Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σεφέρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σεφέρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Τελευταίος Σταθμός ~ Γιώργος Σεφέρης

 
 
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις. 
 
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη∙
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη. 
 
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι∙
 
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του
Σαλέρνο, πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού,
στην άκρη μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος
ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει. 
 
Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, 
την Παλαιστίνη, τη Συρία∙ το κρατίδιο
της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
 
Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος 
απ’ τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
 
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
 
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο∙
χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους. 
 
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν∙
σαν έρθει ο θέρος προτιμούν να σφυρίξουν 
τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι∙ σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν. 
 
Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.
Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου,
τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
 
Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
 
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις είτε στο σκοτεινό βαγόνι, 
χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει 
καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
 
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνονται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν∙
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας
λεύγες και λεύγες∙
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
 
Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙
Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.
 
Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας∙ «Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε...»
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.
                        Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου ’44

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ ~ Γιώργος Σεφέρης


Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.

Μᾶς βαραίνουν οἱ φίλοι
ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς νὰ πεθάνουν.

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.

Ἕνας γέροντας στὴν ἀκροποταμιά ~ Γιώργος Σεφέρης



Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.
Νὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει, μήτε νὰ σκέπτεσαι, μήτε νὰ κινεῖσαι,
μήτε νὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,
ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι αὐλακώνουνε τὰ τειχιά.

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε κατὰ ποῦ προχωροῦμε,
ὄχι καθὼς ὁ πόνος μας τὸ θέλει καὶ τὰ πεινασμένα παιδιά μας
καὶ τὸ χάσμα τῆς πρόσκλησης τῶν συντρόφων ἀπὸ τὸν ἀντίπερα γιαλὸ-
μήτε καθὼς τὸ ψιθυρίζει τὸ μελανιασμένο φῶς στὸ πρόχειρο νοσοκομεῖο,
τὸ φαρμακευτικὸ λαμπύρισμα στὸ προσκέφαλο τοῦ παλικαριοῦ
ποὺ χειρουργήθηκε τὸ μεσημέρι

ἀλλὰ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο, μπορεῖ  νὰ θέλω νὰ πῶ καθὼς
τὸ μακρὺ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς
κλειστὲς βαθιὰ στὴν  Ἀφρικὴ
καὶ ἤτανε κάποτε Θεὸς κι ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δωρητὴς
καὶ δικαστὴς καὶ δέλτα- ποὺ δὲν εἶναι ποτές του τὸ ἴδιο,
κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ πάλαιοὶ γραμματισμένοι,
κι ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα, καὶ
τὸ ἴδιο Σημεῖο, ὁ ἴδιος προσανατολισμός.

Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά,
νὰ μοῦ δοθεῖ ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατὶ καὶ τὸ τραγούδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγὰ-σιγά, βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της

κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατὶ ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.
Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο
γιὰ νὰ πονοῦμε, γι᾿ αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ,
τοῦτες τὶς μέρες, τό μεγάλο ποτάμι
αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ χόρτα
καὶ ζωντανὰ ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ
σπέρνουν καὶ ποὺ θερίζουν

καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν.
Αὐτὸ τὸ ρέμα ποὺ τραβάει τὸ δρόμο του καὶ ποὺ δὲν εἶναι
τόσο διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων
κι ἀπὸ τὰ μάτια τῶν αὐθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα
χωρὶς τὸ φόβο μὲς στὴν καρδιά τους,
χωρὶς τὴν καθημερινὴ τρεμούλα γιὰ τὰ μικροπράματα ἢ
ἔστω καὶ γιὰ τὰ μεγάλα
ὅταν κοιτάζουν ἴσια- πέρα καθὼς ὁ στρατοκόπος
ποὺ συνήθισε ν᾿ ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ᾿ ἄστρα,

ὄχι ὅπως ἐμεῖς, τὴν ἄλλη μέρα, κοιτάζοντας τὸ κλειστὸ
περιβόλι στὸ κοιμισμένο ἀράπικο σπίτι,
πίσω ἀπὸ τὰ καφασωτά, τὸ δροσερὸ περιβολάκι ν᾿ ἀλλάζει
σχῆμα, νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει-
ἀλλάζοντας καθὼς κοιτάζαμε, κι ἐμεῖς,
τὸ σχῆμα τοῦ πόθου μας καὶ τῆς  καρδιᾶς μας,
στὴ στάλα τοῦ μεσημεριοῦ, ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι
ἑνὸς κόσμου ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει,

πιασμένοι στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ ἤτανε
σωστὴ κι ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν  ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο
λίκνισμα ποὺ μᾶς ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς.

