"Να προσέχεις", μου 'λεγε ένας φίλος μου. "Να προσέχεις γιατί δίνεσαι ολόψυχα στους ανθρώπους. Το θεωρείς υποχρέωση και καθήκον απέναντι στην ανθρώπινη ψυχή. Ταυτίζεσαι μαζί τους, ενστερνίζεσαι το πρόβλημά τους. Αλλά αναρωτήσου, πόσοι από αυτούς που τους έδωσες και το τελευταίο κομματάκι ψυχής που σου 'χει απομείνει θα έκαναν το ίδιο και για σένα;" Πόσο δίκιο είχε τελικά. Οι άνθρωποι ερμηνεύουν την καλοσύνη και την ευαισθησία σου σαν αδυναμία, την οικειοποιούνται και σε ανύποπτο χρόνο ορμούν πάνω σου να σε κατασπαράξουν σαν λυσσασμένοι γύπες. Φωνάζουν, ωρύονται... "Έχουμε μπουχτίσει από ψεύτικους ανθρώπους", λένε για να θολώσουν τα νερά παραλείποντας το γεγονός ότι έχουν κάνει την εκμετάλλευση δεύτερή τους φύση. Ω ναι! Υπάρχουν και τέτοιου είδους άνθρωποι! Αυτοί που κατηγορούν τους γύρω τους ώστε να κερδίσουν την προσοχή σου, να απομυζήσουν όσο περισσότερη ενέργεια διαθέτεις κι όταν πια στερέψεις σε πετάνε σαν στυμμένη λεμονόκουπα.
Εντούτοις, δεν φταίνε οι άνθρωποι που μας απογοητεύουν. Φταίμε εμείς που τους δίνουμε περισσότερη αξία απ' ὀση μπορούν τελικά να αντέξουν. Κι αυτό γιατί έχουν μάθει να ζουν με τους ψεύτικους ανθρώπους. Γιατί έτσι μειώνονται τα "καθήκοντά" τους αφού δεν υπάρχουν προσδοκίες μεταξύ τους ή οποιουδήποτε είδους απαιτήσεις. Μερικές φορές αναρωτιέμαι τί ψυχή και χαρακτήρα πρέπει να διαθέτει κάποιος για να επιβιώσει στις μέρες μας. Θαρρώ τούτος ο κόσμος ο σκληρός έχει φτιαχτεί μόνο για ανθρώπους με μπρατσωμένες ψυχές...
-Ίδιοι δρόμοι. Ίδιες διαδρομές. Πάντα. Οι καταστάσεις ποτέ δεν αλλάζουν, οι συνθήκες είναι πάντοτε οι ίδιες. Ποτέ ευνοϊκότερες.
-Και οι άνθρωποι;
-Ούτε κι αυτοί αλλάζουν. Εκείνο που αλλάζει είναι η οπτική τους γωνία. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται και αντιμετωπίζουν τον ίδιο τύπο ανθρώπων που εξακολουθούν να τους προσεγγίζουν. Άνθρωποι που έχουν μάθει να πηγαινοέρχονται άσκοπα στις ζωές μας δίχως οι ίδιοι να ξέρουν το γιατί. Ίσως επειδή οι ζωές τους είναι τόσο μονότονες, τόσο μονόχνωτες και προσπαθούν να απομυζούν ενέργεια ή λιγοστές στιγμές ευτυχίας από ανθρώπους που σφύζουν από ζωή, από ανθρώπους έτοιμους να δοθούν ολοκληρωτικά σε ένα ασίγαστο πάθος.
-Τους οικτίρω...
-Κι εγώ, καρδιά μου, μα δεν κάνει.
-Τέτοιοι άνθρωποι θα 'ναι πάντα δυστυχισμένοι...Θα αναζητούν το νόημα της ζωής σε ξεχαρβαλωμένα συναισθήματα, σε πολυχρησιμοποιημένα σώματα, σε καλά προβαρισμένες ηδονές. Θα αισθάνονται την πληρότητα μόνο όσο κρατάει μια σεξουαλική επαφή. Και μετά; Ξανά στην αναζήτηση για το επόμενο άτομο που θα τους κάνει να ξεχαστούν απ' τη μιζέρια της ζωής τους.
