Στα χρώματα του Σεπτέμβρη θά 'θελα κι εγώ ν' αλλάξω τη δική μου καρδιά να πάψει να σε αναζητά ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα που μου θυμίζουν τόσες μάταιες ξάγρυπνες βραδιές και τόσα ανώφελα προσκυνήματα μπροστά στην εικόνα του έρωτά μου για σένα.
Περνά ένα ακόμα καλοκαίρι χωρίς αιδώ σαρκαστικά περιγελώντας την επιμονή μου να σ' αγαπώ δίχως μέλλον. Καληνύχτα αγάπη μου.
Ξέρω πως κάπου, σε κάποια αγκαλιά περιγελάς κι εσύ την επιμονή μου. Τι να σου κάνω όμως, μάτια μου. Έτσι επίμονος είναι ο Σεπτέμβρης!
Ψεύτικα αισθήματα, ψεύτη του κόσμου!
Μα το παράξενο φως του έρωτός μου
φέγγει στου σκότεινου δρόμου την άκρη:
Με το παράπονο και με το δάκρυ,
κόρη χλωμόθωρη μαυροντυμένη.
Κι είναι σαν αίνιγμα, και περιμένει.
Λάμπει το βλέμμα της απ' την ασθένεια.
Σάμπως να λιώνουνε χέρια κερένια.
Στ' άσαρκα μάγουλα πως έχει μείνει
πίκρα το νόημα γέλιου που σβήνει!
Είναι το αξήγητο το μικροστόμα
δίχως το μίλημα, δίχως το χρώμα.
Κάποια μεσάνυχτα θα σε αγαπήσω,
Μούσα. Τα μάτια σου θα τα φιλήσω,
να 'βρω γυρεύοντας μες στα νερά τους
τα χρυσονείρατα και τους θανάτους,
και τη βασίλισσα λέξη του κόσμου,
και το παράξενο φως του έρωτός μου.
Απόσπασμα από την ποιητική συλλογή "Προσανατολισμοί" του Οδυσσέα Ελύτη.
Αρχίσαμε μια λέξη που να μη χωράει τον ουρανό αλλά να τυραννεί την άνεση του ανέμου καθώς ξεχύνεται στις χτυπημένες - από την άρμη της προσδοκίας - στεριές ή πάνω στα κρύα μουράγια όπου βαδίζει από αιώνες απόκληρος της λησμονιάς ο ίσκιος.
Ορκισμένη χώρα! Παλιά πουλιά γεμάτα σύννεφα, πότε κατά τη δύση που χαράζει στα στήθια μας έλη ανίας, πότε κατά την ανώριμη καρδιά που ζητάει να μπει πεισματικά στη φύση...
Ακόμη θυμόμαστε τα κουρέλια μιας πυρκαγιάς γενναιόφρονης, τα πειράματα ενός χαρταετού που σάστισε τα δάχτυλά μας ψηλά στον αγέρα ή στην αρχή ενός δρόμου όπου σταθήκαμε για ν' αναζητήσουμε μια γυναίκα γεμάτη ανταποκρίσεις, γεμάτη σκιές στοργής ταιριασμένης στα τολμηρά κεφάλια μας.
Ακόμη θυμόμαστε την αγνότητα που την είχαμε βρει τόσο αινιγματική, πλυμένη σε μιαν αυγή που αγαπούσαμε γιατί δεν ξέραμε πως μέσα μας, ακόμη πιο βαθιά, ετοιμάζαμε άλλα όνειρα πιο μεγάλα που θα 'πρεπε να σφίξουν στην αγκαλιά τους ακόμη περισσότερο χώμα, περισσότερο αίμα, περισσότερο νερό, περισσότερη φωτιά, περισσότερον Έρωτα!
Η μόνη μου γαλήνη είναι ότι αυτό το
δικαίωμα να σ’ αγαπώ μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής, δεν μπορεί να μου το
αμφισβητήσει και να μου το αφαιρέσει κανείς. Σ’ αγαπώ.
