Επειδή με τη δική μου γλώσσα
δεν μπορώ να σ’ αγγίξω,
μεταγλωττίζω το πάθος μου.
Δεν μπορώ να σε μεταλάβω και σε μετουσιώνω,
δεν μπορώ να σε ξεντύσω
έτσι σε ντύνω μ’ αλλόφωνη φαντασία.
Στα φτερά σου από κάτω
δεν μπορώ να κουρνιάσω
γι’ αυτό γύρω σου πετάω
και του λεξικού σου γυρνάω τις σελίδες.
Πώς απογυμνώνεσαι θέλω να μάθω,
πώς ξανοίγεσαι
γι’ αυτό μες στις γραμμές σου
ψάχνω συνήθειες
τα φρούτα π’ αγαπάς
μυρουδιές που προτιμάς
κορίτσια που ξεφυλλίζεις.
Τα σημάδια σου ποτέ μου δεν θα δω γυμνά
εργάζομαι λοιπόν σκληρά πάνω στα επίθετα σου
για να τ’ απαγγείλω σ’ αλλόθρησκη λαλιά.
Πάλιωσε όμως η δική μου ιστορία
κανένα ράφι δεν στολίζει ο τόμος μου
και τώρα εσένα φαντάζομαι με δέρμα σπάνιο
ολόδετο σε ξένη βιβλιοθήκη.
Επειδή δεν έπρεπε ποτέ
ν’ αφεθώ στην ασυδοσία της νοσταλγίας
και να γράψω αυτό το ποίημα
τον γκρίζο ουρανό διαβάζω
σε ηλιόλουστη μετάφραση.
και μόνο το τραγούδι
μας καμιά φορά θλιμμένο μαρτυρούσε το δρόμο, ή άλλοτε για να
ξεφύγουμε, σε θρύλους, όπως σε σιωπηλή γυναίκα, γερνάμε ή
γινόμαστε απλοί, τόσο που μας έχαναν.
Κι αλήθεια, κατά
που πέφτει η βασιλεία,
και μόνος ο
καθένας μας θ' ακούσει το ράγισμα ενός άστρου
αργά τη νύχτα.
--------------------------
Kι ίσως αυτό που
ποτέ δεν καταλάβαμε ήταν ότι έμεινε για
πάντοτε δικό μας,
γιατί ποιός κέρδισε ποτέ τη νύχτα ή τ' όνειρο
και μες στο σπίτι
ο ένας για τον άλλον ένα απλό κειμήλιο είμαστε
και μόνος του ο
καθένας θα πεθάνει, έτσι μέσα στο ανήσυχο βράδυ
αλλόκοτα
φωτισμένο απ' τους πυρσούς, είμαστε πάντα απροετοίμαστοι. Και ήταν αυτή η συγκομιδή μας.
------------------------
Ή άλλοτε, τη
νύχτα, τα βήματα κάποιου μακριά μας έλουζαν
άξαφνα μες στο
βαθύ μυστικό τους,
τότε
καταλαβαίναμε πως όλα θα μείνουν άγνωστα για μας
και πως αυτό θα
είναι η πιο ωραία μας μαρτυρία.
--------------------------
Αλήθεια, πού ζήσαμε, γιατί συχνά ξαναγυρίζουμε
άξαφνα,
και τότε ένα
πρόσωπο άγνωστο στο δρόμο ή στο βάθος μιας
κάμαρας (που
είναι κιόλας κλειδωμένη), στέκεται τόσο αβέβαια,
που το
αναγνωρίζεις αμέσως
αφού και το σπίτι
μας δεν ήτανε ποτέ χτισμένο,
μα έτοιμο να ξεκινήσει
με τον πρώτο περαστικό
κι οι αληθινοί
μας πόνοι κλαίνε αλλού
και μόνο μας
στέλνουν ένα κλονισμένο βήμα,
ή ένα κυπαρίσσι,
ξαφνικά, καθώς περνάμε όπως
η λύρα, που
πονετική το βράδυ στο χέρι του τυφλού
ακουμπάει ένα
τραγούδι.
Όμως οι
ονειροπόλοι περίμεναν στο βάθος κι η αιώνια
αναμονή τους,
σχεδόν ορατή, τους σήκωνε κι από τον ένα κόσμο
πήγαιναν στον
άλλον με τα παλιά τους, φθαρμένα πανωφόρια,
ώσπου όταν βράδιασε
(κι ένα βράδυ είναι πολύ) έγειραν στο κιγκλίδωμα.
Ήμουνα ξανά μονάχος,
κι αχ, ήτανε πολλά στον ουρανό τ' αστέρια,
και δεν ήθελα Θεέ
μου να πεθάνω....
----------------------------------
Τρωτοί κι αφανείς υπήρξαμε, πλάθοντας με το
φτωχό πηλό
τις μέρες μας
στην άκρη του ορίζοντα, κυβερνώντας με υπομονή
τις νύχτες μας στην
άκρη της γυναίκας,
και πάντα ο
παμπάλαιος χρόνος που σε νέους θρύλους μας
αποπλανά. Όμως
είναι κάποιος, που κάθε πρωί ντύνεται το κουρέλι του, για να περάσει
αμόλυντος μες' απ' την πόλη.
''Κι αγάπησα με πάθος καθετί που δεν ήταν γραφτό να ζήσω.
Κι έζησα όλη τη ζωή μου σε ένα όνειρο και την αθανασία σε μερικά κονιάκ'' ( Το πουλί με τις
αλήθειες)
''Ποιός ξέρει τι θα συμβεί αύριο, ή ποιός έμαθε ποτέ τι
συνέβη χτες,
τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
σε
όνειρα... Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως
μας αποδοθούν
στον παράδεισο- συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου
σκόρπισα τους στεναγμούς
της νιότης μου, ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά
να πάει που;
κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να
γνωρίσει ο
ένας τον άλλον. Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντας
τους μόνο έναν κόσμο,
κι όταν θα πεθάνω θα 'θελα να με θάψουν σ'ένα σωρό από
φύλλα
ημερολογίου για να πάρω και το χρόνο μαζί μου. (Φύλλα
Ημερολογίου)
''... Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο
ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματαπου τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου.
Κι αν έχασα την ζωή
μου, την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί,
ένα χτες ή ένα άυριο, όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα
άρωμα βιολέτας...
Κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν
πρόφτασαν ν'
αγαπήσουν. (Άνεμος Νοεμβρίου)
''...Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός
ονείρου
μέσα σ'ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να
σκόρπιζε γιασεμιά, φωτιζόταν για λίγο η νύχτα.
Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ, αλλά θα πεθαίνω κάθε
μέρα.'' (Ο πρώτος στίχος)
'' ...Θυμάσαι
πουψάχναμε απεγνωσμένα να βρούμε τον
Θεό ή
ονειρευόμαστε ν'αγγίξουμε το μυστήριο ενός κοριτσίστικου
απογεύματος,
κι ύστερα τα πένθη, οι θλιβερές επέτειοι, ένα χρώμα
σταχτί στον
ουρανό...'' (Νύχτες αϋπνίας)
'' ...Για αυτό σας λέω μη ζητάμε περισσότερα κι αργότερα,
άντρας πια,
καθόμουν πίσω απ' τα τζάμια και κοίταζα τα φώτα της
πόλης. έτσι γνώρισα το αναπότρεπτο των χωρισμών- τι
θ'απομείνει
λοιπόν, τι θ'απομείνει από τόσες προσδοκίες, τόσους
στεναγμούς;
ένα όνομα και δυο χρονολογίες χαραγμένες στην πέτρα που ο
καιρός
θα τις σβήνει σιγά σιγά...'' (Νυχτερινή ευωδία)
''...γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ' τα παράθυρα
δυνάμωνεη
βροχή, κι ύστερα πιασμένοι απ' το χέρι περάσαμε τη
γέφυρα, με τα μαλλιά
σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα -
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που
δίναμετη
ζωή μας μ' εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ' άρρωστα
παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροϊδεύουν - και γεμίζουν τα τετράδια
τους με
ποιήματα για να μη χαθούν.
Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυάγιο...'' (Ώρα
του λυκόφωτος)
''Καμιά φορά σκέφτομαι: τι θα 'κανα αλήθεια αν ξανάρχιζα
τη ζωή
μου; Πάλι εδώ θα' φτανα, στην άκρη του κόσμου...
Ω Κύριε των μακρινών σταθμών που τους
διαβαίνουμε κάποτε μες στο όνειρο...
Ενώ ένας πλανόδιος οργανοπαίχτης στο δρόμο με μια λυπημένη μουσική
θα δωροδοκεί το δειλινό ν'αργοπορεί...
Κι ίσως θα πρέπει να χαθείς ολότελα για να μάθεις κάποτε
ποιος
είσαι...'' (Η ερώτηση)
''Κι άλλοτε ο πόνος μου γινόταν αφόρητος όταν σκεφτόμουν
πως
κάποτε θα με ξεχάσουν (οι δικοί μου είχαν όλοι φύγει σιγά
σιγά)
μια μέρα έφερα μια γυναίκα στο σπίτι, την έγδυσα και την
έβαλα
να πει σιγανά το όνομά μου
έτσι γνώρισα όλες τις αμαρτίες...'' (Μικρή αυτοβιογραφία)
'' Μια νύχτα του καλοκαιριού, παιδί ακόμα, βγήκα απ'το
σπίτι και
''...οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε
ανθρώπους
ξένους... κι η παιδικότητα: ένα ουράνιο σχόλιο στο
αίνιγμα να υπάρχουμε.
Κι όταν κάποτε θα φύγω δε θα πάρω μαζί μου παρά λίγο
βιολετί απ'
το δειλινό κι έν'άστρο από κάποιο παραμύθι.'' (Η
αναχώρηση)
'' Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις
αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα
με μάτια ξένα –
αλλά κι εγώ ποιος ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η
ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω. Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό,
είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.'' (Δειλινό)
'' Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’
έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια
μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ’ ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ’
ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ως τη λαιμητόμο ή έστω ως το παράθυρο μιας
γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα
φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται
ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι
ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ’ έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ’ την πόρτα
ένα τσεκούρι. Aλλά οι
καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω
ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της
αιχμαλωσίας.'' (Αιχμαλωσία)
'' Κι αργότερα, όταν με τόσες ελπίδες εγκατασταθήκαμε στο
καινούργιο
σπίτι κι αλλάξαμε θέσεις στα έπιπλα
είδαμε πως δεν κρύβεται το παλιό μεγάλο σφάλμα μας και
πως τα
πράγματα έχουν μια δική τους μοναξιά
και μια δική τους δικαιοσύνη. Ανοίξαμε τότε το παράθυρο
κι είδαμε τους γερανούς να
περνούν.
Αλλά πoιο ήταν
το σφάλμα μας; Ποτέ δε μάθαμε. Και μόνο καμιά φορά
μέσα σ' έναν εφιάλτη βρίσκουμε κάποια απάντηση
αλλά δε θέλουμε να την πιστέψουμε.
Προς τι λοιπόν τόσα όνειρα αφού όλα θα τελειώσουν κάποτε
και κανείς δεν ξέρει ποια θα 'ναι η κρίσιμη ώρα --
πράγματα που τ' ανακαλύπτεις όταν είναι πια αργά (πάντα
ήταν αργά)
κι η ευωδιά ενός μαραμένου ρόδου είναι πιο τρομερή κι από
'να φάντασμα.
Κάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια.'' (Οι γερανοί)
'' Από κάποιο παράθυρο ακούγονται οι βαριές λέξεις ενός
ζευγαριού που είχε κάποτε αγαπηθεί με πάθος. Όλα τελειώνουν και μόνο το φθινόπωρο παραμένει αιώνια νέο
σαν τα πιο λυπημένα ποιήματα. Είμαι μόνος. Η εξοχή ευωδιάζει. Ακούγεται το τραίνο που
έρχεται κι ακουμπάω το κεφάλι μου στις ράγες. Κάποτε θα ξανασυναντηθούμε.'' (Της εξοχής)
''Όταν μας έδιωξαν απ’ τον Παράδεισο η Μαρία έκλαιγε. Την
πήγα τότε στο αντικρινό ξενοδοχείο γιατί έπρεπε να
συνεχίσουμε
τη ζωή. Όταν βγήκαμε βράδιαζε. Η Μαρία χάιδεψε την κοιλιά
της. «Υπάρχει κι η ελπίδα» είπε.
Η ελπίδα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιο τον κόσμο.'' (Η
ελπίδα)
''Μια νύχτα καθώς κοιταζόμουν στον καθρέφτη τρόμαξα,
"κι αν δω μέσα τον άλλον;" σκέφτηκα, γιατί είναι αλήθεια πως υπήρχε
μια συγκεχυμένη ιστορία γύρω απ' το άτομό μου, λέγαν πολλά, τι να
πρωτοπιστέψεις; Και συχνά ισχυρίζονταν ότι παραμιλάω ενώ απλώς κουβέντιαζα μ'
αυτόν που κρύβεται μες στις σκιές.
Τέλος τα χρόνια πέρασαν, εγώ χάθηκα σε δύσκολους δρόμους,
κοιμήθηκα σε βρώμικα δωμάτια και το πρωί άπλωσα τα σεντόνια στο παράθυρο σε μια
παράδοση άνευ όρων. Και θυμάμαι παιδί που εκμυστηρευόμουν τα βράδια στη μητέρα
πως στο σχολειό, στο ίδιο θρανίο, καθόμουν μ' έναν άγγελο."
''Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα
σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε
σ’ ένα αβέβαιο όνειρο.'' (Εκμυστηρεύσεις)
''Είμαστε αιχμάλωτοι μιας αλήθειας που χάθηκε κάπου εκεί
στα
παιδικά μας χρόνια και ζήσαμε το απέραντο σε μικρές
σκοτεινές κάμαρες και το τίποτα στις μεγάλες σελίδες της Ιστορίας...'' (Η τελευταία παρτίδα)
Ψάχνω από πού να πιαστώ. Νιώθω σαν να βυθίζομαι σε έναν αβυσσαλέο ωκεανό, παγωμένο, σκοτεινό. Κανένας ήχος, καμιά κίνηση τριγύρω. Πώς γίνεται να βρίσκεσαι ολομόναχος σε ωκεανό; Είναι ν' αναρωτιέται κανείς. Το πρόσωπό μου έχει παγώσει. Το μυαλό μου ψάχνει τρόπους επιβίωσης. Καταλαβαίνω πως το σώμα μου αιωρείται. Δεν το νιώθω, το βλέπω όμως. Είναι λες και ο άλλος μισός μου εαυτός παρακολουθεί το θέαμα από απέναντι. Προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει, ποιά μοίρα με οδήγησε μέχρι εδώ και όντας αυστηρή, με τιμωρεί. Την ακούω να γελάει, μάλιστα! Το καταλαβαίνω στο τροπάριο που ευλαβικά ψέλνουν τα παγωμένα κύματα. Ο άλλος μισός μου εαυτός συνεχίζει να παρακολουθεί το παγωμένο μου κορμί να αιωρείται. Με παρατηρεί. Τα μάτια κλειστά, το σώμα μελανιασμένο, κάτασπρα είναι και τα άκρα μου. Ω, μα θα 'λεγε κανείς πως καμιά ψυχή δεν κατοικεί πλέον σ'αυτό το ερειπωμένο κορμί. Κι όμως...
Μέσα μου νιώθω να χωρίζομαι σε δυο ίσα κομμάτια. Στο πρώτο κομμάτι που ατέρμονα βυθίζεται σ' έναν ωκεανό και ανήμπορο να αντιδράσει, υπομένει να λυτρωθεί από έναν από μηχανής Θεό. Και στο δεύτερο κομμάτι που παρατηρεί από απέναντι. Που βλέπει, νιώθει, καταλαβαίνει τον πόνο, την σύγχυση, τον φόβο αλλά δεν κάνει τίποτα. Κάθε άλλο. Υποσυνείδητα, σκέφτεται "στα 'λεγα εγώ". Να 'ναι λες η αιώνια μάχη μεταξύ "λογικής" και "καρδιάς"; Μεταξύ "καλού" και "κακού"; Του "πρέπει" και του "μη"... Και το έπαθλο; Ποιό είναι το έπαθλο για τον νικητή; Και ποιό το τίμημα για τον ηττημένο;
Κι εσύ; Εσύ, γητευτή των λέξεων. Σε φοβάμαι γιατί μοιάζεις με το δεύτερο κομμάτι του εαυτού μου. Με βλέπεις να εξασθενώ, να ζητώ έλεος και το διασκεδάζεις. Μπαινοβγαίνεις στα άδυτα της ψυχής μου με τόση άνεση, δεν οφείλεις ποτέ εξηγήσεις για τίποτα και σε κανέναν. Αλλά πάντα επιστρέφεις. Γιατί; Κι αν πασκίζω να σε καταλάβω, κι αν σε καταλαβαίνω ορισμένες φορές, τις πλείστες σε νιώθω τόσο μακριά. Σε
ξέρω, ακόμη και αν δεν σε ξέρω. Χωρίς πώς και γιατί. Και σε φοβάμαι.
Όμως με έλκεις κοντά σου κι εγώ είμαι ανήμπορη να αντισταθώ. Ξεπερνώ τα
πάντα για εσένα - κάθε φραγμό, κάθε ήθος, όλες μου τις αξίες τις
ισοπεδώνω.
Ποιά
διαστροφή με έλκει σε εσένα όμως; Τι πόθος ανεκπλήρωτος είναι αυτός,
και από πού πηγάζει; Μόνο αν σε δω θα καταλάβω. Μέχρι τώρα κοντά μου
είχα μόνο τη σκιά σου. Τώρα θα έχω και τη μορφή σου. Γιατί εσένα τον
ίδιο, δεν μπορώ να σε έχω - ούτε και θέλω. Καμία δεν μπορεί
- δεν αυταπατώμαι, δεν διαφέρω. Κάποιες ήθελαν. Εσύ όμως όχι. Δεν
μπορείς. Δεν είναι για εσένα αυτή η ζωή. Δεν σου ταιριάζει. Έχεις δεχτεί τη μοίρα σου να είναι βουτηγμένη στην ασυδοσία και απλά δεν σε νοιάζει.
Απλά δεν αφήνεις τον εαυτό σου να νοιαστεί. Γιατί είσαι τόσο δειλός.
Αυτή είναι η ευλογία, αλλά και η κατάρα σου.
Κι αν δεν ένιωσες ποτέ όλα
όσα ένιωθα, σε συγχωρώ εγώ. Και σε λυπάμαι. Γιατί ξέρω πως η συγκίνηση
από τα ανέκφραστά σου μάτια έχει πια χαθεί για πάντα. Και αν μου λες
δεν πειράζει, εγώ σε πιστεύω. Γιατί αρέσκεσαι
στην χαμέρπεια της ηδονής και του πόθου. Έτσι είσαι όμως, και αυτό δεν
αλλάζει. Πάντα έτσι ήσουν ακόμη και αν το αρνιόσουν. Δεν σε μισώ. Τη
νοσηρή σου ζωή, μόνο εσύ έχεις να την αντιμετωπίσεις. Και σε λυπάμαι,
γιατί είσαι μόνος. Ελπίζω να μην το έχεις καταλάβει. Αν και κάποτε, όταν
γυρνάς αργά το βράδυ στο άδειο σπίτι και ο Μορφέας σε αποστρέφεται
τόσο, βίαια οι σκέψεις εισβάλλουν στην άδεια σου συνείδηση. Τι κι αν
παλεύεις να τις διώξεις. Αυτές είναι εκεί. Μπροστά σου. Και αν κλείνεις
τα μάτια, αυτές δεν χάνονται. Δεν υπάρχει κανένας κοντά σου να τις
διώξει. Και το ξέρεις... Στις αναθυμιάσεις του καπνού που αναδύονται
από κάθε σου κύτταρο και στο στιλπνό σου βλέμμα, κάπου διακρίνεις την
αλήθεια. Όμως έτσι όπως είσαι, βουτηγμένος στο ψέμα, δεν την αντέχεις
κοντά σου. Και τρέχεις, τρέχεις μακριά της, βρίσκοντας καινούργια
ψέματα, σαν καλός παραμυθάς που είσαι.
Κάποτε
τα άκουγα τα ψέματά σου. Και πειθήνια σε ακολουθούσα. Γιατί οι
μεγαλύτεροι παραμυθάδες ξέρουν πως οι γυναίκες πάντα αρέσκονται στο
ψέμα. Στη γλυκειά πανάκεια που διώχνει μακριά καθετί κακό. Τώρα
περπατάω στους ίδιους δρόμους που περπατούσαμε μαζί κάποτε. Σηκώνω το
κεφάλι μου προς τη μεριά της δύσης, και αντικρίζω το ηλιοβασίλεμα που κάποτε στην αγκαλιά σου είχα νιώσει τη ζεστασιά σου. Νυχτώνει
όμως τώρα κι εσύ είσαι μακριά. Προσπαθώ να θυμηθώ πόσο όμορφα ήταν όλα
πριν από εσένα. Και μάντεψε. Στη φρεναπάτη του θροΐσματος δεν ακούω τη
φωνή σου πια. Κάτω από τον ίδιο ουρανό, στις σκιές του ίδιου ήλιου, στα
ίχνη των παλιών βημάτων μας, τα κατάφερα. Είσαι μακριά κι εγώ είμαι
καλά. Τις πλείστες φορές, τουλάχιστον...
