Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απολογισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απολογισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Ζήτω ο Εγωισμός





"Τις νύχτες μπαίνεις στα όνειρά μου λες κι ήρθες σε δικό σου κήπο"... Καλά τα λέει η Χαρούλα, μία από τις ενδοξότερες φωνές του ελληνικού πενταγράμμου... Ανάβω ακόμη ένα τσιγάρο. Το τρίτο για σήμερα! Μεγάλη πρόοδος, δεν μπορείς να πεις! Θαρρώ έτσι πάει... Πρώτα ελαττώνεις το τσιγάρο, μετά το ποτό... Τέλος, ελαττώνεις τις "κακιές" σκέψεις. Ξέρεις, αυτές που τρυπώνουν στο μυαλό και σου "τρυπώνουν" την καρδιά. Πολύ κλισέ ατάκα βρε αδελφάκι. Κι όμως...

Αναρωτιέμαι πότε άρχισαν όλα να γίνονται τόσο δύσκολα. Αναρωτιέμαι σε ποιά δεκαετία σταμάτησαν οι άνθρωποι να παλεύουν, γι' αυτά που ποθούν, να διεκδικούν αυτά που θέλουν, που τελοσπάντων γουστάρουν. Είμαστε η γενιά που τα θέλει όλα έτοιμα. Ένα έτοιμο σπίτι, ένα έτοιμο πιάτο φαί, μια έτοιμη δουλειά, μια έτοιμη σχέση χωρίς πρώτα να χρειαστεί να κοπιάσουμε για να τ' αποκτήσουμε. Ζούμε με την ψευδαίσθηση πως η ζωή μας θα ήταν καλύτερη αν ο δρόμος προς την κατάκτηση του επιθυμητού ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Ή μάλλον, ζούμε με την ψευδαίσθηση πως η ζωή μας θα ήταν καλύτερη αν το επιθυμητό μας το έδιναν έτοιμο στο πιάτο.

Έχουμε χάσει την μπάλα γιατί δεν λέμε να συνειδητοποιήσουμε ότι το κενό που νιώθουμε μέσα μας οφείλεται αποκλειστικά στην έλλειψη κινήτρων. Έχουμε τα πάντα, οι γονείς μάς μας τα παρείχαν απλόχερα άρα για τί να παλέψουμε; Ποιός ο λόγος; Ποιά τα κίνητρα; 

Έχουμε βολευτεί στην μοναξιά γιατί θέλει κόπο να κυνηγήσεις αυτόν που αγαπάς. Θέλει κόπο να τον αποκτήσεις. Κι όταν τελικά τον αποκτήσεις, θέλει κόπο και συμβιβασμούς για να τον κρατήσεις. Κι εμείς δεν έχουμε μάθει να κοπιάζουμε, πόσο μάλλον να συμβιβαζόμαστε!!

Έτσι, μας αρκεί να τον βλέπουμε στα όνειρά μας. Και παριστάνουμε πως τάχα δεν ενοχλούμαστε αν τον δούμε σε κάποιο ήρεμο cafe να περνά καλά με την συντροφιά μιας άλλης. Δεν θα δείξουμε ενόχληση, κάθε άλλο! Θα το παίξουμε και καλά δήθεν. Κι ύστερα, όταν νυχτώσει πια, θα βγάλουμε το πολυφορεμένο χαμόγελό μας και θα ποτίσουμε με δάκρυα το μαξιλάρι μας. Γιατί έτσι έχουμε μάθει. Να τιμούμε τον παραχαϊδεμένο εγωισμό μας, τρομάρα μας. 

Ίσως, πάλι, να μην έχουμε μάθει σ'αυτό το μοτίβο. Ίσως η τόση ψευτιά και παγαμποντιά του κόσμου να μας ανάγκασε να γίνουμε αυτό που είμαστε τώρα. Δεν έχει σημασία. Στο τέλος της ημέρας, κανείς από μάς δεν κοιτιέται στον καθρέφτη. Κανείς από μάς δεν κάνει την αυτοκριτική του. Υπομένουμε καρτερικά να ανατείλει η επόμενη μέρα για να σκορπίσουμε στο διάβα μας ακόμα λίγο εγωισμό...

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

Ἀτιτλο...



"Να προσέχεις", μου 'λεγε ένας φίλος μου. "Να προσέχεις γιατί δίνεσαι ολόψυχα στους ανθρώπους. Το θεωρείς υποχρέωση και καθήκον απέναντι στην ανθρώπινη ψυχή. Ταυτίζεσαι μαζί τους, ενστερνίζεσαι το πρόβλημά τους. Αλλά αναρωτήσου, πόσοι από αυτούς που τους έδωσες και το τελευταίο κομματάκι ψυχής που σου 'χει απομείνει θα έκαναν το ίδιο και για σένα;"

Πόσο δίκιο είχε τελικά. Οι άνθρωποι ερμηνεύουν την καλοσύνη και την ευαισθησία σου σαν αδυναμία, την οικειοποιούνται και σε ανύποπτο χρόνο ορμούν πάνω σου να σε κατασπαράξουν σαν λυσσασμένοι γύπες. Φωνάζουν, ωρύονται... "Έχουμε μπουχτίσει από ψεύτικους ανθρώπους", λένε για να θολώσουν τα νερά παραλείποντας το γεγονός ότι έχουν κάνει την εκμετάλλευση δεύτερή τους φύση. Ω ναι! Υπάρχουν και τέτοιου είδους άνθρωποι! Αυτοί που κατηγορούν τους γύρω τους ώστε να κερδίσουν την προσοχή σου, να απομυζήσουν όσο περισσότερη ενέργεια διαθέτεις κι όταν πια στερέψεις σε πετάνε σαν στυμμένη λεμονόκουπα. 

Εντούτοις, δεν φταίνε οι άνθρωποι που μας απογοητεύουν. Φταίμε εμείς που τους δίνουμε περισσότερη αξία απ' ὀση μπορούν τελικά να αντέξουν. Κι αυτό γιατί έχουν μάθει να ζουν με τους ψεύτικους ανθρώπους. Γιατί έτσι μειώνονται τα "καθήκοντά" τους αφού δεν υπάρχουν προσδοκίες μεταξύ τους ή οποιουδήποτε είδους απαιτήσεις. Μερικές φορές αναρωτιέμαι τί ψυχή και χαρακτήρα πρέπει να διαθέτει κάποιος για να επιβιώσει στις μέρες μας. Θαρρώ τούτος ο κόσμος ο σκληρός έχει φτιαχτεί μόνο για ανθρώπους με μπρατσωμένες ψυχές...