Από τα πολλά
όμως, τα πάρα πολλά που έχω να σου πω, άφησε να σου πω τουλάχιστον πως
δεν υπάρχει πιο μεγάλη ευτυχία, στον κόσμο, προ πάντων για άνθρωπο άκρως
και αυστηρά απόλυτο, από του να σ’ αγαπά... Και γιατί και μόνο κοντά
σου είναι η Ευτυχία, η Χαρά, η Ζωή. Γιατί εσύ είσαι η Ευτυχία, η Χαρά, η
Ζωή. Βρίσκω κάθε τι άλλο τέλεια αδιάφορο... Κι είμαι κοντά σου,
είμαι κοντά σου, είμαι πολύ κοντά σου, σου λέω, πάντα, παντού, αλλά τι
κρίμα που δεν σ’ αγγίζω, που δεν σε βλέπω... Κι ύστερα η πτώση η
ανελέητη, μέσα στην απαίσια ζωή που ζούσα, που ζω, απ’ όπου μ’ έβγαλες
για λίγο – και τα ‘χασα με την απέραντη σου καλοσύνη.
Το κομμένο σχοινί μπορείς να το ξαναδέσεις. Θα κρατήσει πάλι, ωστόσο θα ‘ναι κομμένο. Ίσως πάλι ν’ ανταμώσουμε, μα εκεί που μ’ άφησες δεν πρόκειται ποτέ να με ξαναβρείς. ~ Bertolt Brecht
Σ' έχω τόσο ονειρευτεί που πια δεν είσαι αληθινή. Προφταίνω άραγε ν΄ αγγίξω αυτό το σώμα που πάλλεται, να φιλήσω πάνω σ΄αυτό το στόμα μια αγαπημένη φωνή που γεννιέται; Σ' έχω τόσο ονειρευτεί που τα μπράτσα μου συνηθισμένα, σφίγγοντας την σκιά σου, ν' αγγίζουν το στήθος μου, ίσως δεν θα μπορούσαν να τυλίξουν το κορμί σου. Και είναι πολύ πιθανό, αν γίνει αληθινό το όραμα που με κατέχει χρόνια τώρα, να μεταμορφωθώ και γω σε μια σκιά. ~ Robert Desnos
Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν την αρμενίσαμε ακόμα. Το πιο όμορφο παιδί δεν μεγάλωσε ακόμα. Τις πιο όμορφες μέρες μας, τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις ζήσαμε ακόμα. Κι ό,τι πιο όμορφο, κι ό,τι πιο όμορφο θα ‘θελα να σου πω, δε στο ‘πα ακόμα. ~ Nazim Hikmet
Αν σε μισούν να μη μισείς, κι αν είσαι πληγωμένος να μην είσαι ευκολόπιστος μήτε πονηρεμένος. Αν μπορείς να ονειρεύεσαι και τα όνειρα να ορίζεις, να σκέφτεσαι χωρίς τη ζωή στη σκέψη να χαρίζεις. Αν μεγαλόψυχος μπορείς το ίδιο να ξανοίξεις το θρίαμβο ή τον όλεθρο που κάποτε θα σμίξεις. Αν υπομένεις τους κακούς ν' ακούς που θα χαλνούνε τα λόγια σου τ' αληθινά κι άμυαλους θα πλανούνε. Αν μπορείς ό,τι αγάπησες ρημάδι ν' αντικρύσεις με χαλασμένα σύνεργα
το έργο να ξαναρχίσεις. Αν όσα πλούτη κέρδισες μπορείς να τα σωριάσεις
σ' ένα παιχνίδι τολμηρό να μην τα λογαριάσεις. Κι όταν χαθούν αχάλαστη
νά 'ναι η ζωή σου εσένα χωρίς να παραπονεθείς ποτέ για τα χαμένα. Αν
σκλάβα σου νάχεις μπορείς στην πράξη την καρδιά σου, να βρεις το θάρρος
πού "μεινε πολύν καιρό μακριά σου. Αν στην καταστροφή μπορείς νά "χεις την ίδια γνώμη, μ' άσειστη θέληση να λες: «βάστα καρδιά μου ακόμη». Κι αν δεν μπορείς φίλος κι εχθρός πίκρες να σε ποτίζει. Κι αν εκτιμάς κάθε άνθρωπο μονάχα όσο τ' αξίζει. Κι αν το γοργό καιρό μπορείς σωστά να τον μετρήσεις και μέσα του κάθε στιγμής τους θησαυρούς να κλείσεις. Όλα δικά σου γίνονται τότε σ' αυτή την πλάση κι είσ' άξιος άνδρας που κανείς δε θα σε ξεπεράσει. ~ Rudyard Kipling