Βλέπεις; Είμαι και εγώ καλή στα παραμύθια. Έμαθα από τον καλύτερο. Κάποτε
νόμιζα πως σε είχα, όμως και αυτό μια ψευδαίσθηση ήταν. Για να έχεις
κάτι πρέπει να μπορείς να το ορίσεις, και αυτό με εσένα δεν το κατάφερα ποτέ ... Λένε
πως ό,τι δεν συνέβη ποτέ, δεν το ποθήσαμε αρκετά. Μα ό,τι δεν μπορούμε
να έχουμε, ποθούμε περισσότερο. Το ανικανοποίητο, αυτό που είσαι
καταδικασμένος να βλέπεις πάντα μπροστά σου αλλά να μην το κρατήσεις
ποτέ στα χέρια σου, στερεί την ευτυχία. Αυτή την ιδανική ουτοπία. Αυτή
την ανεκπλήρωτη ιδέα.
Να σου πω ένα μυστικό; Η
ευτυχία δεν υπάρχει. Το ξέρω πια. Μάθε το λοιπόν και εσύ. Το να
αναζητάς δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα βρεις κιόλας. Θυμήσου το αυτό.
Και αρκέσου στη χαρά. Μην είσαι άπληστος. Μέχρι να πέσει και ο τελευταίος κόκκος στην κλεψύδρα της ζωής σου...
Πρόκειται για δεκαοχτώ ανεπίδοτες
επιστολές ενός άντρα προς τη γυναίκα που χώρισε. Αυτοεξόριστος σ’ ένα
νησί και διασχίζοντας την τυραννική έρημο της απώλειας και της
απόγνωσης, κερδίζει τη λυτρωτική γνώση που θα τον γαληνέψει, επιτέλους…
‘Η μοναξιά είναι από χώμα’ τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος
του 1988.
Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο! Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα. Όμως μέσα σ’ αυτό το λίγο σου, σ’ αυτό το περιορισμένο σου, είχα την
κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν. Σκιές του
απέραντου. Αυτό που δεν έλεγχες, αυτό που δεν γνώριζες, προσπερνούσε από
μια σου έκφραση, από μια σου χειρονομία τυχαία και με καθήλωνε. Δεν
περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος.
Ό,τι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι.
Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω
εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού
σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό
σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.Για μια
τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω. Για μια τέτοια κίνηση!
Σαν σινιάλο άλλων κόσμων ερχόταν προς εμένα κι ανέτρεπε όσα σου
καταμαρτυρούσα. Από κατήγορο με μετέτρεπε σε ζητιάνο σου! Για μια τέτοια
κίνηση!
Δεν θα απορήσω ποτέ ξανά για το τι είναι εκείνο που αλυσοδένει ένα
ζευγάρι. Δεν φαίνεται αυτό που αλυσοδένει. Εμείς οι απ’ έξω δεν βλέπουμε
τίποτα όμως ένας άντρας κανείς δεν ξέρει τι σινιάλα δέχεται από το
βλέμμα μια γυναίκας, απ’ την ανάσα της, από το γέλιο της, από την πιο
ανεπαίσθητη χειρονομία της, από το άρωμά της.
Οι ώρες, οι ελάχιστες, που πίστευα πως σε είχα δικιά μου, που ήσουνα
όπως σε ήθελα, άνοιγαν τη βασιλεία του ουρανού που με δεχότανε.
Το κρεβάτι μας άπλωνε και γινόταν το πανάκριβο “τώρα” που επιτέλους
ακινητούσε της ροές του άγχους μου και με μεταμόρφωνε σε μακαριότητα.
Όμως μαζί σου κρατούσε ελάχιστα.
Αμέσως μόλις χωρίζαμε το εφιαλτικό παιχνίδι, με τους δείκτες του
ρολογιού μ’ έρριχνε σε ασθματικά κυνηγητά. Οι ώρες, τα λεπτά, τα
δευτερόλεπτα σάρκαζαν την ψυχή μου που μακριά σου έτρεχε συνεχώς σε
ανάποδα κυλιόμενη κορδέλα. Να σε προλάβει, να σε συλλάβει, να σε
κατακρατήσει και να επαναλάβει μαζί σου εκείνο το θαυμαστό “τώρα” του
έρωτα.
Εκείνο το εξαίσιο “τώρα” του έρωτα, το τόσο ανεκτίμητο κι ακριβοπληρωμένο μπορεί και να μη συμβαίνει μονάχα μαζί σου. Ελπίζω…
Αυτή η ελπίδα με σώζει απ’ την καταδίκη της άγριας εξάρτησης από σένα.
Μπορεί να ‘σουν η πρόγευση άλλων ηδονών που από άλλους δρόμους
βρίσκονται ασφαλέστερα και διαρκέστερα. Δείγμα παραδείσου μέσα στην
κόλαση μου άφησες.
Η πρόγευσή σου μου άναψε φωτιές. Κι όχι μόνο στο κορμί μα και στην ψυχή
κι αυτό είναι το δυσκολότερο. Νιώθω ρακένδυτος οδοιπόρος που βγήκα για
να ξαναβρώ εκείνο που αστραπιαία μου αποκάλυψε η σχισμή των δικών σου
φιλιών.
—————————————————————————————
Οι ώρες, οι ελάχιστες, που πίστευα πως σε είχα δικιά μου, που ήσουνα
όπως σε ήθελα, άνοιγαν τη βασιλεία του ουρανού που με δεχότανε.
Το κρεβάτι μας άπλωνε και γινόταν το πανάκριβο “τώρα” που επιτέλους
ακινητούσε τις ροές του άγχους μου και με μεταμόρφωνε σε μακαριότητα.
Όμως μαζί σου κρατούσε ελάχιστα. Αμέσως μόλις χωρίζαμε το εφιαλτικό
παιχνίδι, με τους δείχτες του ρολογιού μ’ έριχνε σε ασθματικά κυνηγητά.
Οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα σάρκαζαν την ψυχή μου που μακριά σου
έτρεχε συνεχώς σε ανάποδα κυλιόμενη κορδέλα. Να σε προλάβει, να σε
συλλάβει, να σε κατακρατήσει και να επαναλάβει μαζί σου εκείνο το
θαυμαστό “τώρα” του έρωτα. Εκείνο το εξαίσιο “τώρα” του έρωτα, το τόσο
ανεκτίμητο κι ακριβοπληρωμένο μπορεί και να μη συμβαίνει μονάχα μαζί
σου. Ελπίζω…
Αυτή η ελπίδα με σώζει απ’ την καταδίκη της άγριας εξάρτησης από σένα.
Μπορεί και να σουν η πρόγευση άλλων ηδονών που από άλλους δρόμους
βρίσκονται ασφαλέστερα και διαρκέστερα. Δείγμα παραδείσου μέσα στην
κόλαση μου άφησες. Η πρόγευση σου μου άναψε φωτιές.
Κι όχι μόνο στο κορμί μα και στην ψυχή κι αυτό είναι το δυσκολότερο.