 

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Το Σκισμένο Ψαθάκι ~ Αλκυόνη Παπαδάκη

 

Από το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη "Το Σκισμένο Ψαθάκι"



Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου. Ένα μικρό φθαρμένο ψαροκάικο που έχει σμαραγδιά φεγγάρια στο κατάρτι του κι ένα ξεσκούφωτο ήλιο αληταρά για τιμονιέρη. Ένα ψαροκάικο δίχως ρότα.


Πού πάμε καπετάνιο; Με ρωτάει ο τιμονιέρης και μου κλείνει το μάτι. Όπου πάνε τα κύματα λέω επίσημα εγώ. Και τα σμαραγδιά φεγγάρια που είναι στο κατάρτι σκάνε σαν ρόδια στην κουβέρτα. Κι ο ξεσκούφωτος ήλιος ο αληταράς παρατάει το τιμόνι του και χορεύει. Και η νύχτα γεμίζει χιλιάδες ήλιους αληταράδες. Και η ψυχή μου γεμίζει νύχτες πολύχρωμες. Γεμίζει σμαραγδιά φεγγάρια και θαλασσινά πουλιά. Πού να χωρέσουν μέσα μου όλα αυτά? Που να στριμωχτούν π΄ ανάθεμα τα;


Αν βρισκόταν τώρα κάποιος δίπλα μου να μου ζεστάνει τα χέρια, να μου πει ψιθυριστά "Εντάξει, μη φοβάσαι μωρό μου". Κι εγώ να σύρω τα δάχτυλα μου στο πρόσωπο του και να πιάσω το σχήμα του χαμόγελου του. Να πιάσω το σχήμα του κόσμου. Και να γλυκαθώ. Κάτι τέτοιες νύχτες είναι που έχω κάνει όλες τις αγοραπωλησίες της ψυχής μου με τον πρώτο έμπορα που θα μου παρουσιαστεί. Πουλάω τα πάντα έτσι για έναν παρά.


Είναι κάτι νύχτες του Γενάρη που τα πουλιά τρέχουν να κρυφτούν γιατί νιώθουν πως έρχεται ο χιονιάς. Πολλά πουλιά χιλιάδες. Θέλω να φύγω. Θέλω να φύγω γρήγορα πριν με προλάβει ο χιονιάς… Βαρέθηκα να ανάβω φωτιές για να ζεσταθούν οι άλλοι και στο τέλος να ξεπαγιάζω εγώ. Να μοιράζομαι την καρέκλα μου με τον κάθε κουρασμένο και στο τέλος να στρογγυλοκάθεται αυτός και γω να κουλουριάζομαι στο πάτωμα. Να σκουπίζω με τα χείλια μου τα δάκρυα των άλλων και τα δικά μου να ξεραίνονται στα μαγούλα μου και να κάνουν κρουστά. Κουράστηκε η ράχη μου να κουβαλά πληγωμένους. Στέγνωσε το στόμα μου να τους φωνάζω. Μη σωριάζεστε ρε ξεφτίλες. Σταθείτε στα πόδια σας. Μπόρα είναι. Βγάλτε τις τσίμπλες από τα μάτια σας. Ξημερώνει.


Βαρέθηκα να φτιάχνομαι από τα λάθη μου. Να φυτεύω βολβούς πάνω σε σωρούς από σκατά. Να βγάζω αθώους τους ένοχους και να κάθομαι για πάρτη τους στο σκαμνί. Να μουλιάζω στην βροχή γιατί άνοιξα την ομπρελά μου να μπουν από κάτω δυο τρεις μουρόχαβλοι που μου φάνηκαν κρυουλιάρηδες...


Το κακό είναι πώς όλα αυτά γίνονται επειδή στο βάθος είμαι δειλή. Τα κάνω για να πιστέψω έστω και για λίγο πώς είμαι και εγώ εδώ. Πως παίζω και εγώ σ΄ αυτό το ντέρμπυ. Πάντως όπως και να χει το ζήτημα ένα πράμα ξέρω καλά. Πως γουστάρω πολύ. Γουστάρω την φάση και περισσότερο την αντίφαση. Γουστάρω την τρελά μου και περισσότερο την τρελά των άλλων. Γουστάρω να μυρίζομαι ανθρωπιά. Γουστάρω τ΄ αγόρια που έχουν κορδέλες στα μαλλιά και στα μάτια ένα ματσάκι μενεξέδες. Γουστάρω τα κορίτσια που τραγουδούν στις ακρογιαλιές μένα θαλασσοπούλι ανάμεσα στα φρύδια. Μπορεί να είμαι μια δειλή μια φευγάτη αλλά χαίρομαι αφάνταστα που κάποιος με έσπειρε σε αυτή την γη.


Αν σκοτωθούμε σε καμία στροφή να ξέρεις συμβαίνει αυτό και στα πουλιά. Ήρθαμε στην γη περάσαμε καλά ευχαριστώ, δαγκάσαμε μερικές γερές μπουκιές, μούλιασε η ψυχή και το πετσί μας μέσα στο ζουμί της ζωής και αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσαμε να κάμομε. Σημασία έχει η ένταση. Όχι η διάρκεια. Το χει η κούτρα σου να ζεις. Μπορεί να φτάσεις στα εκατό χωρίς να ζήσεις ούτε μια μέρα. Γι αυτό σου επαναλαμβάνω.


Αν σκοτωθούμε σε καμιά στροφή να ξέρεις ότι τίποτα δεν θα ανατραπεί από τον όμορφο τούτο κόσμο, που είχαμε την τιμή να γνωρίσουμε. Τίποτε απολύτως. Ξυπνώ το πρωί και λέω ευχαριστώ. Ευχαριστώ που ξύπνησα. Ως το βράδυ, έχω να ζήσω μια ζωή που μετράει σαν αιώνας. Μεριές ρε συ πότε είσαι ωραίος; Όταν την κάθε ώρα σου μπορείς να την ρισκάρεις. Να την παίζεις στο μπαρούτι έτσι για το τίποτα. Όχι για κόπους και μαλακίες., γιατί τότε είσαι ματαιόδοξος. Τότε είσαι άτομο που προσπαθεί να γράψει ιστορία. Να δώσει παραδείγματα, μηνύματα, σκατά, όπως θέλεις πες τα. Όχι. Δεν γουστάρω τίποτα από μεγάλες ιδέες οράματα και κουραφέξαλα. Δεν με αφορούν. Και για να σου δώσω να καταλάβεις. Δεν θα πήγαινα να σκοτωθώ σε έναν πόλεμο σαν ηλίθιος. Θα μπορούσα όμως να παλέψω, ενδεχομένως και να πεθάνω για να σε δω να χαίρεσαι μα να χοροπηδάς σαν χορτάτη μαϊμού στο πανηγύρι της ζωής.


