Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Υπενθυμίσεις του Έρωτα ~ Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ




Αν σ' έχει ξεχάσει ο έρωτας
εσύ θα τον ξαναθυμηθείς
μόλις η ματιά σου αγγίξει τη φύση
τις πλαγιές, τα κύματα
τα φυλλοβόλα δέντρα
που δεν αμφισβητούν ποτέ τις εποχές
τα ζώα που βγαίνοντας
απ' την κοιλιά της μάνας τους
ξέρουν κιόλας πώς να ζήσουν
πώς ν' αντισταθούν στους εχθρούς
που τους έχει ορίσει η φύση.


Πρόσεξε μόνο μην η ζωντανεμένη ανάμνηση
πέσει πάνω στο σωρό
απ' τις προδομένες προσδοκίες σου
τ' αναπάντητα όνειρά σου.


Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Αποδιοπομπαίος τράγος...




Δύσκολο να πεις "σ’ αγαπώ"! Κοίτα πόσο χρόνο, απόσταση και προσποίηση επενδύσαμε μπροστά στον τρόμο αυτής της λέξης που σαν φίδι πλησιάζει αθόρυβα, παραμονεύει, και που αρνείσαι μια, δυο, τρεις, πολλές φορές, διώχνοντάς την σαν κακή σκέψη, αδυναμία, παράπτωμα, σαν κάτι ανεπίτρεπτο.

Σήμερα θα 'θελα τα δάχτυλά σου ιστορίες να γράφουν στα μαλλιά μου. Θα 'θελα στον ώμο φιλιά, χουχούλιασμα, τις αλήθειες τις πιο μεγάλες να ξεστομίζεις ή τα πιο μεγάλα ψέματα! Να μου ’λεγες ας πούμε πως είμαι η γυναίκα η πιο ωραία του κόσμου, πως πολύ μ’ αγαπάς και άλλα τέτοια, χιλιοειπωμένα! Με τα επιτακτικά σου φιλιά τις γραμμές του προσώπου μου να διαγράφεις και στα μάτια άχρονα να με κοιτάζεις, λες κι ολάκερη η ζωή σου εξαρτάται απ' το χρώμα τους.

Ν’ αναγνωρίζεις εμπρός στον καθρέφτη το ίχνος, την απουσία των κορμιών που συνομιλούν πλεγμένα. Να νιώθεις πως υπάρχει μια άγρια αγάπη έγκλειστη για λόγους λογικής, καταδικασμένη εις θάνατον από εξάντληση, δίχως να δοθεί σε άλλον κανέναν παρά κυριευμένη από ένα μόνο πρόσωπο αναπόφευκτο. Να χάνεσαι ξαφνικά. Κι ύστερα να επιστρέφεις πάλι, σημαίνοντας την επόμενη συνάντηση, μόνο και μόνο για να το μετανιώσεις ξανά. Να μην αντέχεις το φόβο, τη δειλία, τον τρόμο στον ήχο της φωνής.

Να δραπετεύεις σαν ελάφι, τρομαγμένο απ’ την ίδια του την καρδιά κραυγάζοντας ένα και μόνο όνομα στη σιωπή κι έτσι να κάνεις θόρυβο, να γεμίζεις με φωνές άλλες, μόνο και μόνο για να συνεχίσεις να διαλύεσαι και να αυξάνεις τον τρόμο που προκαλεί ένας παντοτινά χαμένος ουρανός.

Στο ημερολόγιο να μετράς την απουσία και με κόκκινο στυλό να διαγράφεις τις μέρες που κάποτε σημάδεψαν τα ενωμένα κορμιά. Παράθυρα λευκά απ’ όπου θα ξεγλιστρά μια απαρχαιωμένη ηδονή και μια μοναξιά να ανακουφίζει το τεντωμένο δέρμα. Τους ήχους να ξαναβρίσκεις της εσώτερης ζωής, που τα εξαγριωμένα λόγια μας τους είχαν σιγήσει. Οι μέρες να απορροφούν την πικρία καθώς θα πέφτουν έξω οι πρώτες βροχές.

