Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσέας Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσέας Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Βάθος ~ Οδυσσέας Ελύτης



Απόσπασμα από την ποιητική συλλογή "Προσανατολισμοί" του Οδυσσέα Ελύτη.


Αρχίσαμε μια λέξη που να μη χωράει τον ουρανό αλλά να τυραννεί την άνεση του ανέμου καθώς ξεχύνεται στις χτυπημένες - από την άρμη της προσδοκίας - στεριές ή πάνω στα κρύα μουράγια όπου βαδίζει από αιώνες απόκληρος της λησμονιάς ο ίσκιος.

Ορκισμένη χώρα! Παλιά πουλιά γεμάτα σύννεφα, πότε κατά τη δύση που χαράζει στα στήθια μας έλη ανίας, πότε κατά την ανώριμη καρδιά που ζητάει να μπει πεισματικά στη φύση...

Ακόμη θυμόμαστε τα κουρέλια μιας πυρκαγιάς γενναιόφρονης, τα πειράματα ενός χαρταετού που σάστισε τα δάχτυλά μας ψηλά στον αγέρα ή στην αρχή ενός δρόμου όπου σταθήκαμε για ν' αναζητήσουμε μια γυναίκα γεμάτη ανταποκρίσεις, γεμάτη σκιές στοργής ταιριασμένης στα τολμηρά κεφάλια μας.

Ακόμη θυμόμαστε την αγνότητα που την είχαμε βρει τόσο αινιγματική, πλυμένη σε μιαν αυγή που αγαπούσαμε γιατί δεν ξέραμε πως μέσα μας, ακόμη πιο βαθιά, ετοιμάζαμε άλλα όνειρα πιο μεγάλα που θα 'πρεπε να σφίξουν στην αγκαλιά τους ακόμη περισσότερο χώμα, περισσότερο αίμα, περισσότερο νερό, περισσότερη φωτιά, περισσότερον Έρωτα!


Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Το παράπονο ~ Οδυσσέας Ελύτης



Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα

Στ' αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ' ομολογώ
Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Η Μαρίνα των βράχων ~ Οδυσσέας Ελύτης



Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη
της πέτρας και της θάλασσας

Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου
πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!

Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά
του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες
θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες
των άλλων κοριτσιών

Τις γωνιές όπου οι φίλες σου
άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

-Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη
της πέτρας και της θάλασσας

Σου 'λεγα να μετράς
μες στο γδυτό νερό
τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι
την αυγή των πραγμάτων

Ή πάλι να γυρνάς
κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως
στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων

- Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς
τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο
αρμυρό θαλασσόχορτο

Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο
αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου
λέγοντας τ” όνομά του

Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας
Άκουσε ο λόγος είναι..
των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης
των ανθρώπων παράφορος

Κι ο ήλιος στέκεται
από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις
έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση
τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις
γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαίστρο.

Στυλωμένη στους βράχους
δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων
με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Προσανατολισμοί ~ Οδυσσέας Ελύτης



Αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή "Προσανατολισμοί" του Οδυσσέα Ελύτη.


ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

                                       Ι
Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε
Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι
Δέθηκα σ' έναν κόμπο λύπης.

                                    II
Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση
Με το δέντρο της αμίλητο
Προς τη θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Με την όψη της ακίνητη
Προς τη θάλασσα
Βραδιάζοντας
Δίχως έρωτα
Με το στόμα της ανένδοτο
Προς τη θάλασσα
Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.

                                  III
Απόγευμα
Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση
Κι η στοργή των ανέμων του
Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε
Να μη φεύγει
Όλα τα μέτωπα γυμνά
Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.



ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΣΗ

                                    Ι
Χαμόγελο! Η πριγκίπισσά του θέλησε
Να γεννηθεί κάτω απ' τη δυναστεία των ρόδων!

                                    II
Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του
Γύρω απ' την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες
Ενώ η αθωότητα
Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα
Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά
Η Ζωή.

                                   III
                                Επίγραμμα

Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ' τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.


ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

                                     Ι
Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
Στα γενέθλια των γιασεμιών
Νύχτες και νύχτες στις λευκές
Αϋπνίες των κύκνων
Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
Όπως μες στον απέραντο ουρανό
Το ξάστερο συναίσθημα.

                          II
Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
Και πίσω απ' τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
Ερωμένη
Αλλοτινών ήχων γόησσα

Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του - εκεί.

