Στα χρώματα του Σεπτέμβρη θά 'θελα κι εγώ ν' αλλάξω τη δική μου καρδιά να πάψει να σε αναζητά ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα που μου θυμίζουν τόσες μάταιες ξάγρυπνες βραδιές και τόσα ανώφελα προσκυνήματα μπροστά στην εικόνα του έρωτά μου για σένα.
Περνά ένα ακόμα καλοκαίρι χωρίς αιδώ σαρκαστικά περιγελώντας την επιμονή μου να σ' αγαπώ δίχως μέλλον. Καληνύχτα αγάπη μου.
Ξέρω πως κάπου, σε κάποια αγκαλιά περιγελάς κι εσύ την επιμονή μου. Τι να σου κάνω όμως, μάτια μου. Έτσι επίμονος είναι ο Σεπτέμβρης!
Δύσκολο να πεις "σ’ αγαπώ"! Κοίτα πόσο χρόνο, απόσταση και προσποίηση επενδύσαμε μπροστά στον τρόμο αυτής της λέξης που σαν φίδι πλησιάζει αθόρυβα, παραμονεύει, και που αρνείσαι μια, δυο, τρεις, πολλές φορές, διώχνοντάς την σαν κακή σκέψη, αδυναμία, παράπτωμα, σαν κάτι ανεπίτρεπτο. Σήμερα θα 'θελα τα δάχτυλά σου ιστορίες να γράφουν στα μαλλιά μου. Θα 'θελα στον ώμο φιλιά, χουχούλιασμα, τις αλήθειες τις πιο μεγάλες να ξεστομίζεις ή τα πιο μεγάλα ψέματα! Να μου ’λεγες ας πούμε πως είμαι η γυναίκα η πιο ωραία του κόσμου, πως πολύ μ’ αγαπάς και άλλα τέτοια, χιλιοειπωμένα! Με τα επιτακτικά σου φιλιά τις γραμμές του προσώπου μου να διαγράφεις και στα μάτια άχρονα να με κοιτάζεις, λες κι ολάκερη η ζωή σου εξαρτάται απ' το χρώμα τους. Ν’ αναγνωρίζεις εμπρός στον καθρέφτη το ίχνος, την απουσία των κορμιών που συνομιλούν πλεγμένα. Να νιώθεις πως υπάρχει μια άγρια αγάπη έγκλειστη για λόγους λογικής, καταδικασμένη εις θάνατον από εξάντληση, δίχως να δοθεί σε άλλον κανέναν παρά κυριευμένη από ένα μόνο πρόσωπο αναπόφευκτο. Να χάνεσαι ξαφνικά. Κι ύστερα να επιστρέφεις πάλι, σημαίνοντας την επόμενη συνάντηση, μόνο και μόνο για να το μετανιώσεις ξανά. Να μην αντέχεις το φόβο, τη δειλία, τον τρόμο στον ήχο της φωνής. Να δραπετεύεις σαν ελάφι, τρομαγμένο απ’ την ίδια του την καρδιά κραυγάζοντας ένα και μόνο όνομα στη σιωπή κι έτσι να κάνεις θόρυβο, να γεμίζεις με φωνές άλλες, μόνο και μόνο για να συνεχίσεις να διαλύεσαι και να αυξάνεις τον τρόμο που προκαλεί ένας παντοτινά χαμένος ουρανός. Στο ημερολόγιο να μετράς την απουσία και με κόκκινο στυλό να διαγράφεις τις μέρες που κάποτε σημάδεψαν τα ενωμένα κορμιά. Παράθυρα λευκά απ’ όπου θα ξεγλιστρά μια απαρχαιωμένη ηδονή και μια μοναξιά να ανακουφίζει το τεντωμένο δέρμα. Τους ήχους να ξαναβρίσκεις της εσώτερης ζωής, που τα εξαγριωμένα λόγια μας τους είχαν σιγήσει. Οι μέρες να απορροφούν την πικρία καθώς θα πέφτουν έξω οι πρώτες βροχές. Η μοναξιά θα μυρίζει νοτισμένη γη. Ανέμους θα γεμίζει η καρδιά μου. Λίγες ημέρες ακόμη και θα σβήσουν οι γραμμές οι ακριβείς του προσώπου σου. Και τότε απ’ την αρχή θα σε ποθώ ξανά. Θα αποκλείσω λήθη και οργή. Η νοσταλγία να με μουσκεύει και εγώ η ίδια υγρασία να αναδίδω. Φθαρμένη να προσμένω την ανάσταση της σάρκας αυτού που υπήρξαμε.
Ψεύτικα αισθήματα, ψεύτη του κόσμου!
Μα το παράξενο φως του έρωτός μου
φέγγει στου σκότεινου δρόμου την άκρη:
Με το παράπονο και με το δάκρυ,
κόρη χλωμόθωρη μαυροντυμένη.
Κι είναι σαν αίνιγμα, και περιμένει.
Λάμπει το βλέμμα της απ' την ασθένεια.