Η μοναξιά θα μυρίζει νοτισμένη γη. Ανέμους θα γεμίζει η καρδιά μου. Λίγες ημέρες ακόμη και θα σβήσουν οι γραμμές οι ακριβείς του προσώπου σου. Και τότε απ’ την αρχή θα σε ποθώ ξανά. Θα αποκλείσω λήθη και οργή. Η νοσταλγία να με μουσκεύει και εγώ η ίδια υγρασία να αναδίδω. Φθαρμένη να προσμένω την ανάσταση της σάρκας αυτού που υπήρξαμε.


Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Νοσταλγία ~ Κική Δημουλά

 


Τον θυμάμαι ακόμα.

Παράξενο πολύ,

γιατί όσο ένα ανοιξιάτικο σύννεφο έμεινε,

όσο χρειάζεται για να ειπωθεί ένα αντίο.



Υπέροχο μνημείο.

Διάχυτος σαν μυρουδιά,

απροσδιόριστος σαν το άπειρο,

βλέμμα σάμπως σ’ ατέλειωτη νύχτα.



Μπροστά μας ένα σταχτοδοχείο

όπου τινάζαμε μια τεφρωμένη ολοκλήρωση.

Το ρολόγι του σχεδίαζε με το χρόνο

κάποιο ξεκίνημα πικρό.



Και τότε εγώ

σήκωνα το ποτήρι

και πίναμε μαζί κάποιο σαλπάρισμα

ανάκατο με μια σιγή.



Στο χωρισμό μήτε αντίο

μήτε φιλί.


Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Μια επιστολή ~ Μαρία Πολυδούρη



"Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα..."

Ίσως το γράμμα αυτό να μη διαβαστεί ποτέ, από κανέναν, αλλά στ’ αλήθεια, δε με νοιάζει. Ίσως μέχρι να φτάσει στα χέρια σας να 'χω πια ολότελα ξεχαστεί απ’ όλους. Αλλά, ούτε δα κι αυτό το τελευταίο με νοιάζει. Εξάλλου, δεν έχω και πολλά να σας πω, θέλω μόνο να σας θυμίσω ότι κάποτε υπήρξα. Κάποτε υπήρξα κι ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί. Και Ζωή και Χάρος ήμουν! Έζησα, τ'ομολογώ, μια ζωή δηλητηριασμένη, γι’ αυτό θαρρώ αποφάσισα να την εγκαταλείψω. Εκείνο που για τους άλλους ήτανε ζωή, για με ήταν θάνατος. Γεννιόμουνα και πέθαινα κάθε μέρα, ώρα και στιγμή. Ζούσα με τον θάνατο, ζούσα για να πεθάνω, μα τουλάχιστον δε ζούσα νεκρή όπως οι γύρω μου, τα μικρά αστεία ανθρωπάκια που 'λέγαν πως μ’ αγάπησαν κι ας μη μπόρεσαν ποτέ κι ας μη τόλμησαν ποτέ να διαβάσουν την ψυχή που 'κρυβε περίσσιο φως και σκοτάδι μέσα της.

Κατά βάθος με φοβόντουσαν και δεν αργούσαν να τραπούν εις άτακτον φυγήν. Δεν άντεχαν να με κοιτούν κατάμματα, μη τύχει και τους κλέψω την ψυχή τους. Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθεί ότι λυπόμουνα βαθιά όταν καταλάβαινα ότι μ’ αγαπούσαν; Εγώ, ίσως να μην αγάπησα αρκετά, όχι όσο έπρεπε. Τον ιδανικό μου έρωτα θαρρώ τον έζησα στη φαντασία μου. Η ψυχή μου κι η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το ένιωθα μέσα μου κι όμως δεν πίστευα ότι θα υπήρχε μέρα που θα μου αποδείκνυε πως αγαπούσα αληθινά. Δεν είναι στ’ αλήθεια τραγικό, μια μεγάλη ειρωνεία, να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν τη γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς εκείνοι που νιώθουν την ψυχή τους να πνίγεται στον πόνο της; Πολλοί λέγαν ότι ζούσα μες στο κεφάλι μου. Κάτι έπρεπε να πουν κι αυτοί! Πως άλλως θα με κατέτασσαν σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων;