-Καλά τα λες. 'Εχουν μάθει να καραδοκούν πίσω από σκοτεινά σοκάκια παρατηρώντας και - προσεκτικά - διαλέγοντας το επόμενο τους θύμα. Σαν τις αράχνες, έτσι κι αυτοί, θαμπώνουν το θύμα με τον αστραφτερό τους ιστό κι όταν αυτό πιαστεί στα δίκτυα τους, το καταβροχθίζουν αργά και βασανιστικά.
-Αυτό είναι άδικο...
-Και ποιός είπε ότι η ζωή είναι δίκαιη, μάτια μου; Η ζωή έχει μάθει να γονατίζει τους δυνατούς, εκείνους που δεν τα βάζουν κάτω. Οι αδύνατοι είναι ήδη γονατισμένοι. Καθένας από μας κρύβει μέσα του μια ατέρμονη επιμονή, μια απαράμιλλη δύναμη που αποτελεί εφαλτήριο για τον δρόμο της επιβίωσης. Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, Ποσειδώνες και λογής λογής εμπόδια θα βρεις μπροστά σου, όποιον δρόμο κι αν διαλέξεις. Η Ιθάκη, όμως, μια είναι. Έχε τον νου σου στην Ιθάκη. Γιατί «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι. Χωρίς αυτήν δεν θά 'βγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια. Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν...»
Το μεγαλείο του έρωτα βρίσκεται στην προσφορά. Όχι σ’ αυτό που παίρνεις.
Αποστρέφομαι τους ανθρώπους που δεν αμφιβάλλουν.
Α, τι δύσκολη η ηθική, που τόσο εύκολα την απαιτούμε!
Τι άλλο είναι ο έρωτας, λογουχάρη, από ένας βασανισμός του ενός για τον άλλο, του ενός από τον άλλο;
Η ζωή είναι κάτι τρομαχτικά σκληρό, που ο άνθρωπος θέλει σώνει και καλά να το κάνει ήπιο. Ε, δε γίνεται ήπιο!
Τι σχέση έχει με την αγάπη ο έρωτας; Η αγάπη είναι αυταπάρνηση, ο έρωτας εγωισμός.
Η ελευθερία προϋποθέτει τη σκληρότητα. Δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος όταν ενδίδω.
Η ομορφιά του έρωτα δε βρίσκεται στην αιωνιότητα, βρίσκεται στην προσωρινότητα!
Ο άνθρωπος έχει γεννηθεί για να ποθεί την ελευθερία μέσα σ’ ένα κόσμο που δεν την ανέχεται.
Λένε τον παράνομο έρωτα πρόστυχο. Ψέματα! Ο
νόμιμος έρωτας είναι ο πρόστυχος, γιατί έχασε αυτό το μυστηριακό, το
αμαρτωλό, το μαρτύριο που σε ξεσκίζει.
Μερικοί κατορθώνουν να ζουν με τη στιγμή. Είναι οι ευτυχέστεροι.
Ο έρωτας είναι ένα πάθος εγωιστικό, έχουν
άδικο να τον καλλωπίζουν. Θέλεις την ευτυχία του αγαπημένου προσώπου υπό
τον όρο πως θα του τη δώσεις εσύ κι όχι άλλος.
Φαίνεται πως η εντολή της ζωής είναι
τέτοια: να ιδρώσεις, να σκοντάψεις, να δακρύσεις, ώσπου, μέσα στην
απέραντη βουρκοθάλασσα, ν’ αγγίξεις κάποια στιγμή με τ’ ακροδάχτυλα το
σπάνιο διαμάντι της χαράς, που μόλις το βρεις το χάνεις, κι αρχίζεις
πάλι από την αρχή.
Η ομορφιά της ανθρώπινης μοίρας μπορεί και
να μη βρίσκεται μονάχα στην εκπλήρωση. Μπορεί να είναι και τ’
ασυλλόγιστο φτεροκόπημα του Ικάρου.
Ο Χριστιανισμός, που θεωρήθηκε θρησκεία των
αδυνάτων, είναι στην πραγματικότητα θρησκεία των απίθανα, των απάνθρωπα
δυνατών. Γι’ αυτό βρήκε τόσο λίγο έδαφος εφαρμογής είκοσι αιώνες τώρα.
Έχεις ποτέ σου προσέξει τι δίνει ζωντάνια, φωτοσκίαση, τρυφερότητα στη
μορφή του Χριστού; Η αδυναμία του στο όρος των Ελαιών, η στιγμή που
κινδυνεύει να φανεί κατώτερος από την αποστολή του. Να προδώσει το Θεό.