Σάμπως να λιώνουνε χέρια κερένια.
Στ' άσαρκα μάγουλα πως έχει μείνει
πίκρα το νόημα γέλιου που σβήνει!
Είναι το αξήγητο το μικροστόμα
δίχως το μίλημα, δίχως το χρώμα.
Κάποια μεσάνυχτα θα σε αγαπήσω,
Μούσα. Τα μάτια σου θα τα φιλήσω,
να 'βρω γυρεύοντας μες στα νερά τους
τα χρυσονείρατα και τους θανάτους,
και τη βασίλισσα λέξη του κόσμου,
και το παράξενο φως του έρωτός μου.
Δεν βαρέθηκες να
μοιρολογείς; Πάει αυτός ο έρωτας, έφυγε! Δεν άντεξε το ασήκωτο βάρος των
προσδοκιών σου και την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια. Γιατί αυτή η ατέρμονη θλίψη;
Γιατί, εαυτέ μου, χειμώνιασε η καρδούλα σου από τώρα; Νωρίς είναι ακόμη,
Οκτώβριο έχουμε! Κάνε υπομονή και μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς ρε
μορτάκι. Σάμπως αυτουνού θα του λείψεις νομίζεις; Ούτε την απουσία σου δεν πήρε
χαμπάρι βρε κουτό! Θα ‘πρεπε να έχεις συνηθίσει μέχρι τώρα, παρ’ όλα αυτά μοιρολογείς και θρηνείς κάθε φορά σαν να ‘ναι η πρώτη! Σαν να μην το ‘χεις ξαναζήσει
το έργο! Θυμίζεις κάτι ταινίες κακογραμμένες με σενάριο τετριμμένο,
χιλιοειπωμένο και ρηχές ερμηνείες από δευτεροκλασάτους πρωταγωνιστές.
Η διαπίστωση
είναι αυτή που σε πονά περισσότερο, το ξέρω! Η διαπίστωση ότι δεν αγαπήθηκες
καθόλου. Ή δεν αγαπήθηκες αρκετά ώστε να μείνει δίπλα σου και να παλέψει για το
κοινό σας μέλλον. Χα! Κοινό μέλλον; Μωρ’ τι μας λες! Εδώ δεν είχατε κοινό
παρόν, το κοινό μέλλον σε μάρανε! Έτσι είναι οι άνθρωποι κουκλάκι μου, έτσι
λειτουργούν. Φεύγουν νωρίτερα μην τυχόν και νιώσουν! Μεγάλη κατάρα να νιώθεις,
θέλει κότσια και τσαγανό. Γι’ αυτό οι άνθρωποι προτιμούν το επιφανειακό, το
πρόσκαιρο, το απλό, το εύκολο! Σου λέει, πού να τρέχω τώρα να διεκδικώ; Κάτσε
στα αυγουλάκια σου, μπορείς να έχεις το “χρησιμοποιημένο” που δεν χρειάζεται να
κοπιάσεις για να το αποκτήσεις.
Σε οικτίρω! Ναι,
εσένα,όχι εκείνον. Εκείνον τον θαυμάζω!
Βεβαίως, σωστά άκουσες! Τον θαυμάζω γιατί χρειάζονται μεγάλα αποθέματα
αναισθησίας και εγωισμού ώστε να μην καταφέρει να νιώσει τίποτα μετά από έναν
χρόνο και κάτι μήνες. Ψιλά γράμματα μωρέ!Εσύ, όμως, που ένιωσες είσαι για λύπηση γιατί
όσο αλτρουιστής κι αν είναι κάποιος, η αγάπη πρέπει να ‘ναι αμφίδρομη. Στην
αγάπη υποτάσσεσαι δεδομένου ότι υποτάσσεις. Εσύ απλά αρκέστηκες στο να
υποταχθείς.
Ξυπνώ, πλένομαι, ντύνομαι και βγαίνω έξω. Άλλη μια μέρα περνά χωρίς εσένα. Χωρίς νόημα. Άλλη μια μέρα θα κυλήσει αβίαστα, μηχανικά. Σαν καλοκουρδισμένο ρομπότ θα βγω έξω, θα κάνω τις δουλειές μου, θα χαμογελάσω ίσως σε 'κανα γνωστό, θα προσπαθήσω να γελάσω με τα αστεία της παρέας... Τι κι αν περάσουν 10 λεπτά, τι κι αν περάσουν 10 ώρες... Καμία αίσθηση δεν μου κάνει. Πάνε μέρες τώρα που προσπαθώ να πνίξω την εικόνα σου σ' ένα μπουκάλι ουίσκυ. Που προσπαθώ να σβήσω την μορφή σου ξεφυσώντας τον καπνό απ' το τσιγάρο που όλο λέω πως θα 'ναι το τελευταίο και όλο ανάβω το επόμενο. "Είσαι καλά, θα γίνεις καλά", συνεχίζω να επαναλαμβάνω στον εαυτό μου. Ποιόν κοροϊδεύω! Η μορφή σου εξακολουθεί να με στοιχειώνει. Το γέλιο σου, το βλέμμα σου, τα μάτια σου... Τι κι αν επιζητώ το χάδι, το φιλί σε αγκαλιές ξένες... Κανένας δεν είναι εσύ.