Περπατώ ολομόναχη στην πλαγιά των λύκων. Σε ένα μονοπάτι που έχουν φυτρώσει στην άκρη του κάτι πολύχρωμα όνειρα. Σαν αγριολούλουδα. Πέρα από τα σύνορα της ψυχής μου. Πέρα από τα σύνορα της λογικής μου. Στην κόψη της νύχτας.


Πήρα την ανάσα της ροδακινιάς και ξέπλυνα το πρόσωπο μου. Έκλεψα το χαμόγελο μου από τον ύπνο ενός παιδιού και σκέπασα την γύμνια μου. Μάζεψα τα σκόρπια φύλλα του φθινοπώρου κι άναψα φωτιά να ζεσταθώ. Περπατώ ολομόναχη στην πλάγια των λύκων. Αν ακούσω το κλάμα τους θα κρυφτώ στις φτερούγες εκείνου του μικρού πουλιού που τραγουδάει, γιατί ονειρεύεται ένα κόκκινο τσαμπί σταφύλι.


Αν συναντήσω ένα χείμαρρο, θα γίνω φεγγάρι και θα μπερδευτώ στα κλωνάρια κείνης της λεύκας, που ψιθυρίζει τα μυστικά της στα περαστικά σύννεφα. Αν συναντήσω την λύπη θα της ζωγραφίσω ένα χρωματιστό καραβάκι. Αν συναντήσω ένα θαλασσοπούλι, θα κρεμάσω στο πόδι του ένα ραβασάκι να το πάει σε κείνον π΄ αγαπώ. Αν συναντήσω τον θάνατο θα χαζέψω την χαίτη του άλογου του ώσπου να με σηκώσει στην αγκαλιά του. Αν συναντήσω τον θεό θα του χαρίσω δυο ερωτευμένα χρυσομάμουνα.


Όταν κάποια φορά στην ζωή σου νιώσεις πανικό χτυπά την πόρτα εκείνου που ξέρεις πως σε περιμένει. Την ώρα του μεγάλου πανικού θα χτυπήσεις την πόρτα εκείνου που ορκίστηκε πώς πάντα θα σε περιμένει. Είδες που άδικα φοβόσουνα; Δεν χάλασε ο κόσμος λοιπόν, όταν όλοι θα σε απαρνηθούν και ο τελευταίος Ιούδας θα αρπάξει τα δηνάρια του, μόλις σε φιλήσει με πάθος στο στόμα.


Δεν τρέχει κάστανο αν κάποιος κολλητός σου σε δει μια μέρα γυμνή και ξεχασμένη σε ένα πεζοδρόμιο και σου δαγκώσει την ψυχή με τον οίκτο του. Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου, αν κάποτε γκρεμοτσακιστείς από τον βράχο που σκαρφάλωσες, γιατί πήρε το μάτι σου ένα ανθισμένο κυκλάμινο. Αυτός θα είναι εκεί. Τελείωνε μωρό μου, θα σου πει. Ξεπάγιασαν τα χέρια μου να περιμένουν να σε αγκαλιάσουν.


Ήταν ένα απομεσήμερο του Σεπτέμβρη. Ένα μοβ απομεσήμερο που τα ηλιοτρόπια ήταν δακρυσμένα, γιατί ο ήλιος τα είχε ξεχάσει και ταξίδευε πίσω από σκούρα σύννεφα Κουράγιο έλεγα μέσα μου. Μην ιδρώνεις. Την μεριές καλά την πόρτα του. Ακόμα και αν φωνάξεις., θα σε ακούσει. Αφού στο είπε. Στ΄ ορκίστηκε πώς θα σε περιμένει. Φώναξα δυνατά ώσπου βράχνιασα. Χτύπησα δυνατά ώσπου μάτωσαν τα χέρια μου. Κανείς...


Τι όμορφα που είναι τα μοβ απομεσήμερα του Σεπτέμβρη.. Ακόμα και όταν ξέρεις πως αυτός που νόμιζες πως θα σε περιμένει, κρύφτηκε πίσω από σκούρα σύννεφα και σε ξέχασε. Όχι πώς η αφεντιά μου είναι τίποτα σπουδαίο. Απλώς κορόιδεψα λιγότερο από ότι με κορόιδεψαν. Έκλεψα λιγότερο από όσο με έκλεψαν. Και σίγουρα μοίρασα τα τιμαλφή μου, έτσι δίχως να τα χρεώσω πουθενά. Δεν βαριέσαι. Η ουσία είναι ότι χωρίς να το καταλάβω καλά βρέθηκα στην απ' έξω.


Φαίνεται την ώρα που οι άλλοι λογάριαζαν κι έβγαζαν τα μερτικά, εγώ περίμενα να σηκωθεί το φεγγάρι από τα κλαδιά της κουκουναριάς. Σε αυτό το πανηγύρι λοιπόν της ζωής, κάτι θα βρει ο καθένας να τον τραβήξει. Κάτι θα βρει να του αρέσει. Απλωμένη η πραμάτεια. Δεν γίνεται να μην γουστάρεις κατιτί. Το ζήτημα είναι να λάβεις μέρος. Μη σε πάρει η απόκοτων, γιατί την έκανες. Ρε συ, το γονατισμένου τον πηδούν οι πάντες. Ακόμα και οι απόμαχοι τρέχουν να κάνουν μάτι. Σήκω στα πόδια σου. Κάνε παιχνίδι ρε κωλόπαιδο. Μην με κοιτάς σαν μαλάκας.


Δεν παίρνει ο άλλος από θεωρίες. Σκύβεις κοντά στον άνθρωπο σου και προσπαθείς να του μάθεις από το άλφα την ζωή. Προσπαθείς να του φέρεις ξανά στο μυαλό του όλες τις όμορφες εικόνες, που αυτός τις έχει σβήσει και δεν τις θυμάται πια. Σιγά, με πολλή αγάπη και μεγάλη προσοχή. Του συλλαβίζεις από την αρχή το ποιηματάκι. Κατάλαβες; Αυτό προϋποθέτει βέβαια μεγάλη ψυχή και απέραντη αντοχή. Θέλει κότσια.