Άνθρωποι, ανθρωπάκια! Η ζωή ένα τεράστιο ψέμα που άλλοι το αγαπάνε κι άλλοι -οι λίγοι- προσπαθούν να το κάνουν αληθινή ζωή. Εσείς, αγαπητοί άγνωστοί μου φίλοι, πως ζείτε; Ζείτε; Μια φάρσα, αυτό ήταν η δικιά μου ζωή. Κανείς δεν την κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρίς να το θέλω, έζησα στο περίπου και σκηνοθέτησα το θάνατό μου. Κι όμως αγαπούσα τη ζωή, αλλά πάντα αυτή μου 'παιρνε ό,τι άλλο αγαπούσα. Μου έλειπε πάντα μια καρδιά που να πονεί για μένα. Κι ήταν δύσκολο, δύσκολο πολύ να ζω μονάχη μου μες σ’ ένα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στα μικρά της ζωής και στο τίποτα. Ήμουνα σαν παράσιτο, σαν μαύρο ξωτικό που έχασε το δρόμο κι αντί να ταξιδέψει στον ονειροκόσμο του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαριά. Εγέλασα. Αλήθεια ήταν! αν μάντεψε την ψυχή μου, καλά την ονόμασε χήρα!

Είναι που θα παρακαλούσαν να είχαν ζήσει στην εποχή μου. Εγώ, θα 'θελα να ζήσω σε κάποιαν άλλην εποχή. Έζησα ανάμεσα σε μια γενιά ηττημένη. Κάποιοι από μας 'κάναν τον πόνο στίχο, την οργή τραγούδι, αλλά κανείς δεν τόλμησε -ούτ’ από μας, ούτ’ από τους άλλους- δεν τόλμησε να ξεφύγει από το χαραγμένο μονοπάτι, δεν τόλμησε να πει ό,τι στ’ αλήθεια σκεφτότανε, δεν τόλμησε να κάνει ό,τι στ’ αλήθεια ήθελε να κάνει. Οι περισσότεροι ήταν -ήμασταν- δειλοί που 'ψαχναν απλά να βρουν την αυτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί κι ανάπηροι. Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι κι υπερφίαλοι! Απόκληροι της αντίληψης. Κι όμως ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν κι ο Κ. (εννοεί τον Καρυωτάκη) ο μόνος που θα μπορούσε ποτέ να με καταλάβει, αλλά ούτε κι εκείνος τόλμησε. Μου 'πε μάλιστα, πως με λυπόταν γιατί τον αγαπούσα, πως ήμουνα γι’ αυτόν μια παρηγοριά. Το 'χε η εποχή, κανείς δεν ήταν ο εαυτός του! Γι’ αυτό θαρρώ κι έζησα τόσο μόνη κι ας είχα πάντοτε κάποιους να με συντροφεύουν, αδέλφια μου σ’ ένα πόνο που δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν.