Τί νομίζω πως κάνω; Αφού ό,τι αναπνέει, ό,τι περπατάει, ό,τι μιλάει, ό,τι
υπάρχει σε τούτο τον τόπο θυμίζει εσένα. Ό,τι ζω είναι απλά μια παραλλαγή κάποιας στιγμής που ήσουν
δίπλα μου... Μια φτηνή απομίμηση... Δεν καταλαβαίνω. Δεν με καταλαβαίνω. Γιατί δεν σε ψάχνω; Γιατί δεν παλεύω για να είσαι δίπλα μου; Τί είναι αυτό που με κρατάει αδρανή; Απλώς περιμένω. Αλήθεια, τί περιμένω; Εγώ δεν είμαι αυτή που έλεγε πως ό,τι δεν πάρεις μόνος σου
κανείς δε θα στο δώσει;
Και τώρα απλά περιμένω κάτι να αλλάξει, κάτι να συμβεί. Κάτι που μ'ένα μαγικό τρόπο θα σε κάνει να γυρίσεις! Κι ας ξέρω πως αυτή την φορά είναι οριστικό, όλα έχουν τελειώσει μεταξύ μας. Εσύ μάλλον το πήρες απόφαση, κομμένα τα πισωγυρίσματα. Κι αυτό γιατί εγώ σε έδιωξα. Εγώ είμαι αυτή που δεν άντεξε την κοροϊδία, την πολυγαμικότητα σου, τη σαδιστική σου συμπεριφορά, το πήγαινε-έλα σου... Κι ας υποστηρίζεις το αντίθετο, κι ας μη θες να παραδεχτείς... Για κοίτα! Τόσα τα μειονεκτήματα σου, κι εγώ εξακολουθώ να ρίχνω το φταίξιμο στον εαυτό μου που φάνηκε σκληρή, αμετανόητη και σ' έδιωξε!
Πλέον δεν ζητώ συμβουλές. Από ποιόν να ζητήσω και γιατί; Λες και δεν ξέρω ότι είσαι η καταστροφή μου. Σαν την κάφτρα του τσιγάρου, έτσι κι εσύ με καις. Με τραβάς ολοένα και πιο βαθιά στα σκοτεινά σου μονοπάτια. Εκεί που το μυαλό παρανοεί και η "ξετσίπωτη" ανάγκη για ηδονή υποβόσκει. Είσαι κάτι ανεξήγητο, κάτι καρμικό, πόλος έλξης... Κι όμως, υπάρχει κάτι που με κρατάει μακριά σου. Με κρατάει μακριά απ' το να σου τηλεφωνήσω, απ' το να σου στείλω ένα ρημαδιασμένο μήνυμα, μακριά από κάθε επαφή μαζί σου... Αυτό, που κάθε φορά που ερχόμαστε κοντά, αποτραβιόμαστε ακόμα πιο βίαια ο ένας απ' τον άλλον. Με περισσότερο μίσος κάθε φορά. Είναι λες και όλα συνωμοτούν να με
κρατούν μακριά σου αλλά ταυτόχρονα ολοένα έρχομαι και πιο κοντά σου.
Εσύ είσαι αυτό το κάτι... Και δεν ξέρω ούτε το γιατί, ούτε το πως έφτασε μέχρι εδώ αυτή η κατάσταση...Εγώ, που πάντα ήμουν ο προασπιστής της λογικής, που παραμέριζα τα συναισθήματά μου για να κάνω το "σωστό"... Πώς κατάφερα να μπλέξω μαζί σου; Γιατί άφησα τον εαυτό μου να σε ερωτευτεί; Κι ακόμη χειρότερα, να σε αγαπήσει! Προσπαθώ να καταλάβω τι είσαι, γιατί δείχνεις ό,τι δείχνεις. Λες και δεν ξέρω ότι πάντα κρύβεσαι, λες και δεν ξέρω τι
αισθάνεσαι!
Και τελικά φεύγω... Φεύγω απ' αυτό που νιώθω. Πουτάνα λογική κατέστρεψες τους πιο μεγάλους έρωτες... Κάποτε, ένας πολύ καλός μου φίλος, μου είπε: "Έμαθες να φεύγεις από αυτό που νιώθεις γι' αυτό τις νύχτες βλέπεις εφιάλτες". Δεν είχε κι άδικο! Τώρα απλά ψάχνω να βρω την δύναμη να επιβιώσω μακριά σου... Κάπου θα έχει κρυφτεί...σίγουρα...