Στο στήθος ένα σφίξιμο. Tο βήμα χάνω, πάω βιαστική. Aπό την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί. Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον. Μα είναι τρία, χρυσή μου! Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου'. Η τύχη μου παντοτινά ασταθής, άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη. Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ. Πεθαίνω εγκαταλειμμένη. Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα. Kεχριμπαρένια καίνε τα κεριά της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο, και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά. ~ Anna Akhmatova
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις. Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν αποφασισμένα να χαθούν που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι. Χάνε κάτι κάθε μέρα. Αποδέξου το νευρίασμα των χαμένων κλειδιών, της κακοξοδεμένης ώρας. Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις. Ύστερα εξασκήσου να χάνεις περισσότερα, να χάνεις γρηγορότερα: τόπους κι ονόματα, και το πού σκόπευες να ταξιδέψεις. Τίποτα απ' αυτά καταστροφή δεν φέρνει. ~ Elizabeth Bishop
Μα τι είναι ο έρωτας; Σε εκλιπαρώ αγαπημένη μου καρδιά, πες μου. Είναι μια επιστροφή στο κέντρο μας, στο γνώριμο πυρήνα της αθωότητας που είναι ακόμα γεμάτη εμπιστοσύνη; Είναι μήπως ένα πρώτο άγριο ξέσπασμα της ύπαρξής μας, μια προσπάθεια να πάρουμε ακραία μέτρα και για λίγες ώρες να είμαστε παντογνώστες; Ή τι είναι ο έρωτας; Είναι αυτό το προαιώνιο όραμα που φωτίζει την πορεία μας με επικίνδυνους χρησμούς προσβλέποντας στην έγκαιρη παρέμβαση του θανάτου; ~ Robert Graves
Όσες φορές θα μ' ακούς οι μέρες μου θα χτυπιούνται από κατάντια. Και τις ώρες τους μαρτυρικά θα σπρώχνω να κυλούν Τα μάτια θα σκύβουν υποτακτικά στη θέληση κι η ορμή θα έχει ξεθυμάνει. Ο αγώνας θα είναι παρελθόν κι οι ατέλειωτες τιμές στους ήρωες σου αποτυπώματα στα δάχτυλα.
Τόσες λέξεις...
Οι μισές δικές μου Άγαρμπες γροθιές που σκουντουφλάγανε με δύναμη πάνω στην άγνοια και οι μισές το γέλιο σου συγκατοικούν ανέμελα ακόμα στη δύνη του καιρού, άκου τες.
Μας χλευάζουν που δεν δώσαμε χρόνο Που δεν είχαμε θράσος να πατήσουμε το άβατο και κύλησε αργό ποτάμι η επιθυμία στη σκιά των πλατανιών, μουρμουρίζοντας έρωτα απ' τα βάθη του.
Όσες φορές θα θυμάσαι να γυρνάς μια ελπίδα πίσω Εκεί που θα σε περιμένει στις άκρες του κόσμου μια επανάσταση κι εγώ θα έχω γράψει το Ε.
Όσες φορές θα πονάς βρες παρηγοριά στις λέξεις μου που ζωγραφίζουν την ευχή μου -φάρμακο. Και κίνα ξανά να κατακτήσεις την ιδέα σου.