Δίχως αυτή τη στιγμή, ο Χριστός θα μπορούσε να είναι γιος του Θεού, δε
θα μπορούσε όμως να είναι γιος του Ανθρώπου.
Ό άνθρωπος θέλησε να ελευθερωθεί από το Θεό και υποδουλώθηκε στο Χρόνο. Αυτό είναι το δράμα του καιρού μας.
Είναι φοβεροί οι άνθρωποι που δεν έχουν
ποτέ αμαρτήσει, ή που νομίζουν πως ποτέ δεν αμάρτησαν. Ο ανεπίληπτος
είναι τέρας, έξω από το φυσικό νόμο. Εγώ αγαπώ τον αμαρτωλό.
Χμ! Αυτοί οι “καλοί άνθρωποι” που είναι
πρόθυμοι όλα να τα παινέψουν, όλα να τα συγχωρέσουν, όλα να τα ανεχθούν.
Κάνουν τη ζωή επίπεδη, χωρίς αξιολογικές διακυμάνσεις. Αν ίσχυε η
“καλοσύνη” τους, θα επιτρέπονταν όλα – με ποιο αποτέλεσμα; Να
επωφεληθούν φυσικά οι πονηροί. Να επιβραβευθούν οι φαύλοι.
Η αληθινή αγάπη δε συνίσταται στο να προσπαθούμε να διορθώσουμε τους
άλλους, αλλά στο να αισθανόμαστε χαρά που τα πράγματα είναι καλύτερα απ'
ό,τι περιμέναμε.
Ο κάθε άνθρωπος πάνω στη γη έχει ένα θησαυρό που τον περιμένει. Όταν έχουμε τους μεγάλους θησαυρούς μπροστά μας δεν το παίρνουμε είδηση.
Όταν κάποιος βαδίζει σταθερά στον προορισμό του, πολλές φορές αναγκάζεται να βγαίνει λίγο από την πορεία του.
Οτιδήποτε κάνει ο άνθρωπος μπορεί να τον φέρει πιο κοντά στην Υπέρτατη Σοφία, αρκεί να το κάνει με αγάπη στην καρδιά.
Μόνο οι δειλοί κρύβονται πίσω απ' τη σιωπή. Όποιος αγαπάει περιμένοντας ανταμοιβή χάνει τον καιρό του.
Είναι ανώφελο να μιλάς γι αγάπη, γιατί η αγάπη έχει τη δική της γλώσσα και μιλάει από μόνη της.
Η αναζήτηση της ευτυχίας είναι προσωπική και δεν υπάρχει πρότυπο για να το μεταφέρεις στους άλλους. Μια απειλή δεν μπορεί να προκαλέσει τίποτα αν δεν γίνει αποδεκτή. Ο δρόμος του προσκυνήματος είναι ο δρόμος των κοινών ανθρώπων.
Ο Θεός κρίνει το δέντρο από τους καρπούς, όχι από τις ρίζες.
Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και ο καθένας θα φτάσει στο Θεό μέσα από το δικό του μονοπάτι.
Οι σημαντικότερες εμπειρίες του ανθρώπου είναι αυτές που τον φέρνουν στα
άκρα. Μόνο έτσι μαθαίνουμε, γιατί αυτό απαιτεί όλο μας το θάρρος.
Η αγάπη δε θέτει πολλά ερωτήματα, γιατί αν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε, αρχίζουμε και να φοβόμαστε. Ίσως είναι ο φόβος να σε περιφρονήσουν, να μη γίνεις αποδεκτός, ο φόβος μήπως σπάσει η μαγεία. Μπορεί να φαίνεται γελοίο, αλλά έτσι είναι. Γι αυτό δεν κάνουμε ερωτήσεις αλλά ενεργούμε.
Το να διδάσκεις είναι να δείχνεις αυτό που είναι δυνατό. Το να μαθαίνεις είναι να το κάνεις δυνατό για τον εαυτό σου.
Η ζωή πάντα περιμένει τις κρίσιμες καταστάσεις για να δείξει τη λαμπερή της πλευρά.