                                   III
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
Έξω από τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
Σιγά σιγά ξετυλίγεται
Η εξομολόγηση
Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ' άστρα!

                                  IV
Ένας ώμος ολόγυμνος
Σαν αλήθεια
Πληρώνει την ακρίβεια του
Στην άκρια τούτη της βραδιάς
Που φέγγει ολομόναχη
Κάτω απ' τη μυστικιά ημισέληνο
Της νοσταλγίας μου.

                                    V
Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες
Μαβιές
Κόκκινες
Κίτρινες
Τ' ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο
Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο
Τα μάτια της σιωπή.

                                   VI
Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
Βλέφαρο ανύσταχτο
Πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
Πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός
Καρτέρι μελλοθάνατο
Σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
Στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται.

                                 VII
Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας
 Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια
Της δράσης
Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί
Ακούσιος καταρρέει
Μες στην ιδέα που αχρηστεύεται απ' το μελαγχολικό
Σιωπητήριο.






Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Παράπονο ~ Οδυσσέας Ελύτης



Αναρωτιέμαι μερικές φορές: 

Είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία;

Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; 

Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;



Μούτρα. Ν' αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα.

Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. 

Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές.



Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές.

Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.

Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.



Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες 

Που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. 

Σ' εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται.

Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους.



Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, 

Την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς. 



Ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. 

Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες,  

Να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς.

Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος. 



Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. 

Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους

Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. 

Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.

Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν.



Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.



Όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν το κυνηγά πάντα, πάντα θα 'ναι αργά .

Δεύτερη Ζωή δεν έχει...

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Δεύτερη φύση ~ Οδυσσέας Ελύτης

                                   
                                     Ι

Χαμόγελο! Η πριγκίπισσά του θέλησε
Να γεννηθεί κάτω απ' τη δυναστεία των ρόδων!

                                    II

Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του

Γύρω απ' την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες

Ενώ η αθωότητα
Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα
Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά
Η Ζωή.


                                   III

                            Επίγραμμα
Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ' τον Έρωτα, έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί,
Γυναίκα.

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά ~ Οδυσσέας Ελύτης



Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα
Μονάχα οἱ λέξεις δὲ μοῦ ἀρκούσανε
Σ᾿ ἑνὸς περάσματος ἀέρα
ξεγνέθοντας ἀπόκοσμη φωνὴ τ᾿ αὐτιά μου

φχιὰ
φχιοὺ φχιού
ἐσκαρφίστηκα τὰ μύρια ὅσα
Τί γυαλόπετρες φοῦχτες
τί καλάθια φρέσκες μέλισσες καὶ σταμνιὰ φουσκωτὰ ὅπου
ἄκουγες βββ νὰ σοῦ βροντάει ὁ αἰχμάλωτος ἀέρας.

Κάτι
Κάτι δαιμονικὸ μὰ ποὺ νὰ πιάνεται σὰν σὲ δίχτυ στὸ σχῆμα τοῦ Ἀρχαγγέλου
Παραλαλοῦσα κι ἔτρεχα
Ἔφτασα κι ἀποτύπωνα τὰ κύματα στὴν ἀκοὴ ἀπ᾿ τὴ γλώσσα
- Ἔ καβάκια μαῦρα, φώναζα, κι ἐσεῖς γαλάζια δέντρα τί ξέρετε ἀπὸ μένα;
- Θόη θόη θμός
- Ἔ; Τί;
- Ἀρίηω ἠθύμως θμὸς
- Δὲν ἄκουσα τί πράγμα;
- Θμὸς θμὸς ἄδυσος

Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος.

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Τα Ρω του Έρωτα ~ Οδυσσέας Ελύτης


Απόσπασμα από την ποιητική συλλογή ‘‘Τα Ρω του Έρωτα’’, του Οδυσσέα Ελύτη.

Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης. Πίσω από κάθε
ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα
λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλη σε χείλη. Δεν είναι λίγο αυτό.
Είναι η χαρά να δίνεις χαρά στους άλλους, είναι αυτό που μας βα-
στάει στη ζωή. Γι΄ αυτό, κοντά στα ποιήματά μου, δοκίμασα να γρά-
ψω και μερικά τραγούδια, χωρίς να τα υποτιμώ καθόλου. Έτσι ή αλ-
λιώς, μιλά κανείς για τα ίδια πράγματα που αγαπά, και από κει και πέ-
ρα το λόγο έχουν αυτοί που θα τ' ακούσουν. Λένε πως το είδος έχει
ορισμένους κανόνες. Δεν τους ξέρω και, πάντως, δεν ενδιαφέρθηκα
ή δεν μπόρεσα να τους ακολουθήσω. Δουλεύει ο καθένας όπως
νοιώθει. Και η θάλασσα είναι απέραντη, τα πουλιά μυριάδες, οι ψυχές
όσες και οι συνδυασμοί που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι και τα λό-
              για, όταν ο έρωτας και το όνειρο συμβασιλεύουν.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Μαρία Νεφέλη ~ Οδυσσέας Ελύτης



Αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή ‘‘Μαρία Νεφέλη’’ του Οδυσσέα Ελύτη.


ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Η Μαρία Νεφέλη λέει:

Ροές της θάλασσας κι εσείς
των άστρων μακρινές επιρροές - παρασταθείτε μου!
απ' τα νερά της νύχτας τ' ουρανού κοιτάξετε
πως ανεβαίνω
αμφίκυρτη
σαν τη νέα Σελήνη
και σταλάζοντας αίματα.
Ποιητή τζιτζίκι μου εγκαταλειμμένο
μεσημέρι δεν έχει πια κανείς·
σβήσε την Αττική κι έλα κοντά μου.
Θα σε πάω στο δάσος των ανθρώπων
και θα σου χορέψω γυμνή με ταμ ταμ και προσωπίδες
και θα σου δοθώ μέσα σε βρυχηθμούς και ουρλιάσματα.
Θα σου δείξω τον άνθρωπο Baobab
και τον άνθρωπο Phagus Carnamenti
τη γερόντισσα Cimmulius και το σόι της όλο
το σαρακοφαγωμένο απ' τα παράσιτα·
θα σου δείξω τον άντρα Bumbacarao Uncarabo
τη γυναίκα του Ibou-Ibou
και τα παραμορφωμένα τέκνα τους
τα μανιταρόσκυλα
τον Cingua Banga και την Iguana Brescus
Μη φοβάσαι
με το χέρι μπροστά καθώς φανός θυέλλης
θα σε οδηγήσω
και θα σου χιμήξω·
τα νύχια μου θα μπουν στις σάρκες σου


ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ

Και ο Αντιφωνητής:

Ό,τι να δεις - καλώς το βλέπεις
αρκεί να 'ναι: Αναγγελία.
Το ελάχιστο νέφος ουριοδρομώντας η Σελήνη
των δέντρων ο αλιγάτορας
και η σκυθρωπή των λιμνοθαλασσών γαλήνη
με το πατ-πατ το μακρινό της γκαζομηχανής
αν ο κόσμος μια για πάντα ειπώθηκε: Αναγγελία.
Ποίηση ω Αγία μου - συγχώρεσέ με
αλλ' ανάγκη να μείνω ζωντανός
να περάσω από την άλλην όχθη·
οτιδήποτε θα 'ναι προτιμότερο
παρά η αργή δολοφονία μου από το παρελθόν.
Κι αν απάνω μου μείνει ανεξάλειπτη
κάθε λαίλαπα σαν εγκαυστική
θα' ρθει το πλήρωμα των ημερών
βουστροφηδόν θα εξαφανίσω τον εαυτό μου.
Εξόν κι αν μήτε αυτός υπάρχει
αν στα βάθη μέσα των ωκεανών
βυθίζοντας οι μέρες οι ξανθές πήραν μαζί τους
μια για πάντα το είδωλο
το Φωτόδεντρο
με τους χίλιους εκτυφλωτικούς των πουλιών σχίστες
και τους Μήνες ολόγυρα στις μύτες των ποδιών
συλλέγοντας μες στην ποδιά τους
κρόκους μικρούς γυρίνους των αιθέρων.
Είναι που οι άνθρωποι δεν το θελήσανε ειδαλλιώς...


Η ΝΕΦΕΛΗ 

Η Μαρία Νεφέλη λέει: 

Μέρα τη μέρα ζω - που ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.
Το 'να μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και τ' άλλο μου τα ισιώνει
Βλέπεις χρειάζονται όπλα να μιλάν στα χρόνια μας τα χαώδη
και να 'μαστε και σύμφωνοι με τα λεγόμενα «εθνικά ιδεώδη».
Τι με κοιτάς εσύ γραφιά που δεν εντύθηκες ποτέ στρατιώτης
η τέχνη του να βγάζεις χρήματα είναι κι αυτή μία πολεμική ιδιότης
Δεν πα' να ξενυχτάς- να γράφεις χιλιάδες πικρούς στίχους
ή να γεμίζεις με συνθήματα επαναστατικά τους τοίχους
Οι άλλοι πάντα θα σε βλέπουν σαν έναν διανοούμενο
και μόνο εγώ που σ' αγαπώ: στα όνειρά μου μέσα έναν κρατούμενο.
Έτσι που αν στ' αλήθεια ο έρωτας είναι καταπώς λεν «κοινός διαιρέτης»
εγώ θα πρέπει να 'μαι η Μαρία Νεφέλη κι εσύ φευ ο Νεφεληγερέτης.
Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία.