Νιώθω ρακένδυτος οδοιπόρος που βγήκα για να ξαναβρώ εκείνο που
αστραπιαία μου αποκάλυψε η σχισμή των δικών σου φιλιών. Δεν έχω πια άλλο
σκοπό στη ζωή μου παρά να ξαναζήσω εκείνο το αόριστο κάτι τα θελκτικό
και παντοδύναμο που ζάλισε τη ζωή μου και δεν μ’ αφήνει να συμβιβαστώ με
τίποτα. Τι να σου λέω αγάπη μου και τι να σου εξηγήσω τώρα.
Τουλάχιστον μέσα απ’ τα πάθη μου κερδίζω τη σοφία του πως ελάχιστα ξέρω.
Πως τίποτα δεν ξέρω. Φαίνεται πως ο πόνος είναι η μοναδική πύλη που μας
περνά σ’ αυτή την απελπισμένη και μαζί ελπιδοφόρα γνώση που μας
ταπεινώνει, που μας γαληνεύει, που χύνει λαδάκι στις πληγές μας.
“Το πάθος είναι πια σπουδαίο απ’ τα θαύμα”, σου διάβαζα από ένα παλιό
βιβλίο κάποτε την ώρα που εσύ έβγαζες τα φρύδια σου μπροστά σ’ έναν
μεγεθυντικά καθρεφτάκι.
Δεν είναι εκμηδένιση η ταπείνωση. Η εκμηδένιση σε κατεβάζει στο τίποτα
ενώ η ταπείνωση σ’ ανεβάζει στα παν. Πώς να την καταφέρουμε όμως εμείς
που από έπαρση είμαστε χτισμένοι. Πώς να την πετύχουμε, πες μου. Δεν
πετυχαίνεται εύκολα γι’ αυτό υποφέρουμε κι απ’ τον πολύ τον πόνο κι απ’
την πολλή την τυραννία αρχίζουμε, για την αυτοσυντήρηση μας, να
υποψιαζόμαστε με την υποψία της καρδιάς κι αρχίζει λίγο-λίγο να φέγγει.
—————————————————————————————
Έρχεται η ώρα που θα λυτρωθώ από σένα!
Και θα λυτρωθώ από σένα αγαπώντας σε περισσότερο, με της αγάπης το άμετρο μέτρο που είναι η περισσία.
Έρχεται η ώρα που δεν θα σε παίρνω από πίσω σα σκύλος, που δεν θα σε
κατασκοπεύω με τη σκέψη, που δε θα σε πολιορκώ με υποθέσεις, που δε θα
στήνω αγανακτισμένους διαλόγους στο μυαλό μου μαζί σου τις νύχτες, που
δεν θα αγωνιώ για την εντύπωση που σου δίνω.
Θα σ’ αγαπώ τόσο που δεν θα σε απαιτώ δικιά μου. Να είσαι μόνο καλά
εσύ χωρίς να ψάχνομαι πόσο καλά είμαι εγώ από το καλά σου. η
καταπληγιασμένη μου φιλαυτία άρχισε να ζαρώνει και να σκύβει κι εγώ
αρχίζω να βλέπω εσένα πίσω της και να μπορώ να σε αγαπήσω.
Ούτε και γράμματα έχω ανάγκη να σου γράφω πια. Υπάρχω μόνο και σ’
αγαπώ κι αυτό το “σ’ αγαπώ” που δεν έχει ανάγκη καμία, ούτε καν για
ανταπόδωση, θα πλημμυρίσει, θα γεμίσει με τον κυματισμό του τον κόσμο
όλο, θα έρχεται και σε σένα κι εσύ θα μπορείς, όποτε θες να τ’ ακούς.
Φτάνει να το θές.
Τα γράμματα που σου γράφω τα κόβω εδώ. Με περιορίζουν, με μεθούν,
γεμίζω παραισθήσεις κι απ’ την αυτοσυγκίνηση τραβάω λάθος δρόμους. Όλο
για τον εαυτό μου καταλήγω να μιλώ και να χαϊδολογιέμαι.
Να υπάρχω μονάχα, να σ’ αγαπώ μονάχα και να μην έχω λόγο κανένα να το
δηλώνω. Ούτε την παρουσία μου να μη χρειάζεται να δηλώνω πια.
Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ, όπως ξεχνάμε τα αυτονόητα και τα φυσικά.
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε κρίνω και εντελλώς σε αποδέχομαι. Γλίτωσα από
το μαρτύριο να προσπαθώ συνεχώς να σε διορθώνω.
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι
εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση.
Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα
και μαζί σου κι όπου κι είμαι έρχεσαι.
Είμαστε στο παντού και στο πάντα τώρα που σ’ αγάπησα κι η αγάπη μου μας κάνει αδιαίρετους.
Εσύ καλή μου, μου δίδαξες την καταστροφή του να σ’ αγαπώ λίγο. Το
λίγο ανοίγει ρωγμές να γλιστρά μέσα ο ακόρεστος εγωϊσμός, να σε απαιτεί,
να σε διεκδικεί. η παρενέργεια του εγωϊστικού έρωτα είναι μια: γενική
δηλητηρίαση που την αγάπη την αλλοιώνει σε μίσος.
Η αγάπη δεν είναι κατα περίσταση, η αγάπη είναι άνευ όρων, δεν
παζαρεύει δούναι και λαβείν, η αγάπη είναι έξοδος γιατί το εγώ το κάνει
εσύ και σε λυτρώνει.
Στην αναμέτρηση ανάμεσα σε σένα και μένα αναμετρήθηκε ο εγωϊσμός μου
με το σύμπαν. Αρχίζω να το αναγνωρίζω ύστερα από τόσες μάχες και τόσους
τραυματισμούς πως η δόξα του πολέμου είναι η συμφιλίωση κι η δόξα του
νικητή η υποταγή. Η ευγενική υποταγή όπως του βράχου που από σθένους
περίσσια σκύβει και πλένει με θάλασσα τα πόδια της στεριάς.
Όχι καλή μου αγάπη, εσύ δεν τελειώνεις, το τέλος σου δεν έχει
τελειωμό. Τα πράγματα δεν τελειώνουν έτσι εύκολα όπως το λέμε, τα
πράγματα μεταλλάσσονται κι εγώ τώρα μεταλλάσσω τον απάνθρωπο έρωτά μου,
σε αγάπη φιλάνθρωπη.
Δεν θέλω να μιλώ άλλο για μένα. Οι λέξεις είναι φυλακή, κατακρατούν
τα δεύτερα και τους ξεφεύγει το κύριο που πετά πέρα σαν ήχος καμπάνας
που σε τίποτα δεν φυλακίζεται. Οι λέξεις ταριχεύουν το ζωντανό και δεν
το αφήνουν να περπατήσει.
Σ’ αγαπώ πια τόσο που δεν σ’ εχω ανάγκη. Σ’ αγαπώ τόσο που σε
απαλλάσσω από μένα. Σ΄αγαπώ αληθινά και δεν φοβάμαι. Κατόρθωσα
πραγματικά να μη σε φοβάμαι!
Ο φόβος σου ήταν πανίσχυρος. Με φόβο γεννηθήκαμε, με φόβο
ανατραφήκαμε, τίποτα σχεδόν δικό μας δεν είναι ελεύθερο κι είναι δύσκολο
να ξαναγεννηθούμε. Λεγεώνες μέσα μας και λεγεώνες προγόνων πίσω μας
φοβούνται. Ελευθερία είναι η νίκη του φόβου και τον φόβο η φιλαυτία μας
τον σπέρνει. Από πάνω της περνά η πύλη που βγάζει στη ζωή την αληθινή κι
άλλον τρόπο δεν έχουμε. Άλλο τρόπο δεν έχω για να ζήσω: να σ’αγαπώ
άφοβα, ελεύθερα.
