”

“Σε συλλογίζομαι. Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις. Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι. Κάποτε βαριά….”

“Αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία.”

“Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν.”

“Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;”

“Αγάπη μου, θα με συγχωρήσεις γι’ αυτά, που είναι δύσκολο να ειπωθούν σε μια γυναίκα. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχει πεποίθηση στα συναισθήματά του όταν τα πνίγει η επιθυμία η σωματική, όπως συμβαίνει τώρα μ’ εμένα.”

“Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω , δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;”

“Θα ήθελα τρείς μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…”

“Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ..”

“Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…”

“Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα.”


Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Ιθάκη ~ Κ.Π. Καβάφης



Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.