Έλα μου έγνεψε χαμογελώντας. Κάνε γρήγορα. Τα όμορφα πράγματα στην ζωή κρατούν όσο η βροχή μέσα στα δάχτυλα μου. Αν αρνηθείς, είναι βρισιά. Δεν χρειάζεται σκέψη. Δε σου ταιριάζουν οι δισταγμοί. Ξέρω τι ψάχνεις. Ξέρω που πάς. Ψηλάφισα τα ίχνη από τα βήματα σου μια νύχτα που είχε ολόγιομο φεγγάρι. Έχω κρυμμένης τα στήθια μου την έκρηξη που θα διαλύσει τα κύτταρα σου και θα σε σκορπίσει στον ουρανό. Κοίταξε με είμαι ένα κόκκινο πλατανόφυλλο σε ένα ποτάμι ορμητικό. Αν κυνηγάς τα όνειρα, πέσε μέσα να με πιάσεις. Αν δεν κάμεις, αν φοβηθείς δεν είσαι για μένα. Φύγε. Δεν σε συνάντησα ποτέ.


Για σένα της έλεγα. Μόνο για σένα. Για να σου τραγουδούν τις ώρες της σιωπής σου. Άπλωνα τα χέρια μου μέσα στην νύχτα και μάζευα πολύχρωμους ήλιους και άσπρα φτερά από περιστέρια. Για σένα της έλεγα Μόνο για σένα. Για να σκεπάσεις το γυμνό κορμί σου. "Ξέρεις τι είναι ο έρωτας" μου έλεγε σιγά η Δάφνη. Η φωνή της ήταν τρυφερή, λιγο τσαλακωμένη, λίγο χνουδωτή, σαν φυλλαράκι της μοναξιά Το βαθύ μπλε του ουρανού. Το βαθύ κόκκινο της παπαρούνας. Το φλύαρο πράσινο του λιβαδιού. Τα χρώματα στης ψυχής. Αυτός είναι ο έρωτας.


Ξέρεις τι μετράει τελικά; Ποιά χέρια θα σε αγκαλιάσουν και θα κάμουν το δέρμα σου να δακρύσει. Ποιό στόμα θα τσακίσει το φλοιό του μυαλού σου και θα σε τινάξει χωρίς αναπνοή στ αστέρια. Δεν έχει ταυτότητα ο έρωτας.


Κάθε φορά που τυχαίνει να πετάξω τις αποσκευές μου, να βάλω φωτιά στο καλύβι μου, με πιάνει μετά από λίγο τέτοια ταραχή , που τρέχω να ξεπουλήσω όσο την ανεξαρτησία μου. Αυτοί που λένε πως είναι ευτυχείς, γιατί έκοψαν τα νήματα που τους συνδέανε με τους υπόλοιπους, αν δεν το παίζουν βούδες είναι το λιγότερο μαλάκες του γλυκού νερού. Όσο περισσότερο ξεκόβεις από τους άλλους, τόσο έρχεσαι κοντύτερα στην Άβυσσο. Κι εκεί τα πράματα είναι δύσκολα. Παρία και πληγή. Χρειαζόμαστε μικρές σκλαβιές στην ζωή μας, για να ξυπνάμε. Χρειαζόμαστε πλαίσια. Σκοπούς. Προσδιορισμούς. Χρειαζόμαστε κορνίζες για να κλείνουμε μέσα τα τοπία που ζωγραφίζει η ψυχή μας. Αλλιώς, τα παίρνει ο άνεμος.


Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Έχε τον νου σου στην Ιθάκη



-Ίδιοι δρόμοι. Ίδιες διαδρομές. Πάντα. Οι καταστάσεις ποτέ δεν αλλάζουν, οι συνθήκες είναι πάντοτε οι ίδιες. Ποτέ ευνοϊκότερες.

-Και οι άνθρωποι;

-Ούτε κι αυτοί αλλάζουν. Εκείνο που αλλάζει είναι η οπτική τους γωνία. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται και αντιμετωπίζουν τον ίδιο τύπο ανθρώπων που εξακολουθούν να τους προσεγγίζουν. Άνθρωποι που έχουν μάθει να πηγαινοέρχονται άσκοπα στις ζωές μας δίχως οι ίδιοι να ξέρουν το γιατί. Ίσως επειδή οι ζωές τους είναι τόσο μονότονες, τόσο μονόχνωτες και προσπαθούν να απομυζούν ενέργεια ή λιγοστές στιγμές ευτυχίας από ανθρώπους που σφύζουν από ζωή, από ανθρώπους έτοιμους να δοθούν ολοκληρωτικά σε ένα ασίγαστο πάθος.

-Τους οικτίρω...

-Κι εγώ, καρδιά μου, μα δεν κάνει.

-Τέτοιοι άνθρωποι θα 'ναι πάντα δυστυχισμένοι...Θα αναζητούν το νόημα της ζωής σε ξεχαρβαλωμένα συναισθήματα, σε πολυχρησιμοποιημένα σώματα, σε καλά προβαρισμένες ηδονές. Θα αισθάνονται την πληρότητα μόνο όσο κρατάει μια σεξουαλική επαφή. Και μετά; Ξανά στην αναζήτηση για το επόμενο άτομο που θα τους κάνει να ξεχαστούν απ' τη μιζέρια της ζωής τους.

-Καλά τα λες. 'Εχουν μάθει να καραδοκούν πίσω από σκοτεινά σοκάκια παρατηρώντας και - προσεκτικά - διαλέγοντας το επόμενο τους θύμα. Σαν τις αράχνες, έτσι κι αυτοί, θαμπώνουν το θύμα με τον αστραφτερό τους ιστό κι όταν αυτό πιαστεί στα δίκτυα τους, το καταβροχθίζουν αργά και βασανιστικά.

-Αυτό είναι άδικο...

-Και ποιός είπε ότι η ζωή είναι δίκαιη, μάτια μου; Η ζωή έχει μάθει να γονατίζει τους δυνατούς, εκείνους που δεν τα βάζουν κάτω. Οι αδύνατοι είναι ήδη γονατισμένοι. Καθένας από μας κρύβει μέσα του μια ατέρμονη επιμονή, μια απαράμιλλη δύναμη που αποτελεί εφαλτήριο για τον δρόμο της επιβίωσης. Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, Ποσειδώνες και λογής λογής εμπόδια θα βρεις μπροστά σου, όποιον δρόμο κι αν διαλέξεις. Η Ιθάκη, όμως, μια είναι. Έχε τον νου σου στην Ιθάκη. Γιατί «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι. Χωρίς αυτήν δεν θά 'βγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια. Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν...»

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Μια επιστολή ~ Μαρία Πολυδούρη



"Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα..."