Καμιά μέρα δεν είναι όμοια με την άλλη. Κάθε πρωί έχει το ξεχωριστό του
θαύμα, τη μαγική στιγμή του, όπου οι γέρικοι κόσμοι καταρρέουν και
ξεπροβάλλουν καινούριοι αστερισμοί!
Είμαστε υπεύθυνοι για το σύμπαν επειδή είμαστε το σύμπαν.
Το δεύτερο σύμπτωμα του θανάτου μας είναι οι βεβαιότητές μας.
Να είσαι σαν την πηγή που ξεχειλίζει και όχι σαν τη γούρνα που έχει πάντα το ίδιο νερό.
Δεν πρέπει να ξεχνάς πως και η επίθεση και η φυγή αποτελούν μέρος της
μάχης. Αυτό που δε βοηθάει είναι το να στέκεις παραλυμένος από το φόβο.
Η ευλογία που δεν είναι καλοδεχούμενη μετατρέπεται σε κατάρα.
Ένας εχθρός αντιπροσωπεύει πάντα την αδύναμη πλευρά μας, που μπορεί να
είναι ο φόβος του φυσικού πόνου αλλά και η πρόωρη αίσθηση της νίκης ή η
επιθυμία να εγκαταλείψουμε τη μάχη, λέγοντας πως δεν αξίζει τον κόπο.
Θάρρος. Ξεκινώντας το ταξίδι με αυτή τη λέξη και συνεχίζοντας με πίστη στο Θεό, θα φτάσεις εκεί όπου έχεις ανάγκη να φτάσεις.
Για να βαδίσεις στο μονοπάτι της σοφίας πρέπει να μη φοβάσαι να κάνεις λάθη.
Όσοι ποτέ δεν διακινδύνευσαν τίποτα είναι άσοι στο να διακρίνουν την ήττα των άλλων.
Ο πολεμιστής του φωτός επιμένει στη θέληση του, αλλά ξέρει να περιμένει την καλύτερη στιγμή.
''Κι αγάπησα με πάθος καθετί που δεν ήταν γραφτό να ζήσω.
Κι έζησα όλη τη ζωή μου σε ένα όνειρο και την αθανασία σε μερικά κονιάκ'' ( Το πουλί με τις
αλήθειες)
''Ποιός ξέρει τι θα συμβεί αύριο, ή ποιός έμαθε ποτέ τι
συνέβη χτες,
τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
σε
όνειρα... Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως
μας αποδοθούν
στον παράδεισο- συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου
σκόρπισα τους στεναγμούς
της νιότης μου, ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά
να πάει που;
κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να
γνωρίσει ο
ένας τον άλλον. Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντας
τους μόνο έναν κόσμο,
κι όταν θα πεθάνω θα 'θελα να με θάψουν σ'ένα σωρό από
φύλλα
ημερολογίου για να πάρω και το χρόνο μαζί μου. (Φύλλα
Ημερολογίου)
''... Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο
ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματαπου τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου.
Κι αν έχασα την ζωή
μου, την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί,
ένα χτες ή ένα άυριο, όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα
άρωμα βιολέτας...
Κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν
πρόφτασαν ν'
αγαπήσουν. (Άνεμος Νοεμβρίου)
''...Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός
ονείρου
μέσα σ'ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να
σκόρπιζε γιασεμιά, φωτιζόταν για λίγο η νύχτα.
Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ, αλλά θα πεθαίνω κάθε
μέρα.'' (Ο πρώτος στίχος)
'' ...Θυμάσαι
πουψάχναμε απεγνωσμένα να βρούμε τον
Θεό ή
ονειρευόμαστε ν'αγγίξουμε το μυστήριο ενός κοριτσίστικου
απογεύματος,
κι ύστερα τα πένθη, οι θλιβερές επέτειοι, ένα χρώμα
σταχτί στον
ουρανό...'' (Νύχτες αϋπνίας)
'' ...Για αυτό σας λέω μη ζητάμε περισσότερα κι αργότερα,
άντρας πια,
καθόμουν πίσω απ' τα τζάμια και κοίταζα τα φώτα της
πόλης. έτσι γνώρισα το αναπότρεπτο των χωρισμών- τι
θ'απομείνει
λοιπόν, τι θ'απομείνει από τόσες προσδοκίες, τόσους
στεναγμούς;
ένα όνομα και δυο χρονολογίες χαραγμένες στην πέτρα που ο
καιρός
θα τις σβήνει σιγά σιγά...'' (Νυχτερινή ευωδία)
''...γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ' τα παράθυρα
δυνάμωνεη
βροχή, κι ύστερα πιασμένοι απ' το χέρι περάσαμε τη
γέφυρα, με τα μαλλιά
σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα -
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που
δίναμετη
ζωή μας μ' εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ' άρρωστα
παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροϊδεύουν - και γεμίζουν τα τετράδια
τους με
ποιήματα για να μη χαθούν.
Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυάγιο...'' (Ώρα
του λυκόφωτος)
''Καμιά φορά σκέφτομαι: τι θα 'κανα αλήθεια αν ξανάρχιζα
τη ζωή
μου; Πάλι εδώ θα' φτανα, στην άκρη του κόσμου...
Ω Κύριε των μακρινών σταθμών που τους
διαβαίνουμε κάποτε μες στο όνειρο...
Ενώ ένας πλανόδιος οργανοπαίχτης στο δρόμο με μια λυπημένη μουσική
θα δωροδοκεί το δειλινό ν'αργοπορεί...
Κι ίσως θα πρέπει να χαθείς ολότελα για να μάθεις κάποτε
ποιος
είσαι...'' (Η ερώτηση)
''Κι άλλοτε ο πόνος μου γινόταν αφόρητος όταν σκεφτόμουν
πως
κάποτε θα με ξεχάσουν (οι δικοί μου είχαν όλοι φύγει σιγά
σιγά)
μια μέρα έφερα μια γυναίκα στο σπίτι, την έγδυσα και την
έβαλα
να πει σιγανά το όνομά μου
έτσι γνώρισα όλες τις αμαρτίες...'' (Μικρή αυτοβιογραφία)
'' Μια νύχτα του καλοκαιριού, παιδί ακόμα, βγήκα απ'το
σπίτι και
''...οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε
ανθρώπους
ξένους... κι η παιδικότητα: ένα ουράνιο σχόλιο στο
αίνιγμα να υπάρχουμε.
Κι όταν κάποτε θα φύγω δε θα πάρω μαζί μου παρά λίγο
βιολετί απ'
το δειλινό κι έν'άστρο από κάποιο παραμύθι.'' (Η
αναχώρηση)
'' Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις
αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα
με μάτια ξένα –
αλλά κι εγώ ποιος ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η
ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω. Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό,
είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.'' (Δειλινό)
'' Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’
έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια
μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ’ ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ’
ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ως τη λαιμητόμο ή έστω ως το παράθυρο μιας
γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα
φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται
ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι
ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ’ έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ’ την πόρτα
ένα τσεκούρι. Aλλά οι
καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω
ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της
αιχμαλωσίας.'' (Αιχμαλωσία)
'' Κι αργότερα, όταν με τόσες ελπίδες εγκατασταθήκαμε στο
καινούργιο
σπίτι κι αλλάξαμε θέσεις στα έπιπλα
είδαμε πως δεν κρύβεται το παλιό μεγάλο σφάλμα μας και
πως τα
πράγματα έχουν μια δική τους μοναξιά
και μια δική τους δικαιοσύνη. Ανοίξαμε τότε το παράθυρο
κι είδαμε τους γερανούς να
περνούν.
Αλλά πoιο ήταν
το σφάλμα μας; Ποτέ δε μάθαμε. Και μόνο καμιά φορά
μέσα σ' έναν εφιάλτη βρίσκουμε κάποια απάντηση
αλλά δε θέλουμε να την πιστέψουμε.
Προς τι λοιπόν τόσα όνειρα αφού όλα θα τελειώσουν κάποτε
και κανείς δεν ξέρει ποια θα 'ναι η κρίσιμη ώρα --
πράγματα που τ' ανακαλύπτεις όταν είναι πια αργά (πάντα
ήταν αργά)
κι η ευωδιά ενός μαραμένου ρόδου είναι πιο τρομερή κι από
'να φάντασμα.
Κάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια.'' (Οι γερανοί)
'' Από κάποιο παράθυρο ακούγονται οι βαριές λέξεις ενός
ζευγαριού που είχε κάποτε αγαπηθεί με πάθος. Όλα τελειώνουν και μόνο το φθινόπωρο παραμένει αιώνια νέο
σαν τα πιο λυπημένα ποιήματα. Είμαι μόνος. Η εξοχή ευωδιάζει. Ακούγεται το τραίνο που
έρχεται κι ακουμπάω το κεφάλι μου στις ράγες. Κάποτε θα ξανασυναντηθούμε.'' (Της εξοχής)
''Όταν μας έδιωξαν απ’ τον Παράδεισο η Μαρία έκλαιγε. Την
πήγα τότε στο αντικρινό ξενοδοχείο γιατί έπρεπε να
συνεχίσουμε
τη ζωή. Όταν βγήκαμε βράδιαζε. Η Μαρία χάιδεψε την κοιλιά
της. «Υπάρχει κι η ελπίδα» είπε.
Η ελπίδα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιο τον κόσμο.'' (Η
ελπίδα)
''Μια νύχτα καθώς κοιταζόμουν στον καθρέφτη τρόμαξα,
"κι αν δω μέσα τον άλλον;" σκέφτηκα, γιατί είναι αλήθεια πως υπήρχε
μια συγκεχυμένη ιστορία γύρω απ' το άτομό μου, λέγαν πολλά, τι να
πρωτοπιστέψεις; Και συχνά ισχυρίζονταν ότι παραμιλάω ενώ απλώς κουβέντιαζα μ'
αυτόν που κρύβεται μες στις σκιές.
Τέλος τα χρόνια πέρασαν, εγώ χάθηκα σε δύσκολους δρόμους,
κοιμήθηκα σε βρώμικα δωμάτια και το πρωί άπλωσα τα σεντόνια στο παράθυρο σε μια
παράδοση άνευ όρων. Και θυμάμαι παιδί που εκμυστηρευόμουν τα βράδια στη μητέρα
πως στο σχολειό, στο ίδιο θρανίο, καθόμουν μ' έναν άγγελο."
''Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα
σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε
σ’ ένα αβέβαιο όνειρο.'' (Εκμυστηρεύσεις)
''Είμαστε αιχμάλωτοι μιας αλήθειας που χάθηκε κάπου εκεί
στα
παιδικά μας χρόνια και ζήσαμε το απέραντο σε μικρές
σκοτεινές κάμαρες και το τίποτα στις μεγάλες σελίδες της Ιστορίας...'' (Η τελευταία παρτίδα)
‘‘Και ποιόν να επικαλεστείς, μια τέτοια
ώρα... Ποιός να σ' ακούσει. Όταν έχει τόσο βάθος η χαράδρα... Κι εσύ
κατρακυλάς... Κατρακυλάς... Κι αν, έστω, σε κάποιον φτάσει η ηχώ της
κραυγής σου, από ποιό μονοπάτι να κατέβει, για να σου δώσει το χέρι. Να
σου πετάξει ένα σκοινί. Πολλοί θα μαζευτούν στην άκρη του γκρεμού και θα σχολιάζουν ή θα συσκέπτονται για τη σωτηρία σου. Ίσως, οι πιο πονετικοί, μπορεί και να κλάψουν για την τύχη σου. Πάντως, η συμπαράσταση και η συμπόνοια, κατά κανόνα, έχουν όρια. Να ματώσει λίγο τα γόνατά του ο άλλος, προκειμένου να προσπαθήσει να σε πλησιάσει, ναι! Να γρατσουνίσει τα χέρια του, εντάξει! Αλλά, ως εκεί, ρε φίλε. Στο κάτω - κάτω, ας πρόσεχες. Τώρα... Υπάρχουν και κάποιοι, βέβαια, που δεν τα 'χουν καλά ούτε με
τους κανόνες ούτε με τα όρια. Αν τύχει ένας τέτοιος, θα την κάνει τη
βουτιά στον γκρεμό, για να 'ρθει κοντά σου.Μπορεί να μην έχει τα μέσα να σε τραβήξει. Αλλά θα καθίσει εκεί, δίπλα
σου, να σου κάνει συντροφιά. Να σου λέει παραμύθια. Να σου μαζεύει
αγριολούλουδα.’’