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Τα χέρια ~ Γιώργος Σεφέρης



Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕνα μεγάλον ἴσκιο
τὸ χρῶμα τῆς αὐγῆς τὸ αἰσθάνομαι στὰ δάχτυλά σου.
Ξέχασε τὸ ψέμα ποὺ σὲ βοήθησε νὰ ζήσεις
γύμνωσε τὰ πόδια σου, γύμνωσε τὰ μάτια σου,
μᾶς μένουν λίγα πράγματα ὅταν γυμνωθοῦμε
ἀλλὰ τὰ βλέπουμε στὸ τέλος πιστά.

Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι πάντα σ᾿ ἕνα μονοπάτι,
τ᾿ αὐλάκια χαλασμένα δεξιὰ κι ἀριστερά, στὴν ἄκρη
τὸ σπίτι μὲ γυαλιὰ ποὺ τὸ χτυπάει ὁ ἥλιος, ἄδειο.
Σκέφτηκα τὰ δάχτυλά σου νὰ χτυποῦν τὰ τζάμια
σκέφτηκα τὴν καρδιά σου νὰ χτυπᾷ πίσω ἀπ᾿ τὰ τζάμια
καὶ πόσο λίγα πράγματα χωρίζουν ἕναν ἄνθρωπο
ποῦ δὲν τὰ ξεπερνᾷ.

Δὲν ξέρεις τίποτα γιατὶ κοίταξες τὸν ἥλιο.
Τὸ αἷμα σου στάλαξε στὰ μαῦρα φύλλα τῆς δάφνης
τ᾿ ἀηδόνι, περασμένες νύχτες, μάρμαρα στὸ φεγγάρι
καὶ στὸ ποτάμι τό ῾συρα κι ἔβαψε τὸ ποτάμι.

Συλλογίζομαι, ὅταν συλλογίζομαι, συλλογίζομαι
τὶς φλέβες μου καὶ τὸ μυστήριο τῶν χεριῶν σου ποὺ ὁδηγοῦν
κατεβαίνοντας προσεχτικὰ σκαλοπάτι τὸ σκαλοπάτι.
Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕναν μεγάλο κῆπο

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Γιώργος Σεφέρης-Αποσπάσματα από την αλληλογραφία στην αγαπημένη του Μάρω




“Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο.”
 
“Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω-γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου-δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου.”

“Ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Aυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει.”

“Μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί…Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.”

“Αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.”

“Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει “Σταμάτησε. Σταμάτησε”. Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή. Τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….”

“…Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.”

“Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.”

“Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως , αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο.”

“Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει «Θεέ μου πόσο την αγαπώ» κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου.”

“Όλες αυτές τις μέρες σε συλλογίζομαι χωρίς μια στιγμή διακοπή. Κάθε δουλειά με συνέχεια μού είναι αδύνατη. Είσαι εκεί πάντα μπροστά στα μάτια μου, με κρατάς προσηλωμένο. Κάποτε μέσα στην αδειανή μου παλάμη έρχεται κι ακουμπά το μικρό σου στήθος. Είναι ένας βαθύς και μυτερός πόνος ως την άκρη της καρδιάς.”

“Ας σε κρατήσω κι έπειτα όλα θα είναι καλά…αγαπημένη μου αγάπη.”

“Όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο του, πρέπει να βρεί τρόπο να μην ξυπνά ποτέ του…”

“…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…”

“Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις..”

“Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.”

“Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..”

“Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή-ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου-είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα.”

“Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα-ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη-θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν…φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.”

“Όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….”

“Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…”

“…Αν είχα χρήματα, λες. Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα. Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…”

“…Χτές πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα απο τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄είχε πάρει ο ύπνος.”