"Σ' έχω επιθυμήσει" της έγραψε μετά από δυο μήνες απουσίας. Λογομάχησαν, όπως πάντα. Την έπεισε να συναντηθούν να μιλήσουν από κοντά, όπως πάντα. Τόσα αναπάντητα ερωτήματα, τόσα "γιατί", τόσα ανείπωτα λόγια. Τι να θέλει πάλι και επιστρέφει στη ζωή της; Τόσα πισωγυρίσματα, τόσα πήγαινε-έλα. Εκείνη πάντα ο σταθμός, κι αυτός το τρένο που εκτελεί τα βιαστικά του δρομολόγια. Εκείνη πάντα ο φάρος, κι αυτός ένας υπερόπτης Τιτανικός που την περιφρονεί σκίζοντας αδιάκοπα τα κύματα της ψυχής της. Μα τον αγαπά. Τον αγαπά, όχι με την μελιστάλακτη έννοια. Τον αγαπά για το σκοτεινό του χαρακτήρα του, για τους δαίμονες που κουβαλά μέσα του. Γι' αυτούς τους δαίμονες που εξουσιάζουν και την ίδια και που την σπρώχνουν ολοένα και πιο βαθιά στο αβυσσαλέο χάος της ψυχής του. Μπορεί να ξεφύγει απ' τα δίχτυα του αλλά δεν το κάνει. Είμαστε λίγο
περίεργοι οι άνθρωποι κάποιες φορές. Διαλέγουμε εσκεμμένα τον πόνο. Γιατί μέσα από τον πόνο βιώνουμε μέχρι το κόκκαλο τις αδυναμίες μας, τους πιο κρυφούς μας πόθους. Γιατί δεν αγαπάμε αρκετά τους ανθρώπους όταν δεν λατρεύουμε την αθλιότητα, την ταπείνωση και τη δυστυχία τους.
Τον ρώτησε γιατί εξαφανίστηκε ξαφνικά απ' τη ζωή της, με τον ίδιο τρόπο που εμφανίστηκε πάλι. "Αυτός είμαι. Έτσι είμαι εγώ", της απάντησε. "Και δεν σε χαλάνε ρε μάγκα μου τα πισωγυρίσματα; Δεν θες κάτι σταθερό στη ζωή σου;" τον ρώτησε. "Όχι!". Κι ενώ εκείνη πήγε στη συνάντηση με την προσδοκία της επανασύνδεσης, βλέπει τώρα τον κόσμο της να γκρεμίζεται. Συγκρατιέται να μην κλάψει, το ορκίστηκε στον εαυτό της άλλωστε πως δεν θα την δει ποτέ να κλαίει. Συγκρατιέται όσο μπορεί μα το παράπονο της είναι χείμαρρος ακράτητος που καταλήγει σε δάκρυα και λυγμούς. Η παγερή εικόνα της αυτοάμυνάς της μεταμορφώνεται σε μία πεμπτουσία συναισθημάτων. Εκείνος την αγκαλιάζει, δεν την αφήνει. Προσπαθεί να της σκουπίσει τα δάκρυα, να την κάνει να γελάσει. Τον διώχνει. Δεν θέλει τον οίκτο του. Έτσι βασανιστικά πέρασαν εκείνες οι δυο-τρεις ώρες, μέχρι που τους πήρε ο ύπνος στο κρεβάτι. Κοιμήθηκαν μακριά ο ένας απ' τον άλλον, σαν δυο ξένοι. Λες και τα σώματά τους δεν συναντήθηκαν ποτέ. Λες και σβηστήκαν οι μνήμες από τις άλλοτε καυτές βραδιές όταν έπαιρναν κι οι δυο φωτιά, εκρήγνυντο και - σαν περήφανοι φοίνικες - αναγεννιόνταν μέσα από τις στάχτες τους.