Έκαναν τα πάντα για με, αλλά η αγάπη τους ήταν μια θυσία που ποτέ δε δέχτηκα μ’ ευμένεια κι οι ανησυχίες τους χειροπέδες για μένα. "Πόσο είναι αστεία η ζωή μα και πόσο αστειότεροι είμαστε 'μεις που την ανεχόμαστε τέτοια", έγραψα, θυμάμαι, κάποτε στο ημερολόγιό μου. Μα, από τότε έχουν πια περάσει χρόνια. Πόσα, δεν ξέρω, αφού ο χρόνος δεν έχει πια για με καμία σημασία. Τώρα, είμαι κάπου αλλού και ζω -αν τούτη δω η κατάσταση θεωρείται ζωή- μες από τις αναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τα τετράδια του μυαλού και κοιτάζω πίσω. Όλα ζητάω τα χαμένα, τις μικρές στιγμές, τον αγαπημένο. Γυρνώ το βλέμμα και κοιτάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είναι μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη, είναι τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος κι όμως -Θεέ συγχώρεσέ με- θα τον έπαιρνα με τη καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια. Με την καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σ’ έβρω μοναδική κι αξέχαστή μου αγάπη.

Δε θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ, να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου 'κείνο που μου 'ριχνες σαν έφτανα, τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου, να ιδώ τα χέρια σου ν’ απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν, να ιδώ, να νιώσω το φίλημά σου. Είναι τόσο μεγάλος ο καημός κι είμεθα τόσο μικροί ένας-ένας εμείς οι άνθρωποι που τον αποτελούμεν. Τα λόγια αυτά ίσως ν’ ακούγονται σαν παραλήρημα ενός ετοιμοθανάτου, μα, αλί, δεν μπορώ να πεθάνω αφού είμαι από χρόνια πια νεκρή. Όσο ζούσα, όσο έζησα, ήμουνα παιδί. Ήμουν ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχομαι αλλά και ποιο παιδί δεν είναι άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη! Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά κι αν είναι δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική που 'ναι ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στη καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε από τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, τη κάθε σας στιγμή τραγούδι κι όταν έρθει η ώρα η στερνή να πεθάνετε όχι από πλήξη, αλλά από ειλικρίνεια όπως ο φίλος τζίτζικας, που τόσο ωραία τα έλεγε μα 'μεις τα παίρναμε για γκρίνια.

Τώρα, καθώς γράφω τις τελευταίες γραμμές, κοιτώ πίσω κι αντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: έζησα ελεύθερη όσο καμιά άλλη γυναίκα της εποχής μου, έκανα πράγματα που δεν έκανε καμιά άλλη κι αγαπήθηκα όσο λίγες. Και, δεν το ξεχνώ, καθώς το βλέμμα μου έσβηνε, 'κείνη τη μελαγχολική αυγούλα τ’ Απρίλη, δεν ήμουν πια μόνη. Νέοι που μ’ αγάπησαν ήρθαν να μ’ αποχαιρετήσουν και φίλες καρδιακές στο προσκεφάλι μου ένα τελευταίο τραγούδι να μου χαρίσουν. Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα, όπως λέει κι η καλή μου φίλη.



Με αγάπη

Μαρία Πολυδούρη

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Βάθος ~ Οδυσσέας Ελύτης



Απόσπασμα από την ποιητική συλλογή "Προσανατολισμοί" του Οδυσσέα Ελύτη.


Αρχίσαμε μια λέξη που να μη χωράει τον ουρανό αλλά να τυραννεί την άνεση του ανέμου καθώς ξεχύνεται στις χτυπημένες - από την άρμη της προσδοκίας - στεριές ή πάνω στα κρύα μουράγια όπου βαδίζει από αιώνες απόκληρος της λησμονιάς ο ίσκιος.

Ορκισμένη χώρα! Παλιά πουλιά γεμάτα σύννεφα, πότε κατά τη δύση που χαράζει στα στήθια μας έλη ανίας, πότε κατά την ανώριμη καρδιά που ζητάει να μπει πεισματικά στη φύση...

Ακόμη θυμόμαστε τα κουρέλια μιας πυρκαγιάς γενναιόφρονης, τα πειράματα ενός χαρταετού που σάστισε τα δάχτυλά μας ψηλά στον αγέρα ή στην αρχή ενός δρόμου όπου σταθήκαμε για ν' αναζητήσουμε μια γυναίκα γεμάτη ανταποκρίσεις, γεμάτη σκιές στοργής ταιριασμένης στα τολμηρά κεφάλια μας.