“…ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;”

“…σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…”

“Σε συλλογίζομαι. Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις. Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι. Κάποτε βαριά….”

“Αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία.”

“Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν.”

“Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;”

“Αγάπη μου, θα με συγχωρήσεις γι’ αυτά, που είναι δύσκολο να ειπωθούν σε μια γυναίκα. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχει πεποίθηση στα συναισθήματά του όταν τα πνίγει η επιθυμία η σωματική, όπως συμβαίνει τώρα μ’ εμένα.”

“Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω , δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;”

“Θα ήθελα τρείς μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…”

“Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ..”

“Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…”

“Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα.”


Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Ένας λόγος για το καλοκαίρι ~ Γ. Σεφέρης


Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι  
σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας 
μένει γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια
στο περιθώριο κι ερωτηματικά, 
γυρίσαμε στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν
στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως
σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι στις κάμαρες 
στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές
καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν 
χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.  
Γυρίσαμε· πάντα κινάμε για να γυρίσουμε στη μοναξιά, 
μια φούχτα χώμα, στις άδειες παλάμες.
 
Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού
το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου  
που μας άφηνε θαματουργά στη θάλασσα την παντοτινή 
για να μας πλύνει από τις αμαρτίες·  αγάπησα
κάποιους ανθρώπους άγνωστους, απαντημένους ξαφνικά 
στο έβγα της μέρας, μονολογώντας σαν καπετάνιοι
βουλιαγμένης αρμάδας,  σημάδια πως ο κόσμος είναι μεγάλος.  

Κι όμως αγάπησα τους δρόμους τούς εδώ, 
αυτές τις κολόνες· κι ας γεννήθηκα στην άλλη ακρογιαλιά
κοντά σε βούρλα και σε καλάμια νησιά  
που είχαν νερό στην άμμο να ξεδιψάει ο κουπολάτης, 
κι ας γεννήθηκα κοντά στη θάλασσα που ξετυλίγω 
και τυλίγω στα δάχτυλά μου σαν είμαι κουρασμένος 
— δεν ξέρω πια πού γεννήθηκα.
 
Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι  
και τα χέρια σου αγγίζοντας μέδουσες πάνω στο νερό
τα μάτια σου ξεσκεπασμένα ξαφνικά, 
τα πρώτα μάτια του κόσμου, 
κι οι θαλασσινές σπηλιές· πόδια γυμνά στο κόκκινο χώμα.  
Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος 
το καλοκαίρι λίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου 
 λίγες βελόνες πεύκου ύστερα απ’ τη βροχή
σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.
 
Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πρόσωπα 
δεν τα καταλαβαίνω, μιμούνται κάποτε το θάνατο 
κι έπειτα ξανά φέγγουν με μια ζωή πυγολαμπίδας χαμηλή
με μια προσπάθεια περιορισμένη, ανέλπιδη, σφιγμένη 
ανάμεσα σε δυο ρυτίδες, σε δυο τραπεζάκια καφενείου 
κηλιδωμένα σκοτώνουνται το ένα με τ’ άλλο 
λιγοστεύουν, κολλούν σα γραμματόσημα στα τζάμια
τα πρόσωπα της άλλης φυλής.
  
Περπατήσαμε μαζί, μοιραστήκαμε το ψωμί και τον ύπνο
δοκιμάσαμε την ίδια πίκρα του αποχωρισμού  
χτίσαμε με τις πέτρες που είχαμε τα σπίτια μας  
πήραμε τα καράβια, ξενιτευτήκαμε, γυρίσαμε
βρήκαμε τις γυναίκες μας να περιμένουν  
μας γνώρισαν δύσκολα, κανείς δε μας γνωρίζει.  
Κι οι σύντροφοι φόρεσαν τ’ αγάλματα, 
φόρεσαν τις γυμνές άδειες καρέκλες του φθινοπώρου, 
κι οι σύντροφοι σκοτώσανε τα πρόσωπά τους· δεν τα καταλαβαίνω. 