‘‘Πώς γίνεται, σ’αυτόν τον ‘‘ψεύτη κόσμο”, άνθρωποι που
αγάπησες, που τους κράτησες και σου κράτησαν το χέρι έστω και λίγο, που
ορκιζόσουνα τότε – και το πίστευες – πως θα υπάρχουν πάντα στο κάδρο της
ζωής σου…Πώς γίνεται να χάνονται… Να μένουν μόνο σαν κιτρινισμένες φωτογραφίες στο αλμπουμ της ψυχης
σου. Το ποδοβολητό της μοίρας; Η σκόνη του χρόνου; Οι φουρτούνες; Οι
καταιγίδες; Η βιάση να προλάβεις εκείνο που δεν έρχεται ποτέ; Πώς
γίνεται… Και φεύγουν οι μέρες, κυλά η ζωή και μένει μόνο η μυρωδιά απο το άγγιγμά τους να σ΄ακολουθεί. Και μια νοσταλγία, που σε πληγώνει γλυκά,
κάτι δειλινά, που ο ήλιος βάφει τη θάλασσα τριανταφυλλί. Ή κάτι νύχτες
του καλοκαιριού, που δεν σ΄αφήνει ν΄αποκοιμηθείς το αρωμα της βιολέτας.’’
‘‘Έχεις σκεφτεί, έχεις αναλύσει τι είναι αυτό που μας
συμβαίνει; Γιατί νιώθουμε τόσο έντονα την ανάγκη ο ένας του άλλου; Έχεις προσέξει ποτέ ένα ζευγάρι γλάρων, όταν πετούν
ανέμελα στον ουρανό; Πετούν αργά-αργά, πλησιάζει ο ένας στη φτερούγα του άλλου,
αγγίζονται, κάνουν λίγο να απομακρυνθούν και πάλι ο ένας ξανάρχεται πλάι στον
άλλον και ακουμπάνε τις φτερούγες τους. Πετούν ανέμελα... Νωχελικά...
Σίγουρα... Σα να 'ναι δικός τους ο ουρανός. Και είναι δικός τους ο ουρανός.
Αμφιβάλλεις; Κι εμάς είναι δικός μας ο ουρανός...Δύο ψυχές, η μία με βαριές αποσκευές από το παρελθόν και η
άλλη με δανεικές στολές και ψεύτικα παράσημα, συναντώνται για να βαδίσουν μαζί
σ' ένα άγνωρο μονοπάτι, σ' ένα γύρισμα της ζωής.’’
‘‘Ήθελα να ’ξερα γιατί οι άνθρωποι θέλουν να σε ξενερώσουν όταν βλέπουν πως είσαι ευτυχισμένος. Και γίνονται ξαφνικά προφήτες, συμβουλάτορες, προφεσόροι... Για το καλό σου, θα μου πεις. Για να σε προστατέψουν. Μπορεί. Αλλά εγώ δεν θέλω. Επιθυμώ να ζήσω αυτό που ζω χωρίς να βάζω συρματοπλέγματα στην καρδιά μου. Έχω δώσει παραγγελιά και χορεύω. Έχω πληρώσει τα όργανα με το παραπάνω. Σε κανέναν δεν πέφτει λόγος. Μακάρι να ήταν έτσι. Μακάρι να έπαιζαν τα όργανα την παραγγελιά και να περίμεναν ώσπου να τελειώσει ο χορός. Αλλά πού... Μακάρι οι συμβουλάτορες και οι προφήτες να μην έπαιρναν χαμπάρι πότε χάλασε η γιορτή. Να μην έσπευδαν όσοι σπεύδουν μ’ εκείνο το υφάκι το καλού Σαμαρείτη - Αχ μωρέ! Και σου τα ’λεγα εγώ - να σε βοηθήσουν να μαζέψεις τα σπασμένα σου. Να σου σκουπίσουν τα αίματα από τα πόδια σου. Τι το ’θελες κι εσύ... Τι το ’θελες να χορεύεις ξυπόλυτος πάνω στα γυαλιά;’’
‘‘Θεός φυλάξοι απ΄αυτές τις συμπεριφορές που προσφέρονται σε συσκευασία αποστειρωμένης γάζας. Κολλάνε πάνω στην πληγή και πονάνε.. Πονάνε πολύ... Αμ αυτός ο πληθυντικός πια. Στα πολύ αγαπημένα και οικεία πρόσωπα; Δείγμα, τάχα μου, καλής ανατροφής... Ένας είναι αυτός που αγαπάς και απευθύνεσαι άμεσα σ' αυτόν. Ένας και μοναδικός. Δεν είναι ομάδα. Δεν φοράει γάντια η αγάπη.’’