Ακόμη θυμόμαστε την αγνότητα που την είχαμε βρει τόσο αινιγματική, πλυμένη σε μιαν αυγή που αγαπούσαμε γιατί δεν ξέραμε πως μέσα μας, ακόμη πιο βαθιά, ετοιμάζαμε άλλα όνειρα πιο μεγάλα που θα 'πρεπε να σφίξουν στην αγκαλιά τους ακόμη περισσότερο χώμα, περισσότερο αίμα, περισσότερο νερό, περισσότερη φωτιά, περισσότερον Έρωτα!


Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Νύχτα του άγρυπνου έρωτα ~ Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα



Νύχτα πάνω από τους δυο με πανσέληνο,
εγώ βάλθηκα να κλαίω κι εσύ γελούσες.
Η καταφρόνια σου ήταν ένας Θεός, τα δικά μου παράπονα
στιγμές και περιστέρια αλυσοδεμένα.

Νύχτα κάτω από τους δυο. Κρύσταλλο οδύνης,
έκλαιγες εσύ από βάθη απόμακρα.
Ο πόνος μου ήταν ένας σωρός από αγωνίες
πάνω στην αδύναμη καρδιά σου από άμμο.

Η αυγή μας έσμιξε πάνω στο κρεβάτι,
τα στόματα βαλμένα πάνω στο παγωμένο σιντριβάνι
του αίματος τ αστείρευτου που χύνεται.

Κι ο ήλιος μπήκε απ το κλειστό μπαλκόνι
και το κοράλλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του
πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη.

Το παράπονο ~ Οδυσσέας Ελύτης



Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα

Στ' αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ' ομολογώ
Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Νοσταλγία ~ Κώστας Καρυωτάκης



Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.
Κι αν φούσκωσαν τα στήθη, κι αν δακρύζεις
που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,
δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι, ας κλαις.


Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά
-- πόσος καιρός! -- τα χάιδεψες μια νύχτα·
και σα ν' ακούς εντός σου να σαλεύει
μια συφορά παλιά και να ξυπνά.


Θα στήσουνε μακάβριο το χορό
οι θύμησες στα περασμένα γύρω·
και θ' ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε
και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.


Τα μάτια που κρεμούν -- ήλιοι χλωμοί --
το φως στο χιόνι της καρδιά και λιώνει,
οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες
οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί...

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Ο Επίλογος ~ Τάσος Λειβαδίτης



Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν.
Κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο ή εκείνο, κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας: τότε που όλα θα εξηγηθούν, χωρίς λόγια ή και χωρίς να υπάρχουμε καν

Όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα, η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια

Και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε, με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα — αφού το τέλειο έγκλημα έγινε εκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί.

Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει), ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό —
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμο ή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα — στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό, ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου.

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Πέρασα ~ Κική Δημουλά



Περπατώ και νυχτώνει. Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη. Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.

Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.

Όχι δεν είμαι λυπημένη. Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα, όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει κι όπως ο φόβος των γενναίων.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.

Είδα πολλά και ωραία όνειρα και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων, κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.

Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες: εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.

Πήγα και στη θάλασσα. Μου οφειλόταν ένα πλάτος.
Πες πως το πήρα. Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες ορθόδοξης ερημίας.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Πάντα σε θυμάμαι...