Μένει ακόμα η κίτρινη έρημο το καλοκαίρι
κύματα της άμμου φεύγοντας ώς τον τελευταίο κύκλο
ένας ρυθμός τυμπάνου αλύπητος, ατέλειωτος  
μάτια φλογισμένα βουλιάζοντας μέσα στον ήλιο  
χέρια με φερσίματα πουλιών χαράζοντας τον ουρανό 
χαιρετώντας στίχους νεκρών σε στάση προσοχής  
χαμένα σ’ ένα σημείο που δεν τ’ ορίζω 
και με κυβερνά· τα χέρια σου αγγίζοντας το ελεύθερο κύμα.

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Αποφθέγματα μεγάλων ποιητών



Και σήμερα δεν είσαι εδώ.
Και σήμερα χωρίς το άλλο μισό του κόσμου η μέρα κύλισε.

~Οδυσσέας Ελύτης~



Παντού την είδα.
Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο κενό.
Ν’ ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου.
Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα.
Είναι χλωμή κι ωραία.
Μα αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου.
Σαν να γίνεται κάτι άλλου - που μόνο αυτή τ’ ακούει, και τρομάζει. 

Κρατάει το χέρι σου σφιχτά,δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί.
Δεν την έπιασα ποτέ και δεν της πήρα τίποτα.

~Οδυσσέας Ελύτης~



Τότε χτύπησαν την πόρτα.
Εγώ,αφελής όπως πάντα, πήγα κι άνοιξα.
Κι έτσι μια καινούρια θλίψη μπήκε στον κόσμο.

~Τάσος Λειβαδίτης~



Είπα θα φύγω.
Τώρα.
Με ό,τι να 'ναι.
Θα πάω να βρω ποιος είμαι.
Τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο.

~Οδυσσέας Ελύτης~



Φύσα Νοτιά μου κι άδικα λυπήθηκα.
Σ' άλλους καιρούς μπορεί και ν' αγαπήθηκα.

~Οδυσσέας Ελύτης~



Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια
καρδιά. Θυμάσαι;

~Τάσος Λειβαδίτης~



Τι βιαστικός.
Λες και χωρίς πανσέληνο αύριο δε θα 'βλεπες να εκλείψω.

~Κική Δημουλά~



Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας.
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει.
Αν στην προβλήτα μάς περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε.
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι.
Τι απερισκεψία κι αυτή! Πάντα τους ληστές τούς περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε τις καταιγίδες.
Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση.
Πόσος χαμένος χρόνος, αλήθεια!
Aν… Αν…
Αν ήταν όλα αλλιώς! Μα τότε, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;

~Αλκυόνη Παπαδάκη~



Μέσα στον ύπνο μας κοιμούνται τα πιο ωραία ταξίδια.
Κι εγώ δεν έχω αλλο όπλο απ' το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες
και να τις πιστεύω.

~Tάσος Λειβαδίτης~

   

Κι ἂν σκέφτομαι, εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.

~Μανώλης Αναγνωστάκης~



Είμαι λίγο θυμωμένη όπως αντιλαμβάνεσαι.
Μ' εμένα.
Διότι θα έπρεπε να έχω ωριμάσει.
Να μην απορώ με τίποτα.

~Κική Δημουλά~



Κάποτε πρέπει να αλλάξω , αρκεί να ορίσω αυτό το κάποτε.

~Τάσος Λειβαδίτης~



Πέρασαν μήνες.
Κι είναι στιγμές που ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπο της.
Πασχίζω να θυμηθώ.
Τίποτα.
Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά μου είναι κάτι περισσότερο κι απ'την ανάμνηση της.
Που είναι αυτή ολόκληρη μέσα μου.

~Τάσος Λειβαδίτης~



Με πόνεσες μέχρι θανάτου και σ΄ευχαριστώ.
Για να πoνέσω τόσο φρικτά, φαντάσου πόσα μου χάρισες.

~Μάρω Βαμβουνάκη~



Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
Κι ούτε που θα σε ξαναδώ.

~Κατερίνα Γώγου~



Τι να θυμηθώ.
Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.

~Οδυσσέας Ελύτης~



Αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους.
Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα,γιατί δεν μαθαίνονται όλα..
Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν.

Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

~Οδυσσέας Ελύτης~



Όλα δείχναν πως είχε τελειώσει η αγάπη μας.
Κι όμως δε θέλαμε να το πιστέψουμε.

~Τάσος Λειβαδίτης~



Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς.
Μα δε σκοτώνω άστρα.

~Κική Δημουλά~



Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος.
Μπορεί όμως τα πιο ωραία μας ταξίδια δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη.
Σε περιμένω.
Έλα.
Θα μετρήσω ως το δέκα.

~Χρήστος Μπουλώτης~



Σ' αγαπώ και τούτο έχει νόημα.

~Γιώργος Σεφέρης~



Μ' ακούς;
Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου.
Μην ξεχαστείς.
Τ' ακούς;
Να 'ρθείς.

~Νικηφόρος Βρεττάκος~



Μ΄ έβαλαν να ορκιστώ με το χέρι στην καρδιά.
Ορκίσου μου είπαν.
Και ορκίστηκα.
Είχα για τόσα πολλά να ορκιστώ.
Ορκίσου σ΄ όλα μου είπαν.
Είπα κι έσκυψα,ορκίζομαι σ΄ όλα.
Και γονάτισα.

~Μενέλαος Λουντέμης~



Αφού έζησα όλο το μαρτύριο της ελπίδας.
Έφτασα στο πιο απάνθρωπο έγκλημα.
Να πιστέψω στους ανθρώπους.

~Τάσος Λειβαδίτης~



Θέλω να ξέρεις μόνο πως είμαι εδώ.
Ότι και να γίνει.
Όπως και να είσαι.
Ότι κι αν συμβεί. Ωραία;
Προς το παρόν, αγάπα με.
Το έχω ανάγκη.

~Αλκυόνη Παπαδάκη~



Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει- ακούς;
ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει- ακούς;
Είμ' εγώ πού φωνάζω κι είμ' εγώ πού κλαίω, μ' ακούς;
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς;

~Οδυσσέας Ελύτης
~
 
      



Σχεδόν τίποτα. Σχεδόν καλά. Σχεδόν μαζί. Σχεδόν οριστικά. Σχεδόν ανέπαφα. 
Σχεδόν επιφανειακά. Σχεδόν μηχανικά. Σχεδόν αθώος. Σχεδόν μετανιωμένος.
Σχεδόν αποφασισμένος. Σχεδόν ηλίθιος.

Σ’ αυτή τη λέξη, την πονηρή, ναυάγησε ολόκληρη η ζωή σου!
Τι κρίμα! Κι ήταν, σχεδόν, δυο βήματα η στεριά!

~Αλκυόνη Παπαδάκη~


Θυμάσαι ένα χειμωνιάτικο πρωινό, που ήρθα και σε ξύπνησα χωρίς να με περιμένεις;

Σε πήρα από το χέρι και περπατήσαμε στους δρόμους, μέσα στο κρύο και στη βροχή.

Δεν κάναμε τίποτα σπουδαίο. Δεν λύσαμε κανένα πρόβλημα του κόσμου.

Κρατιόμαστε χέρι-χέρι, λέγαμε ό,τι μας ερχόταν στο κεφάλι και γελούσαμε.

Δε σου είπα πόσο είχα ανάγκη εκείνη την ημέρα να σε δω.
Πως δεν άντεχα να κουβαλήσω ως το βράδυ την ψυχή μου.
Δε σου είπα πόσο μου είχες λείψει.

~Αλκυόνη Παπαδάκη~

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Η ουτοπική μας ευτυχία...

Γιατί της έγραψε «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα»;
Και γιατί του έγραψε «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα»;
Αφού αυτός πήγε ανατολικά
Αυτή πήγε δεξιά.
Και ζήσαν κι οι δύο...

~Οδυσσέας Ελύτης~ 


«Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου, για να μάθω τι είναι ευτυχία. Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια, δυο χέρια. Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαιδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια. Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν. Χάσιμο χρόνου. Θα το δεις κι εσύ όσο μεγαλώνεις.»

~Θανάσης Βέγγος~ 

 

«Εκείνη την νύχτα άδειασα τόσο, που όταν μου πέταξαν το μαχαίρι δεν βρήκε πουθενά να καρφωθεί.»