Ίσως το γράμμα αυτό να μη διαβαστεί ποτέ, από κανέναν, αλλά στ’ αλήθεια, δε με νοιάζει. Ίσως μέχρι να φτάσει στα χέρια σας να 'χω πια ολότελα ξεχαστεί απ’ όλους. Αλλά, ούτε δα κι αυτό το τελευταίο με νοιάζει. Εξάλλου, δεν έχω και πολλά να σας πω, θέλω μόνο να σας θυμίσω ότι κάποτε υπήρξα. Κάποτε υπήρξα κι ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί. Και Ζωή και Χάρος ήμουν! Έζησα, τ'ομολογώ, μια ζωή δηλητηριασμένη, γι’ αυτό θαρρώ αποφάσισα να την εγκαταλείψω. Εκείνο που για τους άλλους ήτανε ζωή, για με ήταν θάνατος. Γεννιόμουνα και πέθαινα κάθε μέρα, ώρα και στιγμή. Ζούσα με τον θάνατο, ζούσα για να πεθάνω, μα τουλάχιστον δε ζούσα νεκρή όπως οι γύρω μου, τα μικρά αστεία ανθρωπάκια που 'λέγαν πως μ’ αγάπησαν κι ας μη μπόρεσαν ποτέ κι ας μη τόλμησαν ποτέ να διαβάσουν την ψυχή που 'κρυβε περίσσιο φως και σκοτάδι μέσα της.

Κατά βάθος με φοβόντουσαν και δεν αργούσαν να τραπούν εις άτακτον φυγήν. Δεν άντεχαν να με κοιτούν κατάμματα, μη τύχει και τους κλέψω την ψυχή τους. Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθεί ότι λυπόμουνα βαθιά όταν καταλάβαινα ότι μ’ αγαπούσαν; Εγώ, ίσως να μην αγάπησα αρκετά, όχι όσο έπρεπε. Τον ιδανικό μου έρωτα θαρρώ τον έζησα στη φαντασία μου. Η ψυχή μου κι η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το ένιωθα μέσα μου κι όμως δεν πίστευα ότι θα υπήρχε μέρα που θα μου αποδείκνυε πως αγαπούσα αληθινά. Δεν είναι στ’ αλήθεια τραγικό, μια μεγάλη ειρωνεία, να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν τη γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς εκείνοι που νιώθουν την ψυχή τους να πνίγεται στον πόνο της; Πολλοί λέγαν ότι ζούσα μες στο κεφάλι μου. Κάτι έπρεπε να πουν κι αυτοί! Πως άλλως θα με κατέτασσαν σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων;

Άνθρωποι, ανθρωπάκια! Η ζωή ένα τεράστιο ψέμα που άλλοι το αγαπάνε κι άλλοι -οι λίγοι- προσπαθούν να το κάνουν αληθινή ζωή. Εσείς, αγαπητοί άγνωστοί μου φίλοι, πως ζείτε; Ζείτε; Μια φάρσα, αυτό ήταν η δικιά μου ζωή. Κανείς δεν την κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρίς να το θέλω, έζησα στο περίπου και σκηνοθέτησα το θάνατό μου. Κι όμως αγαπούσα τη ζωή, αλλά πάντα αυτή μου 'παιρνε ό,τι άλλο αγαπούσα. Μου έλειπε πάντα μια καρδιά που να πονεί για μένα. Κι ήταν δύσκολο, δύσκολο πολύ να ζω μονάχη μου μες σ’ ένα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στα μικρά της ζωής και στο τίποτα. Ήμουνα σαν παράσιτο, σαν μαύρο ξωτικό που έχασε το δρόμο κι αντί να ταξιδέψει στον ονειροκόσμο του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαριά. Εγέλασα. Αλήθεια ήταν! αν μάντεψε την ψυχή μου, καλά την ονόμασε χήρα!

Είναι που θα παρακαλούσαν να είχαν ζήσει στην εποχή μου. Εγώ, θα 'θελα να ζήσω σε κάποιαν άλλην εποχή. Έζησα ανάμεσα σε μια γενιά ηττημένη. Κάποιοι από μας 'κάναν τον πόνο στίχο, την οργή τραγούδι, αλλά κανείς δεν τόλμησε -ούτ’ από μας, ούτ’ από τους άλλους- δεν τόλμησε να ξεφύγει από το χαραγμένο μονοπάτι, δεν τόλμησε να πει ό,τι στ’ αλήθεια σκεφτότανε, δεν τόλμησε να κάνει ό,τι στ’ αλήθεια ήθελε να κάνει. Οι περισσότεροι ήταν -ήμασταν- δειλοί που 'ψαχναν απλά να βρουν την αυτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί κι ανάπηροι. Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι κι υπερφίαλοι! Απόκληροι της αντίληψης. Κι όμως ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν κι ο Κ. (εννοεί τον Καρυωτάκη) ο μόνος που θα μπορούσε ποτέ να με καταλάβει, αλλά ούτε κι εκείνος τόλμησε. Μου 'πε μάλιστα, πως με λυπόταν γιατί τον αγαπούσα, πως ήμουνα γι’ αυτόν μια παρηγοριά. Το 'χε η εποχή, κανείς δεν ήταν ο εαυτός του! Γι’ αυτό θαρρώ κι έζησα τόσο μόνη κι ας είχα πάντοτε κάποιους να με συντροφεύουν, αδέλφια μου σ’ ένα πόνο που δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν.

Έκαναν τα πάντα για με, αλλά η αγάπη τους ήταν μια θυσία που ποτέ δε δέχτηκα μ’ ευμένεια κι οι ανησυχίες τους χειροπέδες για μένα. "Πόσο είναι αστεία η ζωή μα και πόσο αστειότεροι είμαστε 'μεις που την ανεχόμαστε τέτοια", έγραψα, θυμάμαι, κάποτε στο ημερολόγιό μου. Μα, από τότε έχουν πια περάσει χρόνια. Πόσα, δεν ξέρω, αφού ο χρόνος δεν έχει πια για με καμία σημασία. Τώρα, είμαι κάπου αλλού και ζω -αν τούτη δω η κατάσταση θεωρείται ζωή- μες από τις αναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τα τετράδια του μυαλού και κοιτάζω πίσω. Όλα ζητάω τα χαμένα, τις μικρές στιγμές, τον αγαπημένο. Γυρνώ το βλέμμα και κοιτάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είναι μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη, είναι τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος κι όμως -Θεέ συγχώρεσέ με- θα τον έπαιρνα με τη καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια. Με την καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σ’ έβρω μοναδική κι αξέχαστή μου αγάπη.