Κάποια στιγμή ξημέρωσε. Οι πρώτες ζωηρές ηλιαχτίδες κατάφεραν να διαπεράσουν τα στόρια για να γαργαλήσουν απαλά τα μάτια της και να την ξυπνήσουν. Αγουροξυπνημένη και μπερδεμένη γυρνάει και τον κοιτάει. Αυτός κοιμάται. Ήρεμος, γαλήνιος. Σκέφτεται να του χαϊδέψει τα μαλλιά, να τον φιλήσει αλλά δεν της βγαίνει. Μετά τα χτεσινά συμβάντα, τι της μένει πια να κάνει; Τα συναισθήματά της ανάμεικτα. Σηκώνεται από το κρεβάτι, βγαίνει απ' την κρεβατοκάμαρα γιατί δεν θέλει να βρίσκεται κοντά του. Θέλει να φύγει, να εξαφανιστεί απ' τη ζωή του προτού η φωτιά του την κάψει ολοσχερώς. Σκέφτεται να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγει απ' το διαμέρισμα. Έτσι, χωρίς καμιά προειδοποίηση. Χωρίς καμιά εξήγηση."Ύστερα, όμως, θα του μοιάσω...", σκέφτεται. Τριγυρνάει άσκοπα μέσα στο καθιστικό, κάποια στιγμή βγαίνει έξω στην βεράντα για να πάρει καθαρό αέρα. Νιώθει ένα βάρος στο στήθος ίσα με δέκα τόνους, πνίγεται, θέλει να εξαφανιστεί από όλους και όλα. Ξαφνικά τον βλέπει μπροστά της! "Καλημέρα! Σε ξύπνησα;" τον ρωτάει. "Ναι!" της απαντά χαμογελώντας. Επιστρέφουν αμίλητοι στην κρεβατοκάμαρα, ξαπλώνουν κι οι δυο στο κρεβάτι. "Πάντα τόσο νωρίς ξυπνάς;" την ρωτάει. "Πάντα", του αποκρίνεται. Τον ρωτάει αν θα ξανακοιμηθεί και κουνά καταφατικά το κεφάλι. "Αγκάλιασέ με για να με πάρει ο ύπνος..." της λέει κάποια στιγμή κι αυτή το κάνει χωρίς δεύτερη σκέψη, σχεδόν ετεροχρονισμένα. Τον έχει επιτέλους στην αγκαλιά της αλλά για πόσο ακόμα; Οι σκέψεις της καίνε το μυαλό, νιώθει μπουχτισμένη από αυτές. Αναστενάζει βαθιά και αρχίζει να του χαϊδεύει απαλά το στήθος... Εκείνος μένει ξαπλωμένος με κλειστά τα μάτια. Ξέρει πως δεν κοιμάται, είναι σίγουρη πως απολαμβάνει τα χάδια της! Για να τον τεστάρει, κάνει πως σταματά. "Γιατί σταμάτησες;" την ρωτάει και γυρνάει προς το μέρος της. "Νόμιζα πως σε πήρε ο ύπνος" του απαντά. "Συνέχισε..." της λέει και παίρνοντας το χέρι της, το ξαναβάζει στο στήθος του. Συνεχίζει να του χαϊδεύει το στήθος, κάποια στιγμή αρχίζει να του χαϊδεύει απαλά το σβέρκο με τα χείλη. Σφίγγει το σώμα της στο δικό του και συνεχίζοντας τα χάδια, αρχίζει να τον φιλά στο λαιμό. Εκείνος αναστενάζει. Την κοιτάζει και βίαια αρχίζει να την φιλά. Νιώθει την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή! Η ανάσα της καυτή και κάθε που τον φιλά, νιώθει τα γνώριμα ρίγη στο σώμα της.
Είναι δικιά του, μόνο δικιά του. Τον φιλά... Τον φιλά για όλα τα χρόνια που θα τα περάσουν χώρια, για όλες τις ελπίδες που θα χαθούν... Δίνεται ολοκληρωτικά στο ασίγαστο πάθος του, στο ασίγαστο μίσος του. Κι αν καεί ξανά στη φωτιά του, δεν την νοιάζει. Ξέρει πως είναι η τελευταία τους φορά, ας τον απολαύσει λοιπόν κι ας χτυπά το κεφάλι της στους τοίχους μετά... Τα χείλη της αναζητούν τα δικά του επιτακτικά. Θέλει να του δείξει πόσο τον αγαπά, ή καλύτερα πόσο πολύ τον λατρεύει. Γιατί τον λατρεύει σαν Θεό. Ο Θεός της αμαρτίας, της λαγνείας. Έτσι θέλει να του παραδίνεται, σαν σκλαβωμένη να θυσιάζεται γι' αυτόν στο βωμό του πάθους. Κι όταν πια τελειώνουν, ξαπλώνουν αγκαλιασμένοι και αφήνονται στην αγκαλιά του Μορφέα. Κάποια στιγμή ξυπνούν, χαμογελάνε και λένε ξανά καλημέρα. Ντύνονται, συγυρίζουν την κρεβατοκάμαρα, συμμαζεύουν το διαμέρισμα και εξακολουθώντας να είναι αμίλητοι, οδεύουν προς τον ανελκυστήρα. Δεν ανταλλάζουν βλέμματα, δεν ανταλλάζουν κουβέντες. Ο ανελκυστήρας φτάνει στο ισόγειο και παίρνει ο καθένας τον δρόμο του. Γιατί έτσι είναι... Στον χωρισμό, μήτε φιλί μήτε αντίο...
Είναι ορισμένοι στίχοι - κάποτε ολόκληρα ποιήματα - πού μήτε εγώ δεν ξέρω τι σημαίνουν... Αυτό που δεν ξέρω ακόμη με κρατάει... Κι εσύ έχεις δίκιο να ρωτάς... Μη με ρωτάς... Δεν ξέρω σου λέω...
Δυο παράλληλα φώτα απ' το ίδιο κέντρο... Ο ήχος του νερού, που πέφτει τον χειμώνα, απ' το ξεχειλισμένο λούκι ή ο ήχος μιας σταγόνας καθώς πέφτει από 'να τριαντάφυλλο στον ποτισμένο κήπο αργά - αργά ένα ανοιξιάτικο απόβραδο σαν τον λυγμό ενός πουλιού...
Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτός ο ήχος - ωστόσο εγώ τον παραδέχομαι... Τ' άλλα που ξέρω στα εξηγώ... Δεν το αμελώ... Όμως κι αυτά προσθέτουν στη ζωή μας...
Κοιτούσα όπως κοιμότανε, το γόνατό της να γωνιάζει το σεντόνι.. Δεν ήταν μόνο ο έρωτας... Αυτή η γωνία είναι η κορυφογραμμή της τρυφερότητας, και το άρωμα του σεντονιού, του λευκού και της άνοιξης, συμπλήρωναν εκείνο το ανεξήγητο που ζήτησα, άσκοπα και πάλι να στο εξηγήσω...
Πέρασαν οι χειμώνες, έτρεξα το βλέμμα της ξανά ν' αντικρίσω Είδα ένα φως μα ήταν σκοτάδι, είδα μια σκιά ήμουν εγώ Είδα έναν άγγελο μα ήταν ψέμα
Κλείδωσα το χρόνο σε έναν παλιό καθρέφτη και τον έσπασα να μην ξανακυλήσει και ένα κομμάτι ματώνει την καρδιά μου για ένα δάκρυ από τα μάτια της
Και μου είπε μη δακρύζεις, ο πόνος δεν τελειώνει και την πνοή μου την στερνή πάνω στα μεταξένια της φτερά την άφησα και με ταξίδεψε εκεί που οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε...
Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, δεν θα 'μαι εδώ για κανέναν Μην έρθεις απόψε την σιωπή μου να δεις, θα γράφω τραγούδια θλιμμένα
Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης με χρώμα από φως κι από δάκρυ
Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης, με χρώμα από φως κι από δάκρυ
Εδώ... στον κόσμο μου θέλω να ζήσω Εδώ... τον φόβο μου πίσω ν' αφήσω Βροχή... η σκέψη μας πάλι να σβήσει Σιωπή... ο ήλιος ποτέ δεν θα δύσει
Ξανά... ν' αγγίζω το φως στο σκοτάδι Φωτιά... να καίει το φιλί κάθε βράδυ Εδώ... στου ονείρου το φως να γυρνάμε Εδώ... οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε
Μην έρθεις απόψε δεν θα 'μαι εδώ, δεν θέλω να κλάψω για σένα Φεύγω σε λίγο μακριά να σωθώ, δεν θα' μαι εδώ για κανέναν
Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης, με χρώμα από φως κι από δάκρυ
Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης, με χρώμα από φως κι από δάκρυ
Εδώ... στον κόσμο μου θέλω να ζήσω Εδώ... τον φόβο μου πίσω ν' αφήσω Βροχή... τις σκέψεις μας πάλι να σβήσει Σιωπή... ο ήλιος ποτέ δεν θα δύσει
Ξανά... ν' αγγίζω το φως στο σκοτάδι Φωτιά... να καίει το φιλί κάθε βράδυ Εδώ... στου ονείρου το φως να γυρνάμε Εδώ... οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε
Όχι, οι άνθρωποι δεν είναι κακοί...
Ούτε ανόητοι...
Είναι απλώς αδιάφοροι. -----
Σκοτείνιασε. Καθένας κάπου πάει για ν' αφήσει πίσω του την ερημιά. Ερημώνουν οι δρόμοι, τα μαγαζιά, σωπαίνουν οι συνοικίες. Τότε είναι που βγαίνω. Μ' αρέσουν οι δρόμοι όταν είναι άδειοι όπως και οι συνοικίες όταν σωπαίνουν. Μ' αρέσει ο θόρυβος των φύλλων όπως και το φως του φεγγαριού. Μ' αρέσει το γλυκό παραμύθι των κυμάτων όπως και ο καθαρός βουνίσιος αέρας. Κι' αν όλα τούτα δεν μ' αρέσουν χαίρομαι που τους κρατώ συντροφιά ... Σαν φάντασμα περιστρέφομαι μέσα σε γνώριμα τοπία. Εδώ γέλασα, εκεί έκλαψα. Εδώ κάθησα, εκεί έτρεξα. Εδώ τσακώθηκα, εκεί έκανα έρωτα. Ίδια τοπία, άλλοι άνθρωποι. Τι κρίμα!Σε λίγο και τούτα θα μείνουν μόνα. Καθένας κάπου πάει για ν' αφήσει πίσω του την ερημιά. -----
Μην μιλάς* Ψιθύριζε. Σ' ακούω καλύτερα. Μην αγγίζεις* Χάιδευε. Σ' αισθάνομαι περισσότερο. Μην συζητάς* Κοίταζε. Σε καταλαβαίνω εντονώτερα. Μην σκέφτεσαι* Ονειρέψου.
Έλα κοντά μας, πλησίασέ μας κάτσε δίπλα μας. Ναι, με μας που όλοι κατηγόρησαν Με μας που όλοι με περιφρόνηση κοίταξαν. Και πάρε από μας την απλότητα, την ειλικρίνια, και την αγνότητα που όλοι ασπάστηκαν μα δεν άγγιξαν.