Ο ΝΕΦΕΛΗΓΕΡΕΤΗΣ


Και ο Αντιφωνητής:

Α τι ωραία να 'σαι νεφεληγερέτης
να γράφεις σαν τον Όμηρο εποποιίες στα παλιά παπούτσια σου
να μη σε νοιάζει αν αρέσεις η όχι τίποτε
Απερίσπαστος νέμεσαι την αντιδημοτικότητα
έτσι· με γενναιοδωρία· σαν να διαθέτεις
νομισματοκοπείο και να το κλείνεις
ν' απολύεις όλο το προσωπικό
να κρατάς μια φτώχεια που δεν την έχει άλλος κανείς
εντελώς δική σου.
Την ώρα που μες στα γραφεία τους απεγνωσμένα
κρεμασμένοι απ' τα τηλέφωνά τους
παλεύουν για 'να τίποτα οι χοντράνθρωποι
ανεβαίνεις εσύ μέσα στον Έρωτα
καταμουντζουρωμένος αλλ' ευκίνητος
σαν καπνοδοχοκαθαριστής
κατεβαίνεις απ' τον Έρωτα έτοιμος να ιδρύσεις
μια δική σου λευκή παραλία
χωρίς λεφτά
γδύνεσαι όπως γδύνονται όσοι νογούν τ' αστέρια
και μ' οργιές μεγάλες ανοίγεσαι να κλάψεις ελεύθερα...
Είναι διγαμία ν' αγαπάς και να ονειρεύεσαι.
Η Μαρία Νεφέλη λέει:
Όσο υπάρχουνε Αχαιοί θα υπάρχει μία ωραία Ελένη
και ας είναι αλλού το χέρι αλλού ο λαιμός
Κάθε καιρός κι ο Τρωικός του πόλεμος.
Μακριά μέσα στ' απώτατα βάθη του Αμνού
ο πόλεμος συνεχίζεται.
Και ο Αντιφωνητής:
άλλοι με τις κοινωνικές τους θεωρίες
πολλοί κραδαίνοντας απλώς λουλούδια
Κάθε καιρός κι η Ελένη του.
Από τον στοχασμό σου πήζει ο ήλιος μες στο ρόδι κι ευφραίνεται.


Η Μαρία Νεφέλη λέει:

Αλλού είναι ο θάνατος.
Κεραυνός οιακίζει.
Εσείς άνθρωποι θα χαθείτε
το χτένι μες στο χέρι σας θ' ακινητήσει ένα πρωί στον αέρα
κι ο καθρέφτης θα δείξει την υποδόρια υφή
των ιστών όπου ο χρόνος
όπως έντομο σε απελπισία παγιδεύτηκε.
Αλλού είναι ο θάνατος.
Μη μ' αφήνετε να τρέξω γιατί θα χαθώ.
Δεν μου δόθηκε η χάρη να κλάψω αλλά φοβάμαι.
Δεν έχω συγγενείς
απ' όλη μου τη ζωή
προσπάθησα να φτιάξω μια πετρώδη νεότητα.
Γέμισα τον έρωτα σταυρούς.
Η Λύπη ομορφαίνει
επειδή της μοιάζουμε.


Και ο Αντιφωνητής:

και γαλάζια στον ύπνο των νηπίων·
Ίρις Μαρία Νεφέλη
με το νυχτικό στον άνεμο
ιπταμένη και αποκοιμισμένη
σαν σε πίνακα της Leonora Finni
χρυσαλλίδα του ύπνου μου.
Tra un fioro colto e l' altro donato
l' imesprimibile nulla.
Είσαι ωραία σαν φυσικό φαινόμενο
σ' ό,τι μέσα σου οδηγεί στο χέλι και στον αγριόγατο·
είσαι η νεροποντή μέσα στις πολυκατοικίες
η θεόπεμπτη διακοπή του ρεύματος·
η αστρολογία θα προσέξει το κρεβάτι σου
και θα στηρίξει τα προγνωστικά της στην απελπισία σου·
είσαι ωραία σαν απελπισία
σαν τη ζωγραφική που απεχθάνονται οι αστοί
και θα την αγοράσουν μεθαύριο με δισεκατομμύρια
Ίρις Μαρία Νεφέλη
με τη γοητεία του πισινού σου όταν
καθίζει ξάφνου ανύποπτα πάνω σ' ένα ξυράφι.
Ο τρομοκράτης
είναι ο άξεστος των θαυμάτων.


Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα
κι είναι στη μυρωδιά της μέσα που το ψάρι αστράφτει
μάταια μην ψάχνεις
Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη
πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα.
Υπερούσιος πας ενώ πάνω από το κεφάλι σου
απλώνεται ο βυθός με τα χρωματιστά του βότσαλα σαν άστρα.
Ω μουσική ω Κυριακή συννεφιασμένη
Και ο Αντιφωνητής:
εωσότου η μαύρη θάλασσα φανεί
κι επάνω της ανάψουν σαν βεγγαλικά τα τρία μου άστρα!
Όλα μία σταγόνα
ομορφιάς τρεμάμενη στα τσίνορα·
μία λύπη διάφανη σαν Άθως κρεμάμενος από τον ουρανό
με απέραντη ορατότητα
όπου τα πάντα γίνονται ξεγίνονται
γονατίζει ο Χάρος και ξανασηκώνεται πιο δυνατός
και πάλι πέφτει ανίσχυρος βυθίζεται στα βάραθρα.
Μόνη της η σταγόνα σθεναρή πάνω απ' τα βάραθρα.
Στο χωριό της γλώσσας μου τη Λύπη τηνε λένε Λάμπουσα.

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Αποφθέγματα μεγάλων ποιητών



Και σήμερα δεν είσαι εδώ.
Και σήμερα χωρίς το άλλο μισό του κόσμου η μέρα κύλισε.

~Οδυσσέας Ελύτης~



Παντού την είδα.
Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο κενό.
Ν’ ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου.
Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα.
Είναι χλωμή κι ωραία.
Μα αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου.
Σαν να γίνεται κάτι άλλου - που μόνο αυτή τ’ ακούει, και τρομάζει. 

Κρατάει το χέρι σου σφιχτά,δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί.
Δεν την έπιασα ποτέ και δεν της πήρα τίποτα.

~Οδυσσέας Ελύτης~



Τότε χτύπησαν την πόρτα.
Εγώ,αφελής όπως πάντα, πήγα κι άνοιξα.
Κι έτσι μια καινούρια θλίψη μπήκε στον κόσμο.

~Τάσος Λειβαδίτης~



Είπα θα φύγω.
Τώρα.
Με ό,τι να 'ναι.
Θα πάω να βρω ποιος είμαι.
Τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο.

~Οδυσσέας Ελύτης~



Φύσα Νοτιά μου κι άδικα λυπήθηκα.
Σ' άλλους καιρούς μπορεί και ν' αγαπήθηκα.

~Οδυσσέας Ελύτης~



Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια
καρδιά. Θυμάσαι;

~Τάσος Λειβαδίτης~



Τι βιαστικός.
Λες και χωρίς πανσέληνο αύριο δε θα 'βλεπες να εκλείψω.

~Κική Δημουλά~



Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας.
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει.
Αν στην προβλήτα μάς περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε.
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι.
Τι απερισκεψία κι αυτή! Πάντα τους ληστές τούς περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε τις καταιγίδες.
Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση.
Πόσος χαμένος χρόνος, αλήθεια!
Aν… Αν…
Αν ήταν όλα αλλιώς! Μα τότε, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;

~Αλκυόνη Παπαδάκη~



Μέσα στον ύπνο μας κοιμούνται τα πιο ωραία ταξίδια.
Κι εγώ δεν έχω αλλο όπλο απ' το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες
και να τις πιστεύω.

~Tάσος Λειβαδίτης~

   

Κι ἂν σκέφτομαι, εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.

~Μανώλης Αναγνωστάκης~



Είμαι λίγο θυμωμένη όπως αντιλαμβάνεσαι.
Μ' εμένα.
Διότι θα έπρεπε να έχω ωριμάσει.
Να μην απορώ με τίποτα.