Δε θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ, να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου 'κείνο που μου 'ριχνες σαν έφτανα, τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου, να ιδώ τα χέρια σου ν’ απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν, να ιδώ, να νιώσω το φίλημά σου. Είναι τόσο μεγάλος ο καημός κι είμεθα τόσο μικροί ένας-ένας εμείς οι άνθρωποι που τον αποτελούμεν. Τα λόγια αυτά ίσως ν’ ακούγονται σαν παραλήρημα ενός ετοιμοθανάτου, μα, αλί, δεν μπορώ να πεθάνω αφού είμαι από χρόνια πια νεκρή. Όσο ζούσα, όσο έζησα, ήμουνα παιδί. Ήμουν ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχομαι αλλά και ποιο παιδί δεν είναι άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη! Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά κι αν είναι δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική που 'ναι ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στη καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε από τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, τη κάθε σας στιγμή τραγούδι κι όταν έρθει η ώρα η στερνή να πεθάνετε όχι από πλήξη, αλλά από ειλικρίνεια όπως ο φίλος τζίτζικας, που τόσο ωραία τα έλεγε μα 'μεις τα παίρναμε για γκρίνια.

Τώρα, καθώς γράφω τις τελευταίες γραμμές, κοιτώ πίσω κι αντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: έζησα ελεύθερη όσο καμιά άλλη γυναίκα της εποχής μου, έκανα πράγματα που δεν έκανε καμιά άλλη κι αγαπήθηκα όσο λίγες. Και, δεν το ξεχνώ, καθώς το βλέμμα μου έσβηνε, 'κείνη τη μελαγχολική αυγούλα τ’ Απρίλη, δεν ήμουν πια μόνη. Νέοι που μ’ αγάπησαν ήρθαν να μ’ αποχαιρετήσουν και φίλες καρδιακές στο προσκεφάλι μου ένα τελευταίο τραγούδι να μου χαρίσουν. Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα, όπως λέει κι η καλή μου φίλη.



Με αγάπη

Μαρία Πολυδούρη

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Θέλω να φύγω πια...~ Κώστας Καρυωτάκης



Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.


Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να 'ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.


Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, Θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.


Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίησις να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Το παράπονο ~ Οδυσσέας Ελύτης



Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα

Στ' αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ' ομολογώ
Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Στον ουρανό του τίποτα, με ελάχιστα ~ Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ




Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή,
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή, ενώ χάνουμε εμείς.
 
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.

Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…

Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.

Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο-
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.

Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω-
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Χαμένα χρόνια ~ Τίτος Πατρίκιος



Όλοι μας έχουμε χαμένα χρόνια.
Αλλοτε τρία, άλλοτε επτά, άλλο­τε παραπάνω.
Όμως τα είκοσι κλείνουν ωραίο κύκλο.
Μπορούνε γύρω του να νοσταλ­γούνε,
χωρίς τον πανικό που φέρνουν τα χαμένα χρόνια μιας ολόκληρης ζωής.

Κι έπειτα τι θα σήμαινε να ‘χα κερδίσει είκοσι χρόνια,
που μετακινούνται κάθε που κοι­τάζω προς τα πίσω.
Αδιάκοπη πρόοδο βάσει σχεδίου,
συνεχή παραγωγή, ανεβασμένη απόδοση,
αναγνώριση στην ώρα της και α­νάλογες τιμές;
ανάλογες είκοσι χρόνια ανώφελα, χαμένα,
που μόνο αυτά πρόσφεραν ευ­καιρίες για ονειρικές ζωές,
γεμάτες δυνατότητες που δεν πραγματώνονταν ποτέ.

Για απολαύσεις από την ταύτιση,
με πρόσωπα που δεν επρόκειτο να γίνουν,
για τέρψεις και ενοχές, απ’ την αέναη τροποποίηση των στόχων.
Για ανεπιφύλακτες αποδοχές.
Για έντρομες απορρίψεις.
Είκοσι χαμένα χρόνια πάντα χρειάζονται για ένα φιλόδοξο παρόν.

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Ασκητική ~ Νίκος Καζαντζάκης (απόσπασμα)


ΤΟ ΟΡΑΜΑ

Ακουσες την Κραυγή και κίνησες. Πέρασες από αγώνα σε αγώνα όλες τις πολεμικές θητείες του στρατευόμενου ανθρώπου.

Πολέμησες μέσα στο μικρό τσαντίρι του κορμιού σου, μάνα, στενή σου φάνταξε η παλαίστρα, πνίγουσουν, και χύθηκες να ξεφύγεις.

Στρατοπέδεψες στη ράτσα σου, γιόμωσες χέρια και καρδιές, ανάστησες με το αίμα σου τους φοβερούς προγόνους και κίνησες μαζί με τους νεκρούς, τους ζωντανούς και τους αγέννητους να πολεμήσεις.

Και μονομιάς όλες οι ράτσες κίνησαν μαζί σου, το ίερό στράτεμα του ανθρώπου ανασυντάχτηκε ξοπίσω σου, όλη η γης βούισε σα στρατόπεδο.

Ανέβηκες, κι από αψηλή κορφή αλάκερο το σχέδιο της μάχης διακλαδώθηκε μέσα στους γύρους του μυαλού σου κι όλες οι αντιμαχόμενες εκστρατείες έσμιξαν στο μυστικό στρατόπεδο της καρδιάς σου.

Κι από πίσω συντάχτηκαν τα ζώα και τα φυτά, σα μεταγωγικά στα μαχόμενα μπροστά στρατέματα του ανθρώπου.

Τώρα η Γης αλάκερη πιάστηκε απάνω σου, έγινε κορμί σου, φωνάζει μέσα στο χάος.

Πώς να πολιορκήσω με λόγια το φοβερό τούτο δράμα; Σκύβω στο χάος κι αφουκράζουμαι. Ένας ανεβαίνει αγκομαχώντας μυστικό, επικίντυνο ανήφορο.

Μοχτάει, αγωνίζεται με πείσμα ν΄ ανηφορίσει. Μα βρίσκει εμπόδιο αντίδρομή του ορμή: Ένας κατεβαίνει βιαστικά μυστικό, καλόβολο πολύ κατήφορο.

Η Πνοή, μέσα στο ρέμα το πηχτό που κατεβαίνει, μελίζεται, στροβιλίζεται και μια στιγμή· όσο βαστάει κάθε ζωή· σοζυγιάζουνται οι δυο αντίδρομες επιθυμίες.

Να πώς γεννιούνται τα κορμιά, να πώς δημιουργιέται ο κόσμος κι ισορροπούνε μέσα στα ζωντανά οι δυο αντιστρατευόμενες δυνάμες.