Τι κι' αν είμαστε ουτοπιστές..... -----
Με την ίδια ευκολία που θυμόμαστε όταν μιλάμε θα πρέπει και όταν σιωπούμε να ξεχνάμε. -----
Σε μια στροφή κάποιος ήταν κρυμμένος. Και με χτύπησε. Και έχασα το κουράγιο μου. Και είπα ποτέ πια να μην ξαναστρίψω. Και πήγαινα όλο ευθεία, όσπου έπεσα μέσα στον τεράστιο λάκο που δεν είχα προσέξει. Και μένω ακίνητος. Και είδα ένα αστέρι έτοιμο να πέσει
Και είπα μια ευχή "βοήθεια, αλλαγή"....
.....και το αστέρι έπεσε επάνω μου. -----
Μπορείς να αντλήσεις δύναμη από ένα λουλούδι;
Μπορείς να πάρεις κουράγιο από το πέταγμα ενός πουλιού;
Μπορείς να αισθανθείς ελεύθερος αναπνέοντας καθαρό αέρα;
Αν ναι έχεις κερδίσει. Έχεις κερδίσει την ζωή, την αγάπη, την χαρά. Και κάτι ακόμη. Νίκησες την μοναξιά και την απογοήτευση. Νίκησες τον θάνατο.
Στα απύθμενα πηγάδια της ζωής ξεδιψώ τις σκέψεις, τις ενοχές μου και το ψεγάδι των νυχτερινών μου λόγων. Σκιρτήματα των νεκρών μου ονείρων με ταλανίζουν και ζητούν δικαίωση κάθε που το σκοτάδι με τυλίγει. Με την ανατολή πια χάνονται, αφήνοντάς μου σαν τιμωρία μια ζωή που δεν ονειρεύτηκα. Γκρέμισαν, μπάλωσαν, έχτισαν, αναμόρφωσαν τάχα την κακόφημη τούτη γειτονιά. Μα πάλι ο αγοραίος έρωτας αναμοχλεύει περιθωριακούς και καθάριους πόθους στα πεζοδρόμια της οδού. Γελιέται οικτρά ο σοβαροφανής αρχιτέκτονας πως θα νικήσει το αρχαιότερο λειτούργημα, πως θα ξεριζώσει την Ιερή Δούλη του Έρωτα από τα πεζοδρόμια του οίκου της.
Φυλακισμένη στο λείο δέρμα σου πλένω την ψυχή μου με τα απόνερα του μπάνιου σου. Πλήθη σαρκοβόρων μικροβίων κατατρώγουν το δέρμα σου και εμένα μαζί. Μα αν και νιώθεις τον πόνο μου, δεν συγκινείσαι για να με αφήσεις να μπω στην καρδιά σου. Με κρατάς εκεί μονάχα για δερματική χρήση. Ευτραφής αλλά αθέατος κινείσαι στις σκεπές των ουράνιων αστεριών. Ανθεκτικός, ισχυρός αλλά και ανέφικτα απραγματοποίητος εριδιαβαίνεις με τα λιπόσαρκα αισθήματα σου δείχνοντας πλήρης.
Μα ξέρεις πως γνωρίζω την έσχατη ένδεια της ψυχής σου, τα γλοιώδη σ’ αγαπώ που αντάλλαξες με τα άστρα για έχεις τούτη την προνομιακή θέα. Μην θυσιάζεις όλα σου τα σ' αγαπώ για μερικά κρεβάτια. Φύλαξε και μερικά μπας και συναντήσεις τον μεγάλο έρωτα στην γωνία και έχεις να τον κεράσεις μονάχα πολυχρησιμοποιημένη σάρκα, προβαρισμένους οργασμούς και ξεχαρβαλωμένα συναισθήματα. Και αν τελικά ο έρωτας δεν έρθει ποτέ, κράτα ρε φίλε ένα Σ' αγαπώ ανόθευτο για την πάρτη σου.
Σκαρώνω ένα ψέμα για να αντέξω την κλειδαριά που έχω βάλει στους ανθρώπους. Τάχα πληγώθηκα παλιά, τάχα είχα άσχημα παιδικά χρόνια, τάχα φταίει ο πλησίον. Πώς να παραδεχτώ πως ούτε τον εαυτό μου αντέχω πια, πως ούτε μαζί του δε κάνω ανακωχή.
Ο ήχος από το γέλιο σου χίμαιρα να με ψυχώνει, κάθε που ο φόβος ριζικό μου γίνεται. Εσύ γελάς και εγώ ανασαίνω σαν μέρα που γεννιέται από αστραπή, σαν μοίρα που ορίζεις εσύ. Στο όρια του επιτρεπτού η κτηνωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ανίδεος τιμονιέρης της ζωής του, ο άνθρωπος, παρασυρόμενος από την οργιάζουσα φαντασία πώς υπερασπίζεται τα θέλω του. Σκλάβος των υλικών και εγχρήματων απολαύσεων. Αυταπόδεικτη σάρκα, αγνοούμενη ντροπιασμένη ψυχή.