~Κική Δημουλά~



Κάποτε πρέπει να αλλάξω , αρκεί να ορίσω αυτό το κάποτε.

~Τάσος Λειβαδίτης~



Πέρασαν μήνες.
Κι είναι στιγμές που ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπο της.
Πασχίζω να θυμηθώ.
Τίποτα.
Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά μου είναι κάτι περισσότερο κι απ'την ανάμνηση της.
Που είναι αυτή ολόκληρη μέσα μου.

~Τάσος Λειβαδίτης~



Με πόνεσες μέχρι θανάτου και σ΄ευχαριστώ.
Για να πoνέσω τόσο φρικτά, φαντάσου πόσα μου χάρισες.

~Μάρω Βαμβουνάκη~



Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
Κι ούτε που θα σε ξαναδώ.

~Κατερίνα Γώγου~



Τι να θυμηθώ.
Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.

~Οδυσσέας Ελύτης~



Αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους.
Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα,γιατί δεν μαθαίνονται όλα..
Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν.

Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

~Οδυσσέας Ελύτης~



Όλα δείχναν πως είχε τελειώσει η αγάπη μας.
Κι όμως δε θέλαμε να το πιστέψουμε.

~Τάσος Λειβαδίτης~



Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς.
Μα δε σκοτώνω άστρα.

~Κική Δημουλά~



Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος.
Μπορεί όμως τα πιο ωραία μας ταξίδια δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη.
Σε περιμένω.
Έλα.
Θα μετρήσω ως το δέκα.

~Χρήστος Μπουλώτης~



Σ' αγαπώ και τούτο έχει νόημα.

~Γιώργος Σεφέρης~



Μ' ακούς;
Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου.
Μην ξεχαστείς.
Τ' ακούς;
Να 'ρθείς.

~Νικηφόρος Βρεττάκος~



Μ΄ έβαλαν να ορκιστώ με το χέρι στην καρδιά.
Ορκίσου μου είπαν.
Και ορκίστηκα.
Είχα για τόσα πολλά να ορκιστώ.
Ορκίσου σ΄ όλα μου είπαν.
Είπα κι έσκυψα,ορκίζομαι σ΄ όλα.
Και γονάτισα.

~Μενέλαος Λουντέμης~



Αφού έζησα όλο το μαρτύριο της ελπίδας.
Έφτασα στο πιο απάνθρωπο έγκλημα.
Να πιστέψω στους ανθρώπους.

~Τάσος Λειβαδίτης~



Θέλω να ξέρεις μόνο πως είμαι εδώ.
Ότι και να γίνει.
Όπως και να είσαι.
Ότι κι αν συμβεί. Ωραία;
Προς το παρόν, αγάπα με.
Το έχω ανάγκη.

~Αλκυόνη Παπαδάκη~



Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει- ακούς;
ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει- ακούς;
Είμ' εγώ πού φωνάζω κι είμ' εγώ πού κλαίω, μ' ακούς;
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς;

~Οδυσσέας Ελύτης
~
 
      



Σχεδόν τίποτα. Σχεδόν καλά. Σχεδόν μαζί. Σχεδόν οριστικά. Σχεδόν ανέπαφα. 
Σχεδόν επιφανειακά. Σχεδόν μηχανικά. Σχεδόν αθώος. Σχεδόν μετανιωμένος.
Σχεδόν αποφασισμένος. Σχεδόν ηλίθιος.

Σ’ αυτή τη λέξη, την πονηρή, ναυάγησε ολόκληρη η ζωή σου!
Τι κρίμα! Κι ήταν, σχεδόν, δυο βήματα η στεριά!

~Αλκυόνη Παπαδάκη~


Θυμάσαι ένα χειμωνιάτικο πρωινό, που ήρθα και σε ξύπνησα χωρίς να με περιμένεις;

Σε πήρα από το χέρι και περπατήσαμε στους δρόμους, μέσα στο κρύο και στη βροχή.

Δεν κάναμε τίποτα σπουδαίο. Δεν λύσαμε κανένα πρόβλημα του κόσμου.

Κρατιόμαστε χέρι-χέρι, λέγαμε ό,τι μας ερχόταν στο κεφάλι και γελούσαμε.

Δε σου είπα πόσο είχα ανάγκη εκείνη την ημέρα να σε δω.
Πως δεν άντεχα να κουβαλήσω ως το βράδυ την ψυχή μου.
Δε σου είπα πόσο μου είχες λείψει.

~Αλκυόνη Παπαδάκη~