Μια στιγμή, τον Ένα που ανηφορίζει τον περιτυλίγει σφιχτά ένα σώμα αγαπημένο, το σώμα του, και του αργοποράει το ανέβασμα. Μα γρήγορα, με τον έρωτα, με το θάνατο, του ξεφεύγει. Κι εξακολουθεί την πορεία.

Πατάει το άψυχο, πλάθει το φυτό και το γιομώνει. Στρατοπεδεύει αλάκερος· αλάκερος, θα πει: μαζί με τη λαχτάρα και τη δύναμη να ξεφύγει.
Ανασηκώνεται λίγο, αναπνέει με κόπο, πνίγεται. Παρατάει στα φυτά όσο βάρος, όση νάρκη κι ακινησία μπορεί, αλαφρώνει και πηδάει, αλάκερος πάλι, πιο πέρα και πιο πάνω, δημιουργώντας τα ζώα, και στρατοπεδεύει αλάκερος στα νεφρά τους.

Αλάκερος, πάλι, θα πει: μαζί με τη λαχτάρα και τη δύναμη να ξεφύγει.

Τα σώματα αναπνένε, θρέφουνται, ταμιεύουν δυνάμες, και σε μια στιγμή ερωτική συντρίβουνται, ξοδεύουν τα πάντα κι αδειάζουν, για ν΄ αφήσουν στο γιο την ψυχή τους. Ποιαν ψυχή; Την ορμή προς τ΄ απάνω!

Λαγαρίζεται αργά, με αγώνα, ανάμεσα από τα κορμιά τους, παρατάει πάνω τους όσα πάθη, όση σκλαβιά, ανημποριά και σκοτάδι μπορεί.

Κι ανασηκώνεται πάλι, πιο ανάλαφρος, και χιμάει να ξεφύγει· κι η ορμή τούτη για την ελευτερία, παλεύοντας με την ύλη, αργά δημιουργάει την κεφαλή του ανθρώπου.

Και τώρα, το νιώθουμε με τρόμο, μάχεται πάλι να ξεφύγει από πάνω μας, να μας παραπετάξει με τα φυτά και τα ζώα, να πηδήξει πιο πέρα. Ήρθε χαρά και πίκρα μεγάλη! η στιγμή να παραπεταχτουμε κι εμείς, οι πρωτοπόροι, στην εφεδρεία.

Πίσω από τη ροή του κορμιού και του μυαλού μου, πίσω από τη ροή της ράτσας μου και των ανθρώπων, πίσω από τη ροή των ζώων και των φυτών, βλέπω τρέμοντας τον Αόρατο που πατάει όλα τα ορατά κι ανεβαίνει.

Και κάτω από τη βαριά, αίματωμένη του πατούσα γρικώ όλα τα ζωντανά να συντρίβουνται.

Αγέλαστο είναι το πρόσωπο του, βουβό, σκοτεινό, πέρα από τη χαρά κι από τη θλίψη, πέρα από την ελπίδα.

Τρέμω. Είσαι συ ο Θεός μου; Το σώμα σου είναι γιομάτο μνήμη. Σαν ένας χρόνια φυλακισμένος ξόμπλιασες με αλλόκοτα δέντρα και μαλλιαρούς δράκους, μ΄ αιματερές περιπέτειες, με κραυγές και χρονολογίες τα μπράτσα σου και το στήθος.

Κύριε, Κύριε, μουγκαλιέσαι σα ζώο! Τα πόδια σου είναι γιομάτα αίμα και λάσπη· τα χέρια σου είναι γιομάτα αίμα και λάσπη· βαριά σα μυλόπετρα είναι τα σαγόνια σου κι αλέθουν.

Πιάνεσαι από τα δέντρα, από τα ζώα, πατάς τον άνθρωπο, φωνάζεις. 

Ανηφορίζεις τον ατέλειωτο μαύρο γκρεμό του θανάτου και τρέμεις.

Που πας; Πληθαίνει ο πόνος, πληθαίνει το φως και το σκοτάδι. Κλαις, πιάνεσαι απάνω μου, θρέφεσαι με το αίμα μου, αντρειεύεις και λαχτίζεις την καρδιά μου. Σε κρατώ στο στήθος μου, σε φοβούμαι και σε σπλαχνίζουμαι.

Σα να θάψαμε Κάποιον που τον θαρρούσαμε νεκρό και τώρα τον ακούμε μέσα στη νύχτα να φωνάζει: Βοήθεια! Κι ανασηκώνει με αγώνα την ταφόπετρα, την ψυχή και το κορμί μας, όλο πιο αψηλά, όλο πιο λεύτερα αναπνέοντας.

Κάθε λόγος, κάθε πράξη, κάθε Ιδέα είναι η βαριά του ταφόπετρα και την ανασηκώνει. Και το κορμί μου κι όλος ο κόσμος που αγναντεύουμε, ουρανός και γης, είναι η ταφόπετρα, κι ο Θεός αγωνίζεται να την ανασηκώσει.

Τα δέντρα φωνάζουν, τα ζώα, τ΄ άστρα: Χανόμαστε! Δυο χέρια, μεγάλα ίσαμε τον ουρανό, πετιούνται από κάθε ζωντανό και ζητούν βοήθεια.
Με τα γόνατα κλειδωμένα στο πιγούνι, με τα χέρια απλωμένα κατά το φως, με τις πατούσες των ποδιών στη ράχη, ένα κουβάρι, στριγμώνεται ο Θεός στο κάθε μόριο σάρκας.

Όταν ανοίγω ένα καρπό, τέτοιος μου ξεσκεπάζεται μέσα μου ο σπόρος. Όταν μιλώ με τους ανθρώπους, αυτό ξεκρίνω μέσα στο χοντρό, πηχτολάσπωτο μυαλό τους.

Ο Θεός μάχεται στο κάθε πράμα, με τα χέρια τανυσμένα προς το φως. Ποιο φως; Όξω κι απάνω από κάθε πράμα!

Δεν είναι μονάχα ο πόνος η ουσία του Θεού μας· μήτε η ελπίδα στη μελλούμενη ζωή είτε στην επίγεια τούτη· μήτε η χαρά κι η νίκη. Κάθε θρησκεία, υψώνοντας σε λατρεία μια από τις αρχέγονες όψες τούτες του Θεού, στενεύει την καρδιά και το νου μας.

Η ουσία του Θεού μας είναι ο ΑΓΩΝΑΣ. Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγουνται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά κι η ελπίδα.

Το ανηφόρισμα, ο πόλεμος με το αντίδρομο ρέμα, γεννάει τον πόνο. Μα ο πόνος δεν είναι ο απόλυτος μονάρχης. Η κάθε νίκη, η κάθε προσωρινή ισορρόπηση στο ανηφόρισμα γιομώνει χαρά το κάθε ζωντανό, που αναπνέει, θρέφεται, ερωτεύεται και γεννάει.