Αγαπώντας σε να υπάρχω, τι να τα κάνω τα ίχνη…
Να σε αγαπώ άφοβα, ελεύθερα! Αρχίζω να εμπιστεύομαι την ζωή και να
μην έχω αγωνία. Ζωή δεν είπαμε πως είναι το άλλο όνομα της αλήθειας;
Οι λέξεις είναι ξένα σώματα. Μ’ ενοχλούν. Μπορώ πια να σωπάσω.
—————————————————————————————-
Τι να σου λέω αγάπη μου και τι να σου εξηγήσω τώρα…
Τουλάχιστον μέσα απ’ τα πάθη μου κερδίζω τη σοφία του ‘πως ελάχιστα ξέρω’.
Πως τίποτα δεν ξέρω.
Φαίνεται πως ο πόνος είναι η μοναδική πύλη που μας περνά σ’ αυτή την
απελπισμένη και μαζί ελπιδοφόρα γνώση που μας ταπεινώνει, που μας
γαληνεύει, που χύνει λαδάκι στις πληγές μας.
Δεν είναι εκμηδένιση η ταπείνωση… Η εκμηδένιση σε κατεβάζει στο τίποτα
ενώ η ταπείνωση σ’ ανεβάζει στα παν. Πώς να την καταφέρουμε όμως εμείς
που από έπαρση είμαστε χτισμένοι; Πώς να την πετύχουμε, πες μου;
————————————————————————————-
Σου γράφω γιατί σε ποθώ,όπως και σου τηλεφωνούσα κάποτε από πόθο.
‘Οχι για να σου πω και να μου πεις το ένα και τ’ άλλο αλλά για να σ’
αγγίξω με τον ήχο μου και να μ’ αγγίξεις με τον δικό σου, για να κυλιστώ
στην ανάσα σου, στο γέλιο σου, μέσα στις σιωπές σου.
Βαθιά στο λαβύρινθο του ακουστικού στο αυτί μου απλωνόταν ξέστρωτη η πιο ηδονική κλίνη.
Γι’ αυτό κολλούσα στο τηλέφωνο, γι’ αυτό όλο έβρισκα προφάσεις να σου τηλεφωνώ…
Σε ήθελα τόσο που προσπάθησα να βρω κι άλλη.
Για αντιπερισπασμό στην αβάσταχτη λαχτάρα μου για σένα,να τη μειώσω, να την ανακουφίσω…
Πιο πολύ για να περιορίσω τη φοβερή ανασφάλεια πως, ίσως μ’ αφήσεις και να μετριάσω τον όλεθρο του πιθανού χωρισμού μας με μια ρεζέρβα. Από ανασφάλεια.’Οπως από παιδί που κουβαλούσα στην σάκα μου ένα σωρό όμοια στυλό από κάποιον αόριστο πανικό μην τελειώσουν και ξεμείνω στο διαγώνισμα. ‘Ετσι και τώρα ήθελα να μαζέψω πλήθος γυναίκες άλλες, από πανικό μην ξεμείνω από σένα. Και μετά το ‘βλεπα!
Είναι μες στις συμφορές του έρωτα να σου εξατομικεύει τον άλλον σε βαθμό παράλογο.
Εσύ λοιπόν δεν είχες όμοιό σου όπως τα στυλό. Εσύ δεν είχες ρεζέρβα. Κι απελπιζόμουνα από τον τρόμο μου. Ο καλύτερος τρόπος ν’ αντιμετωπίσεις τον τρόμο είναι ίσως ν’ αφεθείς στα νύχια του.
Δεν ξέρω δηλαδή κι αν έχεις άλλη επιλογή ν’ ακολουθήσεις…
Περπατώ στην άμμο όπως εσύ περπατούσες πάνω μου. Αφήνω χνάρια πάνω στη σάρκα της και με καίνε τα χνάρια σου στη δικιά μου. Κανένα κύμα ως τώρα δεν κατάφερε να σε φτάσει, κανένας άνεμος να σε σβήσει… Ο,τι κι αν σου πω, δε θα μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι.
Το απέραντο είναι άπιαστο,απερίγραπτο,ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω
εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού
σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό
σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.
Για μια
τέτοια κίνηση,κάποιες ώρες,ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω… Οι ήχοι του έρωτα είναι οι ψιθυρισμοί,όσο χαμηλότεροι τόσο πλησιέστεροι. ‘Ετσι άραγε οδηγούμαστε και στη σιωπή, που λένε πως είναι ο οίκος του απόλυτου; Τις νύχτες και τους ύπνους σου πίσω απ’ τα κλειστά σου βλέφαρα τους μίσησα. Με σφαλιχτά τα μάτια,προφυλαγμένη,μπορούσες να ξεγλιστράς εκεί που δεν μπορούσα να σε παρακολουθήσω και με πρόδιδες…
Κι έχει συννεφιά βαριά κι ετοιμάζεται πάλι να βρέξει. Καταλαβαίνω τώρα τους Κινέζους που αφιερώνουν μια ζωή στο να μάθουν να ζωγραφίζουν μια σταγόνα βροχής ή μια πευκοβελόνα.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος φαίνεται. Δε σου ανοίγεται αλλιώς ο κόσμος… Και μόνο για τη θάλασσα δεν κρατιέμαι να μη σου πω, πως σήμερα έχει το χρώμα του λιωμένου μέταλλου.
Πυκνή,παχύρρευστη,με μια μεταλλική δύναμη στα έγκατά της που την αναδεύει αργά.
Νομίζεις πως μπορείς να περπατήσεις πάνω της, χωρίς να βυθιστείς… Και στα σύννεφα,παιδί, έψαχνα να βρω γνώριμα σχήματα, όμως στα σύννεφα τα σχήματα διατηρούνται λίγο, αλλάζουν συνέχεια,με μπερδεύουν. Το σχήμα του βράχου είναι ακλόνητο. Λαχταρώ το ακλόνητο τώρα, όπως ο ναυαγός τη σανίδα στο αναστατωμένο πέλαγο που τον απειλεί…
Αμέσως μόλις χωρίζαμε το εφιαλτικό παιχνίδι,με τους δείχτες του ρολογιού μ’ έριχνε σε ασθματικά κυνηγητά. Οι ώρες,τα λεπτά,τα δευτερόλεπτα σάρκαζαν την ψυχή μου που μακριά σου έτρεχε συνεχώς σε ανάποδη κυλιόμενη κορδέλα. Να σε προλάβει,να σε συλλάβει,να σε κατακρατήσει και να επαναλάβει μαζί σου εκείνο το θαυμαστό “τώρα” του έρωτα…
Η πρόγευσή σου μου άναψε φωτιές. Κι όχι μόνο στο κορμί μα και στην ψυχή κι αυτό είναι το δυσκολότερο. Νιώθω ρακένδυτος οδοιπόρος που βγήκα για να ξαναβρώ εκείνο που αστραπιαία
μου αποκάλυψε η σχισμή των δικών σου φιλιών. Δεν έχω πια άλλο σκοπό στη ζωή μου παρά να ξαναζήσω εκείνο το αόριστο κάτι, το θελκτικό και παντοδύναμο που ζάλισε τη ζωή μου και δε μ’ αφήνει να συμβιβαστώ με τίποτα…
Ο καιρός καλεί δεν καλείται. Και μόνο το αληθινό δεν έχει καιρό κι είναι παντοτινό…
Τώρα που το σώμα μου έμαθε το σώμα σου, του έγινε νόμος η επαφή μας…
Στο χάδι σου το αίμα μου θυμήθηκε την αιτία και τον προορισμό του…
Νιώθω φορτωμένος, ξέχειλος από άχρηστες αποσκευές που μου είχαν καταπνίξει τον ωφέλιμο χώρο.