Πάντα φοβόμουν μην χάσω τα άτομα που αγαπώ. Μερικές φορές, όμως, αναρωτιέμαι αν υπάρχει κανείς εκεί έξω που να φοβάται μην χάσει εμένα... Κι αν είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι η αγάπη σε ελευθερώνει, σε απογειώνει και σε ανυψώνει, τότε γιατί νιώθω φυλακισμένη και υποδουλωμένη στα δεσμά σου; Γιατί μου κόβεται η ανάσα κάθε φορά που σε σκέφτομαι; Γιατί νιώθω μια ατέλειωτη θλίψη, έναν κόμπο στον λαιμό και πόνο στην καρδιά; Να 'ξερες μονάχα τι θες... Να 'ξερες πόσα θέλω να σου πω... Λόγια χιλιοειπωμένα που κουράστηκαν να τα ακούνε οι τοίχοι του δωματίου μου... Λόγια που γράφτηκαν σε αμέτρητες σελίδες από χαρτί και σκίστηκαν με την πρώτη ευκαιρία, προτού βρεθούν στους κάδους των σκουπιδιών...

Ε λοιπόν, είναι αξιοθαύμαστο το πόσες αναμνήσεις μπορεί να αποθηκεύσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Να θες να διαγράψεις λόγια, στιγμές, πρόσωπα και να μην μπορείς βρε αδελφέ! Πάντα σε θυμάμαι... Πάντα θυμάμαι την πρώτη φορά που μου κράτησες το χέρι... Πάντα θυμάμαι το πρώτο μας φιλί... Πάντα θυμάμαι πώς λαμπύριζαν τα καστανά σου μάτια υπό το φως του φεγγαριού εκείνες τις καλοκαιριάτικες νύχτες που πλαγιάζαμε στην αμμουδερή παραλία, ξέρεις, στο συνηθισμένο μας μέρος. Πάντα θυμάμαι το χάδι σου... Πάντα θυμάμαι το κυνηγητό μέσα στη βροχή! Εσύ να τρέχεις μπροστά, ξεκαρδισμένος στα γέλια που δεν μπορώ να σε φτάσω, κι εγώ να τρέχω από πίσω τάχα θυμωμένη! Κι ύστερα να πέφτω στην αγκαλιά σου, να χάνομαι μέσα στα χέρια σου λες και δεν υπάρχει αύριο... Εκείνο που δείλιασα να σου πω, είναι ότι όλος μου ο κόσμος βρισκόταν σ'αυτή την αγκαλιά, ανάμεσα στα δυο σου χέρια, μέσα στα καστανά αμυγδαλωτά σου μάτια, στο λατρεμένο χαμόγελό σου...

Τώρα καταλαβαίνω πόσο προφητικό ήταν το κυνηγητό μας στη βροχή. Ανέκαθεν αυτό συνέβαινε με εμάς τους δυο. Εσύ να πηγαινοέρχεσαι όποτε σε βολεύει, να μπαινοβγαίνεις γελώντας στη ζωή μου με μια αλλόκοτη θρασύτητα, κι εγώ απηυδησμένη και μπουχτισμένη από όλο αυτό, να διερωτώμαι τι θες επιτέλους και τι ζητάς. Κι όταν σου φώναζα πως σε μισώ, χαιρόσουν γιατί "το μίσος είναι πάθος και αγάπη μαζί", έλεγες... Δεν είχες κι άδικο... Πάντα σε θυμάμαι...


Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου ~ Τάσος Λειβαδίτης



''Κι αγάπησα με πάθος καθετί που δεν ήταν γραφτό να ζήσω. Κι έζησα όλη τη ζωή μου σε ένα όνειρο και την αθανασία σε μερικά κονιάκ'' ( Το πουλί με τις αλήθειες)


''Ποιός ξέρει τι θα συμβεί αύριο, ή ποιός έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα, σε
όνειρα... Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
στον παράδεισο- συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
της νιότης μου, ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά να πάει που;
κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
ένας τον άλλον. Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντας τους μόνο έναν κόσμο,
κι όταν θα πεθάνω θα 'θελα να με θάψουν σ'ένα σωρό από φύλλα
ημερολογίου για να πάρω και το χρόνο μαζί μου. (Φύλλα Ημερολογίου)


''... Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. 
Κι αν έχασα την ζωή μου, την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα χτες ή ένα άυριο, όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας...
Κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν'
αγαπήσουν. (Άνεμος Νοεμβρίου)


''...Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου
μέσα σ'ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να
σκόρπιζε γιασεμιά, φωτιζόταν για λίγο η νύχτα.
Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ, αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.'' (Ο πρώτος στίχος)


 '' ...Θυμάσαι που  ψάχναμε απεγνωσμένα να βρούμε τον Θεό ή
ονειρευόμαστε ν'αγγίξουμε το μυστήριο ενός κοριτσίστικου απογεύματος,
κι ύστερα τα πένθη, οι θλιβερές επέτειοι, ένα χρώμα σταχτί στον
ουρανό...'' (Νύχτες αϋπνίας)


'' ...Για αυτό σας λέω μη ζητάμε περισσότερα κι αργότερα, άντρας πια,
καθόμουν πίσω απ' τα τζάμια και κοίταζα τα φώτα της
πόλης. έτσι γνώρισα το αναπότρεπτο των χωρισμών- τι θ'απομείνει
λοιπόν, τι θ'απομείνει από τόσες προσδοκίες, τόσους στεναγμούς;
ένα όνομα και δυο χρονολογίες χαραγμένες στην πέτρα που ο καιρός
θα τις σβήνει σιγά σιγά...'' (Νυχτερινή ευωδία)


''...γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ' τα παράθυρα δυνάμωνε  η
βροχή, κι ύστερα πιασμένοι απ' το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλλιά
σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα -
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε  τη
ζωή μας μ' εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ' άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροϊδεύουν - και γεμίζουν τα τετράδια τους με
ποιήματα για να μη χαθούν.
Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυάγιο...'' (Ώρα του λυκόφωτος)


''Καμιά φορά σκέφτομαι: τι θα 'κανα αλήθεια αν ξανάρχιζα τη ζωή
μου; Πάλι εδώ θα' φτανα, στην άκρη του κόσμου...
Ω Κύριε των μακρινών σταθμών που τους
διαβαίνουμε κάποτε μες στο όνειρο...
Ενώ ένας πλανόδιος οργανοπαίχτης στο δρόμο με μια λυπημένη μουσική
θα δωροδοκεί το δειλινό ν'αργοπορεί...
Κι ίσως θα πρέπει να χαθείς ολότελα για να μάθεις κάποτε ποιος
είσαι...'' (Η ερώτηση)


''Κι άλλοτε ο πόνος μου γινόταν αφόρητος όταν σκεφτόμουν πως
κάποτε θα με ξεχάσουν (οι δικοί μου είχαν όλοι φύγει σιγά σιγά)
μια μέρα έφερα μια γυναίκα στο σπίτι, την έγδυσα και την έβαλα
να πει σιγανά το όνομά μου
έτσι γνώρισα όλες τις αμαρτίες...'' (Μικρή αυτοβιογραφία)


'' Μια νύχτα του καλοκαιριού, παιδί ακόμα, βγήκα απ'το σπίτι και
ξάπλωσα στον κήπο κι όπως κοίταξα τον ουρανό,
Θεέ μου, τι απεραντοσύνη, πόσα άστρα, μ'έπιασε πανικός.
Από τότε ξέρω πως δε θα προφτάσω.'' (Η στάχτη)


''...οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε ανθρώπους
ξένους... κι η παιδικότητα: ένα ουράνιο σχόλιο στο αίνιγμα να υπάρχουμε.
Κι όταν κάποτε θα φύγω δε θα πάρω μαζί μου παρά λίγο βιολετί απ'
το δειλινό κι έν'άστρο από κάποιο παραμύθι.'' (Η αναχώρηση)


'' Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα –
αλλά κι εγώ ποιος ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω. Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό,
είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.'' (Δειλινό)


'' Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’ έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ’ ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ’ ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ως τη λαιμητόμο ή έστω ως το παράθυρο μιας γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ’ έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ’ την πόρτα ένα τσεκούρι. Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας.'' (Αιχμαλωσία)

 
'' Κι αργότερα, όταν με τόσες ελπίδες εγκατασταθήκαμε στο καινούργιο
σπίτι κι αλλάξαμε θέσεις στα έπιπλα
είδαμε πως δεν κρύβεται το παλιό μεγάλο σφάλμα μας και πως τα
πράγματα έχουν μια δική τους μοναξιά
και μια δική τους δικαιοσύνη. Ανοίξαμε τότε το παράθυρο 
κι είδαμε τους γερανούς να περνούν.
Αλλά πoιο ήταν το σφάλμα μας; Ποτέ δε μάθαμε. Και μόνο καμιά φορά
μέσα σ' έναν εφιάλτη βρίσκουμε κάποια απάντηση
αλλά δε θέλουμε να την πιστέψουμε.
Προς τι λοιπόν τόσα όνειρα αφού όλα θα τελειώσουν κάποτε
και κανείς δεν ξέρει ποια θα 'ναι η κρίσιμη ώρα --
πράγματα που τ' ανακαλύπτεις όταν είναι πια αργά (πάντα ήταν αργά)
κι η ευωδιά ενός μαραμένου ρόδου είναι πιο τρομερή κι από 'να φάντασμα.
Κάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια.'' (Οι γερανοί)


'' Από κάποιο παράθυρο ακούγονται οι βαριές λέξεις ενός ζευγαριού που είχε κάποτε αγαπηθεί με πάθος. Όλα τελειώνουν και μόνο το φθινόπωρο παραμένει αιώνια νέο σαν τα πιο λυπημένα ποιήματα. Είμαι μόνος. Η εξοχή ευωδιάζει. Ακούγεται το τραίνο που έρχεται κι ακουμπάω το κεφάλι μου στις ράγες. Κάποτε θα ξανασυναντηθούμε.'' (Της εξοχής)


''Όταν μας έδιωξαν απ’ τον Παράδεισο η Μαρία έκλαιγε. Την
πήγα τότε στο αντικρινό ξενοδοχείο γιατί έπρεπε να συνεχίσουμε
τη ζωή. Όταν βγήκαμε βράδιαζε. Η Μαρία χάιδεψε την κοιλιά
της. «Υπάρχει κι η ελπίδα» είπε.
Η ελπίδα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιο τον κόσμο.'' (Η ελπίδα)


''Μια νύχτα καθώς κοιταζόμουν στον καθρέφτη τρόμαξα, "κι αν δω μέσα τον άλλον;" σκέφτηκα, γιατί είναι αλήθεια πως υπήρχε μια συγκεχυμένη ιστορία γύρω απ' το άτομό μου, λέγαν πολλά, τι να πρωτοπιστέψεις; Και συχνά ισχυρίζονταν ότι παραμιλάω ενώ απλώς κουβέντιαζα μ' αυτόν που κρύβεται μες στις σκιές.
Τέλος τα χρόνια πέρασαν, εγώ χάθηκα σε δύσκολους δρόμους, κοιμήθηκα σε βρώμικα δωμάτια και το πρωί άπλωσα τα σεντόνια στο παράθυρο σε μια παράδοση άνευ όρων. Και θυμάμαι παιδί που εκμυστηρευόμουν τα βράδια στη μητέρα πως στο σχολειό, στο ίδιο θρανίο, καθόμουν μ' έναν άγγελο."


''Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε σ’ ένα αβέβαιο όνειρο.'' (Εκμυστηρεύσεις)


''Είμαστε αιχμάλωτοι μιας αλήθειας που χάθηκε κάπου εκεί στα
παιδικά μας χρόνια και ζήσαμε το απέραντο σε μικρές σκοτεινές κάμαρες και το τίποτα στις μεγάλες σελίδες της Ιστορίας...'' (Η τελευταία παρτίδα)