~Τάσος Λειβαδίτης~

 

«Όσα δε ζήσαμε, αυτά μας ανήκουν»

~Τάσος Λειβαδίτης~

 

«Έχω κάτι σπασμένα φτερά. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό. Για ποιάν ανέλπιστη χαρά, για ποιές αγάπες για ποιό ταξίδι ονειρευτό;»

~Κώστας Καρυωτάκης~

 

«Xτες και προχτές, όλη νύχτα, πασκίζαμε να μετρήσουμε τ΄άστρα. Και τα άστρα είναι τόσα, όση κι η καρδιά μας,
κι η καρδιά μας είναι πιο πολύ απ΄τ΄άστρα.»

~Γιάννης Ρίτσος~

 

«Κάποιος έριξε κάποτε στο νερό μια πέτρα, κάποιος από την απέναντι όχθη απάντησε την ίδια στιγμή γράφοντας ένα ποίημα, και οι δυο αγνοούν ο ένας τον άλλον και οι δυο ονειρεύονται το ίδιο ακριβώς όνειρο.»

~Σταμάτης Πολενάκης~

 

«Όμως...με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι. Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεμίσει αστροφεγγιές. Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα.»

~Οδυσσέας Ελύτης~

 

«Επειδή σ' αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη κι ας μην είναι όπως παλιά. Δε θα πει πως πέθανε η αγάπη. Κουράστηκε ίσως όπως κάθε τι που ανασαίνει.»

~Μιχάλης Γκανάς~

 

«Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ᾿ τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση στη ζωή των άλλων. Ή ένα θάνατο για τη ζωή των άλλων.»

~Τάσος Λειβαδίτης~


«Θα σου χαρίσω όλο το γαλάζιο του πελάγου. Είσαι επιτέλους, για ένα ταξίδι στα ανοιχτά; Για ένα ρίσκο;»

~Αλκυόνη Παπαδάκη~

 

«Άσε να κλαίω. Θέλω να έχω τη συνείδηση μου ήσυχη πως βασανίστηκα για όλα.»

~Κική Δημουλά~


«Όλα τ’ απογεύματα της ζωής τα πέρασα παίζοντας κυνηγητό με τα όνειρά μου.»

~Αλκυόνη Παπαδάκη~

 

«Πώς αφήσαμε τις ώρες και χάθηκαν. Προσπαθώντας απεγνωσμένα να κερδίσουμε μια θέση στην αντίληψη των άλλων.»

~Οδυσσέας Ελύτης~


«Εύχομαι να μου χρωστάς πάντα,εκείνο το μικροποσόν ενός χαδιού ακόμα...»

~Γιώργος Ποταμίτης~

 

«Δυο μήνες που δε σμίξαμε. Ένας αιώνας κι εννιά δευτερόλεπτα.»

~Γιάννης Ρίτσος»

 

«Αφού έζησα όλο το μαρτύριο της ελπίδας. Έφτασα στο πιο απάνθρωπο έγκλημα. Να πιστέψω στους ανθρώπους.»

~Τάσος Λειβαδίτης~

 

«Ναυάγησε ολόκληρη η ζωή μου. Τι κρίμα. Κι ήταν, σχεδόν, δυο βήματα η στεριά.»

~Αλκυόνη Παπαδάκη~

 

«Μες στη μέση τής θάλασσας. Από το μόνο θέλημα τής αγάπης, μ' ακούς; Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς;
Ποιός μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει- ακούς; ποιός γυρεύει τον άλλο, ποιός φωνάζει- ακούς;
Είμ' εγώ πού φωνάζω κι είμ' εγώ πού κλαίω, μ' ακούς;
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς;
»

~Οδυσσέας Ελύτης~

 

«Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ΄αγαπώ.»

~Γιώργος Σεφέρης~

 

«Επειδή κλαίω ακόμα στα κρυφά, καταπιάνομαι ακόμη με όνειρα καιρών τ'ουρανού σκοτεινών. Τόσο, που αν πας εκείνη τη στιγμή να με αγκαλιάσεις πασαλείβεσαι άστρα.»

~Οδυσσέας Ελύτης~