Πώς ν’ απαλλάξω τη σκέψη μου απ’ τις ερμηνείες των άλλων έτσι που να μη σου λέω “σ’ αγαπώ”,
γιατί όσα κάνουμε μιμούνται τις ταινίες, τα διαβάσματα,τα τραγούδια που μας πρωτοδίδαξαν αυτή τη φράση;
Να σου λέω “σ’αγαπώ”, γιατί ένα αρχέγονο κύμα βγαίνει από βαθιά μου, πρωτοφανές, άγνωστο και λέει έτσι… Ζαλίζομαι πάλι,ξεχνώ όλα τ’ άλλα,τις αποφάσεις μου όλες, απλώνω τα χέρια μου και σε πείσμα όλης της λογικής του κόσμου, όλης της φρόνησης, υπνωτισμένος απ’ τη γιγαντοαφίσα σου ορμώ να σε χαϊδέψω.
Σε πείσμα όλων σε θέλω σα μανιακός και με κυριεύει η παλιά λαχτάρα η πιο επιτακτική κι η πιο επίφοβη: Καλύτερα χίλιες φορές καλύτερα να απωλεσθώ κοντά σου παρά να σωθώ μακριά σου…
Ο πιο μοναχικός δρόμος είναι αυτός που με παίρνει μακριά σου…
Σου γράφω γιατί σε ποθώ,όπως και σου τηλεφωνούσα κάποτε από πόθο.
‘Οχι για να σου πω και να μου πεις το ένα και τ’ άλλο, αλλά για να σ’ αγγίξω με τον ήχο μου και να μ’ αγγίξεις με τον δικό σου, για να κυλιστώ στην ανάσα σου,στο γέλιο σου, μέσα στις σιωπές σου.
Βαθιά στο λαβύρινθο του ακουστικού στο αυτί μου απλωνόταν ξέστρωτη η πιο ηδονική κλίνη.
Γι’ αυτό κολλούσα στο τηλέφωνο, γι’ αυτό όλο έβρισκα προφάσεις να σου τηλεφωνώ…
Σε ήθελα τόσο που προσπάθησα να βρω κι άλλη. Για αντιπερισπασμό στην αβάσταχτη λαχτάρα μου για σένα,να τη μειώσω,να την ανακουφίσω… Πιο πολύ για να περιορίσω τη φοβερή ανασφάλεια πως, ίσως μ’ αφήσεις και να μετριάσω τον όλεθρο του πιθανού χωρισμού μας με μια ρεζέρβα. Από ανασφάλεια.’Οπως από παιδί που κουβαλούσα στην σάκα μου ένα σωρό όμοια στυλό από κάποιον αόριστο πανικό μην τελειώσουν και ξεμείνω στο διαγώνισμα.
‘Ετσι και τώρα ήθελα να μαζέψω πλήθος γυναίκες άλλες, από πανικό μην ξεμείνω από σένα. Και μετά το ‘βλεπα! Είναι μες στις συμφορές του έρωτα να σου εξατομικεύει τον άλλον σε βαθμό παράλογο. Εσύ λοιπόν δεν είχες όμοιό σου όπως τα στυλό. Εσύ δεν είχες ρεζέρβα. Κι απελπιζόμουνα από τον τρόμο μου.
Ο καλύτερος τρόπος ν’ αντιμετωπίσεις τον τρόμο είναι ίσως ν’ αφεθείς στα νύχια του.
Δεν ξέρω δηλαδή κι αν έχεις άλλη επιλογή ν’ ακολουθήσεις… Περπατώ στην άμμο όπως εσύ περπατούσες πάνω μου. Αφήνω χνάρια πάνω στη σάρκα της και με καίνε τα χνάρια σου στη δικιά μου. Κανένα κύμα ως τώρα δεν κατάφερε να σε φτάσει, κανένας άνεμος να σε σβήσει… ‘Ο,τι κι αν σου πω,δε θα μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι. Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει
στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια
σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο. Για μια τέτοια κίνηση,κάποιες ώρες,ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω…
Οι ήχοι του έρωτα είναι οι ψιθυρισμοί, όσο χαμηλότεροι τόσο πλησιέστεροι.
‘Ετσι άραγε οδηγούμαστε και στη σιωπή, που λένε πως είναι ο οίκος του απόλυτου;
Τις νύχτες και τους ύπνους σου πίσω απ’ τα κλειστά σου βλέφαρα τους μίσησα. Με σφαλιχτά τα μάτια,προφυλαγμένη,μπορούσες να ξεγλιστράς εκεί που δεν μπορούσα να σε παρακολουθήσω και με πρόδιδες… Κι έχει συννεφιά βαριά κι ετοιμάζεται πάλι να βρέξει. Καταλαβαίνω τώρα τους Κινέζους που αφιερώνουν μια ζωή στο να μάθουν να ζωγραφίζουν μια σταγόνα βροχής ή μια πευκοβελόνα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος φαίνεται.Δε σου ανοίγεται αλλιώς ο κόσμος… Και μόνο για τη θάλασσα δεν κρατιέμαι να μη σου πω, πως σήμερα έχει το χρώμα του λιωμένου μέταλλου.
Πυκνή,παχύρρευστη,με μια μεταλλική δύναμη στα έγκατά της που την αναδεύει αργά. Νομίζεις πως μπορείς να περπατήσεις πάνω της, χωρίς να βυθιστείς… Και στα σύννεφα,παιδί, έψαχνα να βρω γνώριμα σχήματα, όμως στα σύννεφα τα σχήματα διατηρούνται λίγο, αλλάζουν συνέχεια,με μπερδεύουν. Το σχήμα του βράχου είναι ακλόνητο. Λαχταρώ το ακλόνητο τώρα, όπως ο ναυαγός τη σανίδα στο αναστατωμένο πέλαγο που τον απειλεί…
Αμέσως μόλις χωρίζαμε το εφιαλτικό παιχνίδι,με τους δείχτες του ρολογιού μ’ έριχνε σε ασθματικά κυνηγητά. Οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα σάρκαζαν την ψυχή μου που μακριά σου έτρεχε συνεχώς σε ανάποδη κυλιόμενη κορδέλα. Να σε προλάβει, να σε συλλάβει, να σε κατακρατήσει
και να επαναλάβει μαζί σου εκείνο το θαυμαστό “τώρα” του έρωτα… Η πρόγευσή σου μου άναψε φωτιές.Κι όχι μόνο στο κορμί μα και στην ψυχή κι αυτό είναι το δυσκολότερο.