Μα μέσα από τη χαρά κι από τον πόνο αναπηδάει αιώνια η ελπίδα να ξεφύγουμε από τον πόνο, να πλατύνουμε τη χαρά.

Κι αρχίζει πάλι το ανηφόρισμα· ο πόνος· και ξαναγεννιέται η χαρά και ξαναπηδάει η νέα ελπίδα. Ποτέ δεν κλείνει ο κύκλος. Δεν είναι κύκλος· είναι ένας στρόβιλος που αιώνια ανεβαίνει, πλαταίνοντας, τυλίγοντας, ξετυλίγοντας, τον τρισυπόστατον αγώνα.

Ποιος είναι ο σκοπός του αγώνα τούτου; Έτσι ρωτάει ο κακομοίρης, συφεροντολόγος πάντα, νους του ανθρώπου, ξεχνώντας πως η Μεγάλη Πνοή δε δουλεύει μέσα σε ανθρώπινο καιρό, τόπο κι αιτιότητα.

Η Μεγάλη Πνοή είναι ανώτερη από τ΄ ανθρώπινα τούτα ρωτήματα. Έχει πλούσιες, πολυπλάνητες ορμές, που για το λιγόπνοο νου μας φαντάζουν αντίφασες· μα μέσα στην ουσία της θεότητας αδερφώνουνται και πολεμούν όλες μαζί, πιστές παραστάτισσες.

Η αρχέγονη Πνοή διακλαδίζεται, ξεχύνεται, μάχεται, αποτυχαίνει, πετυχαίνει, ασκείται. Είναι το Ρόδο των ανέμων!

Αρμενίζουμε κι εμείς και ταξιδεύουμε, θέλοντας το και μη, ξέροντας το κι ασύνειδα, μέσα στις θεϊκές απόπειρες. Έχει λοιπόν κι εμάς η πορεία μας στοιχεία αιώνια, χωρίς αρχή και τέλος, βοηθάει το Θεό, κιντυνεύει μαζί του.

Ποια είναι η ορμή, άπ΄ όλες τις ορμές του Θεού, που ο άνθρωπος μπορεί να συλλάβει; Τούτη μονάχα: Μιαν κόκκινη γραμμή απάνω στη γης ξεκρίνουμε, μιαν κόκκινη αιματερή γραμμή, που με αγώνα ανηφορίζει από την ύλη στα φυτά, από τα φυτά στα ζώα, από τα ζώα στον άνθρωπο.

Ο ακατάλυτος τούτος προανθρώπινος ρυθμός είναι απάνω στη γης ετούτη η μόνη ορατή οδοιπορία του Αόρατου. Φυτά, ζώα, άνθρωποι, είναι τα σκαλοπάτια που δημιουργάει ο Θεός για να πατήσει και ν΄ ανέβει.

Δύσκολος, φοβερός, ατέλειωτος ανήφορος. Στήν έφοδο τούτη ο Θεός θα νικήσει, θα νικηθεί; Υπάρχει νίκη; Υπάρχει νικημός; Το σώμα μας θα σαπίσει, θα ξαναγυρίσει στο χώμα, μα Εκείνος που μια στιγμή το διαπέρασε τι θα γίνει;

Μα όλες τούτες οι έγνοιες είναι κατώτερες, κι όλες οι ελπίδες κι οι απελπισίες εξαφανίζουνται μέσα στο λιμασμένο, χωνευτό στρόβιλο του Θεού. Ο Θεός γελάει, θρηνάει, σκοτώνει, μας βάνει φωτιά και μας αφήνει μεσοστρατίς, αποκαψίδια!

Κι εγώ χαίρουμαι νιώθοντας ανάμεσα στα δυο μελίγγια μου, σαν ανοιγοσφάλιγμα ματιού, την αρχή και το τέλος του κόσμου.

Συμπυκνώνω σε μιαν αστραπόχαρη στιγμή τη σπορά, το φύτρωμα, το άνθισμα, το κάρπισμα και την εξαφάνιση του κάθε δέντρου, ζώου, ανθρώπου, άστρου και θεού.

Όλη η Γης ένας σπόρος φυτεμένος μέσα στους γύρους του μυαλού μου. Ό,τι αρίφνητα χρόνια πολεμάει μέσα στη σκοτεινή μήτρα της ύλης να ξετυλιχτεί και να καρπίσει, μέσα στο κεφάλι μου ξεσπάει σα μια μικρή βουβή αστραπή.

Αχ! την αστραπή τούτη ν΄ ατενίζουμε, να την κρατήσουμε μια στιγμή, να την οργανώσουμε σε ανθρώπινο λόγο!

Τη στιγμιαία τούτη αιωνιότητα που τα κλείνει όλα, περασμένα και μελλούμενα, να τη στερεώσουμε, μα δίχως να χαθεί όλο το γιγάντιο ερωτικό στροβίλισμα σε λεχτικήν ακινησία!

Σα μια κιβωτό η κάθε λέξη, και χορεύουμε γύρα της, με ανατριχίλα νογώντας το Θεό σα φοβερό της περιεχόμενο.

Ό,τι ζεις στην έκσταση ποτέ δε θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο. Όμως μάχου ακατάπαυτα να το στερεώσεις σε λόγο. Πολέμα με μύθους, με παρομοίωσες, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξες, με κραυγές και με ρίμες να του δώσεις σάρκα, να στερεώσει!

Όμοια κάνει κι ο Θεός, ο Μέγας Εκστατικός. Μιλάει, μάχεται να μιλήσει, με θάλασσες και με φωτιές, με φτερά, με χρώματα, με κέρατα, με νύχια, με αστερισμούς και πεταλούδες, με ανθρώπους, όπως μπορεί, για να στερεώσει την έκσταση του.

Είμαι κι εγώ, σαν κάθε πράμα ζωντανό, στο κέντρο του παγκόσμιου στροβίλου. Είμαι το μάτι των τεράστιων ποταμών, κι όλα γύρα μου χορεύουν, κι ο κύκλος στενεύει ολοένα ορμητικότερος και χύνουνται ουρανός και γης στην κόκκινη καταβόθρα της καρδίας μου.

Κι ο Θεός με αντικρίζει με τρόμο κι αγάπη· άλλη ελπίδα δεν έχει· και λέει: "Τούτος ο Εκστατικός, που όλα τα γεννάει, τα χαίρεται και τα εξαφανίζει, τούτος ο Εκστατικός είναι ο Γιος μου!"