Όσες φορές θα με βλέπεις θα είναι όνειρο και το άγγιγμα ποταπή ψευδαίσθηση της αφής ξεριζωμένη απ' το θέλω σου. Άπλωσε το χέρι σου κι ας μην το πιστεύεις.
Όσες φορές θα μ' ακούς θα είναι το τραγούδι της γαλήνης μου που γυρνάει φάντασμα ασύχαστο. Θα σε ρωτάω πάντα φιλί μου, πόσες φορές ξημέρωσε.
Θα σου δείχνω. Τόσες φορές έφυγες. Όταν θα μ' ακούς, θα σου λέω τόσες φορές πέθανα...
Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν
Κι’ απ’ όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
η νεότης πιο ωραία. Aλλά μαραίνεται
γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται·
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.
Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
Και άλλα χέρια σ’ άλλα στήθεια τα βάζουνε.
Έρχοντ’ οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε·
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τ’ αναγνωρίζουν.
Όσα λουλούδια υπάρχουν,το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
Aυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε·
κ’ επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.
Πάλ’ ήλθε καλοκαίρι κ’ οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Aλλ’ απ’ το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.
Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Λησμονημένου Aυγούστου κρίνοι μάς στέφουνε,
τ’ αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μάς γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη
της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου
πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά
του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες
θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες
των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου
άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
-Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη
της πέτρας και της θάλασσας
Σου 'λεγα να μετράς
μες στο γδυτό νερό
τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι
την αυγή των πραγμάτων
Ή πάλι να γυρνάς
κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως
στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων
- Μα πού γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς
τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο
αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο
αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου
λέγοντας τ” όνομά του
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας
Άκουσε ο λόγος είναι..
των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης
των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται
από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις
έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση
τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις
γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους
δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων
με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.
Αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή "Προσανατολισμοί" του Οδυσσέα Ελύτη.
ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ
Ι
Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε
Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι
Δέθηκα σ' έναν κόμπο λύπης.
II
Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση
Με το δέντρο της αμίλητο
Προς τη θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Με την όψη της ακίνητη
Προς τη θάλασσα
Βραδιάζοντας
Δίχως έρωτα
Με το στόμα της ανένδοτο
Προς τη θάλασσα
Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.
III
Απόγευμα
Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση
Κι η στοργή των ανέμων του
Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε
Να μη φεύγει
Όλα τα μέτωπα γυμνά
Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΣΗ
Ι
Χαμόγελο! Η πριγκίπισσά του θέλησε
Να γεννηθεί κάτω απ' τη δυναστεία των ρόδων!
II
Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του
Γύρω απ' την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες
Ενώ η αθωότητα
Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα
Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά
Η Ζωή.
III Επίγραμμα
Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ' τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.
ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ
Ι
Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
Στα γενέθλια των γιασεμιών
Νύχτες και νύχτες στις λευκές
Αϋπνίες των κύκνων
Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
Όπως μες στον απέραντο ουρανό
Το ξάστερο συναίσθημα.
II
Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
Και πίσω απ' τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
Ερωμένη
Αλλοτινών ήχων γόησσα
Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του - εκεί.
III
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
Έξω από τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
Σιγά σιγά ξετυλίγεται
Η εξομολόγηση
Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ' άστρα!
IV
Ένας ώμος ολόγυμνος
Σαν αλήθεια
Πληρώνει την ακρίβεια του
Στην άκρια τούτη της βραδιάς
Που φέγγει ολομόναχη
Κάτω απ' τη μυστικιά ημισέληνο
Της νοσταλγίας μου.
V
Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες
Μαβιές
Κόκκινες
Κίτρινες
Τ' ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο
Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο
Τα μάτια της σιωπή.
VI
Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
Βλέφαρο ανύσταχτο
Πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
Πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός
Καρτέρι μελλοθάνατο
Σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
Στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται.
VII
Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας
Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια
Της δράσης
Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί
Ακούσιος καταρρέει
Μες στην ιδέα που αχρηστεύεται απ' το μελαγχολικό
Σιωπητήριο.