Νιώθω ρακένδυτος οδοιπόρος που βγήκα για να ξαναβρώ εκείνο που αστραπιαία μου αποκάλυψε η σχισμή των δικών σου φιλιών. Δεν έχω πια άλλο σκοπό στη ζωή μου παρά να ξαναζήσω εκείνο το αόριστο κάτι, το θελκτικό και παντοδύναμο που ζάλισε τη ζωή μου και δε μ’ αφήνει να συμβιβαστώ με τίποτα… Ο καιρός καλεί δεν καλείται. Και μόνο το αληθινό δεν έχει καιρό κι είναι παντοτινό…
Τώρα που το σώμα μου έμαθε το σώμα σου, του έγινε νόμος η επαφή μας… Στο χάδι σου το αίμα μου θυμήθηκε την αιτία και τον προορισμό του… Νιώθω φορτωμένος,ξέχειλος από άχρηστες αποσκευές που μου είχαν καταπνίξει τον ωφέλιμο χώρο. Πώς ν’ απαλλάξω τη σκέψη μου απ’ τις ερμηνείες των άλλων έτσι που να μη σου λέω “σ’ αγαπώ”, γιατί όσα κάνουμε μιμούνται τις ταινίες, τα διαβάσματα,τα τραγούδια που μας πρωτοδίδαξαν αυτή τη φράση;
Να σου λέω “σ’αγαπώ”,γιατί ένα αρχέγονο κύμα βγαίνει από βαθιά μου, πρωτοφανές,άγνωστο και λέει έτσι… Ζαλίζομαι πάλι,ξεχνώ όλα τ’ άλλα,τις αποφάσεις μου όλες, απλώνω τα χέρια μου και σε πείσμα όλης της λογικής του κόσμου όλης της φρόνησης, υπνωτισμένος απ’ τη γιγαντοαφίσα σου ορμώ να σε χαϊδέψω. Σε πείσμα όλων σε θέλω σα μανιακός και με κυριεύει η παλιά λαχτάρα η πιο επιτακτική κι η πιο επίφοβη:
Καλύτερα χίλιες φορές καλύτερα να απωλεσθώ κοντά σου παρά να σωθώ μακριά σου… Ο πιο μοναχικός δρόμος είναι αυτός που με παίρνει μακριά σου… Το ΠΑΘΟΣ που το σώμα σου και το σώμα μου ύφαναν σφιχτά έκανε καλά τη δουλειά του. Με ηδονή και οδύνη μ’ έκαψε,μ’ έλιωσε και μ’ έχυσε σε καλούπι νέο.Μετά από σένα έχω γίνει άλλος…
Θέλω να κλάψω,θέλω να γυρίσω πίσω,θέλω να σε ξαναβρώ. Είμαι πιο αδύναμος απ’ αυτό το πούπουλο του κλέφτη, που πετάει στον άνεμο. Πούπουλο είμαι κι εγώ με άνεμο, τη δικιά σου ανάσα. Είμαι αδύναμος σαν ερωτευμένος. Είμαι μόνιμο εξάρτημα της ανάγκης για σένα… Οι στόχοι που διάλεξα υποχωρούν νικημένοι απ’ τον στόχο που με διάλεξε. Εσύ είσαι ο στόχος που με διάλεξε,η αναπότρεπτη μοίρα μου,η άγρυπνη ματιά στου μυαλού μου το θόλο…
Να σ’ αγγίξω, να σε πιάσω, να σε μυρίσω. Να μπω στο κρεβάτι σου και στα ζεστά σου σεντόνια,στο κορμί σου που
πιάνεται,στο φιλί σου που τρώγεται,στον σπασμό σου που ξεσκίζει τις
ιδεοληψίες και τις αράχνες τους… Μια νύχτα μαζί σου πυκνή όσο ο σπόρος του παγκόσμιου μια ώρα πριν τη γένεσή του. Μια νύχτα μαζί σου αστραφτερή σαν αστραπή του Ολύμπου. Μια νύχτα μαζί σου ηδονική σαν τη πτώση απ’ του Παράδεισου το ξέφωτο στην εξορία του Αδάμ που δεν τελειώνει… Για μια νύχτα όλα τα παραπετώ,τα καταπατώ,τα περιφρονώ και τα μισώ γιατί είναι μονάχα εμπόδια στην ακράτητη λαχτάρα μου να σ’ αγκαλιάσω. Βιάζομαι να σε ξαναβρώ όπως το έμβρυο βιάζεται άμα ξεκινήσουν οι ωδίνες να εξωθηθεί απ’ τη μήτρα.
Βιάζομαι να βγω στο φως,φως μου…‘Οχι λοιπόν δεν γίνεται να τελειώσεις εσύ για μένα,εγώ θα τελειώσω για σένα και πάνω σου. Σαν ηλεκτρικός λαμπτήρας που θα λάμψει όλη του τη λάμψη και θα καεί. Αυτός είναι ο ρόλος μου στο σχέδιο του κόσμου,ο μόνος,γι’ αυτό τον αποζητώ έτσι επιτακτικά… Για μια νύχτα μαζί σου όλα μου τα φουκαριάρικα κατορθώματα εδώ
ευχαρίστως τα
θυσιάζω.Υπομονές, πρακτικές, προσευχές, ασκητικές, ησυχασμούς, εγκράτειες, ανακαλύψεις
και αποκαλύψεις, τα βράζω. Χειροπιαστός είναι ο κόσμος μάτια μου.
Χειροπιαστός σαν το γλυκό σου δέρμα και κανείς δε στέκεται πάνω σε νεφέλες,κανείς δεν περπατά πάνω σε νερά… Κι αν πάλι δε συμφωνήσεις μ’ όλα τούτα,θα πέσω και θα σε ικετέψω, για μια νύχτα άφησέ με να σ’ αποκτήσω ξανά,να ενωθώ μαζί σου κι ύστερα άλλο τίποτα δε θα ζητήσω…
Μια νύχτα έρωτα κι ύστερα ας χαθώ στη σκοτεινιά του τίποτα,του χωρίς εσένα.
Θ’ αναπαυθώ εν ειρήνη μια κι όλα θα τ’ αποκτήσω και θα τα ζήσω σε μια νύχτα… Σ’ αγαπω κι αγαπώντας σε, σε περιέχω,σε έχω αφού είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι αν είμαι έρχεσαι… Είμαστε στο παντού και στο πάντα τώρα που σ’ αγάπησα κι η αγάπη μας κάνει αδιαίρετους….
Tο κράτησα ώς τώρα αχάλαστο ανεξήγητο, γιατί ώς τώρα δυο λογιών κρασάκι έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει και δεν τον ρώτησα ποτέ ποιας φωτιάς γιος είναι, σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.
Δεν του λιγόστεψα του κόσμου τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του, του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση έτσι το δέχτηκα κι έτσι τ' αποχωρίστηκα: με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα, αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω πώς λύνεται ένα χθες, ένα εξαρτάται, το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω, ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι. Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι, πηγή αν είσαι ή κρήνη, θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα που, Πηνελόπες και όχι, μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού για να δοξάζεται το αίνιγμα πώς μένουμε αξεδίψαστοι.