Μακριά σκαριά, τσακισμένα στέκουν στην ακρογιαλιά της ψυχής μου. Αλάργα θωρώ φρεγάτες να αρμενίζουν και έρωτες να βουλιάζουν από προσκρούσεις σε όνειρα. Φτηνοπράματα τα λόγια σου, φο μπιζού πολυτελείας που κερδίζουν μοναχά όσους δεν έχουν δει πραγματικό διαμάντι. Μη γελάς. Θαρρείς πως θαμπώθηκα από τον επιτηδευμένο ερωτά σου και από τα κονσερβοποιημένα σ’ αγαπώ σου; Εσύ καλέ μου γελάστηκες και νόμιζες πως είσαι μεγάλος εραστής.
Γελάστηκες από τις πνιχτές μου ανάσες, από τα βαριά μου βογκητά, από τα παθιασμένα μου μάτια και από τους προσποιητούς μου οργασμούς. Αξιοθέατο η ψυχή μου. Γόνιμη στις κολακείες, ψευδώνυμη στην πραγματικότητα,απροσπέλαστη σε όνειρα, θανάσιμα δειλή, ανώνυμη μέσα στην επωνυμία της, κλαίει την ερημιά της παγκόσμιας αχρειότητας, της τίμιας υποδούλωσης.
Πρωτοφανέρωτα… Ισχυρά……Αμέρωτα… Ασβεστά….Ζωντανά…. Αθέατα…Αυστηρά…. Εύηχα..Αναντικατάστατα…. Δυνατά…Αφηρημένα….. Στεγνά…Θεμελιώδη… Φυσικά…Περιπαιχτικά… Αναλλοίωτα…Ολοκληρωτικά… Μονοδιάστατα…Διάχυτα… Συνήθη… Τόσα μα τόσα πολλά επίθετα αναμένουν να χαρακτηρίσουν τα σ’ αγαπώ που ακόμη δεν μου είπες...
Κονσερβοποιημένη διασκέδαση αδειανών ψυχών σε χλιδάτες τρώγλες. Κυνηγημένα φλερτ και άηχες λέξεις να υφαίνουν το κέφι του προδομένου ονείρου. Σαβούρες υφασμάτων στο στυλ της πάντα επαναλαμβανόμενης μόδας και των πάντα επαναλαμβανόμενων προσδοκιών. Ανταλλαγή υγρών και αναπνοών, στιγμιαία πάθη και αλκοολούχοι έρωτες. Σαββατόβραδα δικά μου, δικά σου.. Σαββατόβραδα όλων μας….
Μου ήρθε με mail ένα χαμόγελο σου και η είδηση πως με λησμόνησες. Με ξέχασες και έσπευσες να μου το ανακοινώσεις. Αχ, αυτές οι αντιφάσεις του έρωτα σου... Τι το θες το mail; Αν με λησμόνησες ρίξε μια μαύρη πέτρα πίσω σου και άντε στο καλό. Οι ανακοινώσεις σε μάραναν και μάλιστα ηλεκτρονικά... Πόσο ανώριμος και εγωιστικός ο έρωτας σου...
Μαριονέτα στα χέρια σου λες και ο θεός με έπλασε για να σου χαρίζω ηδονή. Αδυνατώ να ελευθερωθώ από τα δεσμά της ερωτικής, βάναυσης, καταστροφικής αγάπης σου. Δεμένη στο σαλόνι ακούω το τικ τακ του ρολογιού και το τικ τακ της καρδιάς μου. Τικ Τακ, Τικ Τακ γεμίζω την ύπαρξη μου με πυρίτιδα. Τικ Τακ, Τικ Τακ τοποθετώ τον ωρολογιακό μηχανισμό. Τικ Τακ, Τικ Τακ προγραμματίζω το σώμα μου να εκραγεί στα χεριά σου. Στο σαλόνι το τικ τακ του ρολογιού συμβαδίζει με την καρδιά μου. Έρχεσαι με αγκαλιάζεις και εκρήγνυμαι… Πια είμαστε αιώνια φυλακισμένοι στο Τικ Τακ του αιώνιου χρόνου.
Μαζί, κάθε μέρα μαζί συναντάμε μνημόνια για να μας χωρίσουν. Το φεγγάρι μας συντροφεύει και τα αστέρια καρφιά στερεώνουν την ύπαρξη μας στο σήμερα. Η σοδειά των λέξεων πλούσια καθημερινά. Η σοδειά των πράξεων πάντα υστερεί. Στο σήμερα ζούμε εγώ και εσύ μαζί, και αν χαθούμε θα γίνουμε και εμείς λέξεις απλές, ανούσιες, εύκολες. Θα γίνουμε μια σοδειά άδεια από έρωτα...