Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγώνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγώνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Ύμνος εις την ελευθερίαν ~ Διονύσιος Σολωμός

 

Ο Διονύσιος Σολωμός έγραψε τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» , τον Μάιο του 1823 στην Ζάκυνθο.
Το 1828 ο Νικόλαος Μάτζαρος τον μελοποίησε και το 1864 καθιερώθηκε ως Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας.

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
«έλα πάλι» να σου πει.

Άργειε να 'λθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου έμενε να λες
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.

Και ακαρτέρει και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι
από την απελπισιά.

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ' ερμιές;».
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή.
δεν είν' εύκολες οι θύρες,
εάν η χρεία τες κουρταλεί.

Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσαση καμιά.
Άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φριχτά.

Άλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε να βρεις τα παιδιά σου,
σύρε», ελέγαν οί σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σου ενθυμεί.

Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του ή ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
που ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός, που για τσ' εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ' άνθια και καρπούς,

Εγαλήνευσε και εχύθη
καταχθόνια μία βοή,
και του Ρήγα σου απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή

Όλοι οι τόποι σου σ' εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
οσα αίσθάνετο ή χαρδιά.

Εφωνάξανε ως τ' αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά.

Μ' όλον που 'ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

Γκαρδιακά χαροποιήθη
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθη
που την έδεναν κι αυτή.

Απ' τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανο.

Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ' οργής.

Εις το κίνημά του δείχνει
πως τα μέλη είν' δυνατά.
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.

Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού.

Και σ’ εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ' έκρωζε ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.

Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς.
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισίες οπού αγρικάς,

Σαν το βράχον οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό.

Οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ' εκείνο αντισταθεί.

Το θηρίο π' ανανογιέται
πως. του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά.

Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά.

Ερμιά, θάνατος και φρίκη,
όπου επέρασες κι εσύ.
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς,
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.

Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει, πάντα οπώς νικεί,
κι ας είν άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως είν' πολλά.
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νά 'βρει η συμφορά!

Κατεβαίνουνε και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή.
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν' ανεβεί.

Μέτρα! Είν' άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν,
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.

Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά.
να, σας φθάνει. αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!

Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.

Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
Άλλος ύπνος δεν εγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί.

Και οι βροντές, και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράστεναν τον Άδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά.

Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνοντ' ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο απο τη γη,
όσοι είν' άδικα σφαγμένοι,
από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θερισμένα
αστάχια εις τους αγρούς.
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό.

Εάν οι άνεμοι μές στ' άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά.

Και χορεύοντας μανίζουν
εις τους Έλληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθιά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
κι άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικα,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου.
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χώρις να δευτερωθεί.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει,
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια οπού χουμάνε
περισσότερο είν' γοργά.

Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη.
γι' αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη
δέν μείνει ένας ζωντανός.

Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

Και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.

Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή.
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει. έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη
«φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

Λιονταρόψυχα εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας «Αλλά».

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί.
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
Όλοι χάμου εκείτοντ' όλοι
εις την τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι.
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι.
δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.

Είς τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τά βελάσματα το άρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας.
τα παιδιά σας θέλ' ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο.

Και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ό,τι θέλεις ημπορείς,
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.

Στη σκιά χεροπιασμένες,
στη σκιά βλέπω κι εγώ
κρινοδάκτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.

Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυχοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ.
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.

Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό,

«σ' αυτό», εφώναξε, «τo χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.

Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή.
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοί είν' αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν;
Επετάχτηχες εσύ!

Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρόθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός.
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,
ναι του κόσμου ο Λυτρωτής.

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
"Εγώ είμ' Άλφα, Ωμέγα έγώ.
πέστε, πού θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.

Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή"».

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του είσαι αδελφή;
Ποίος είν' άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.

Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σάν νά ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροη
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή

να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτο.
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.

Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.

Ποίος στο σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί.
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο οπού να νεκρωθεί.

Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμενες
για την ύστερη φορά.

Σβιέται - αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή -
το χλιμίτρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

Έτσι ν' άκουα να βουΐξει
το βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!

Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία,
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά.

Σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,
κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.

Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο.

Και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός.
πάντα, πάντα περισσεύει.
πολύ φλοίσβισμα και αφρός

Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί.

Το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.

Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν.

Και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ' αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ.
όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σε.

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ' άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή.
κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.

Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ήλιου,
και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.

Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ.
όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο γιά σέ.

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν' πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καίς.

Μ' επιθύμια να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.

Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι
Και δεν μνέσκει ένα κορμί.
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.

Κες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

Όλοι κλάψτε, αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς.
κλάψτε, κλάψτε. κρεμασμένος
ωσάν νά 'τανε φονιάς!

Έχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα.
λες πως θε να ξαναβγεί.

Η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμεί.

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάχτυλο η θεά.

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ' ανησυχιά.
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.

Απ' εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σας τυραννεί.

Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
"πάρ' το", λέγοντας, "και συ".

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά.
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά".

Τέτοια αφήστενε φροντίδα,
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλιασθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.

Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί.
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ' ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!

Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Αβέλ καταβοά.
δεν είν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;

Τούτο ανίσως μελετάτε,
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!"»

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Σκοτεινή Πράξη ~ Τάσος Λειβαδίτης (απόσπασμα)





Aιώνια κυνηγημένοι, διωγμένοι από παντού
και μόνο το τραγούδι μας καμιά φορά θλιμμένο μαρτυρούσε το δρόμο, ή άλλοτε για να ξεφύγουμε, σε θρύλους, όπως σε σιωπηλή γυναίκα, γερνάμε ή γινόμαστε απλοί, τόσο που μας έχαναν.
Κι αλήθεια, κατά που πέφτει η βασιλεία,
και μόνος ο καθένας μας θ' ακούσει το ράγισμα ενός άστρου
αργά τη νύχτα.
 
--------------------------


Kι ίσως αυτό που ποτέ δεν καταλάβαμε ήταν ότι έμεινε για
πάντοτε δικό μας, γιατί ποιός κέρδισε ποτέ τη νύχτα ή τ' όνειρο
και μες στο σπίτι ο ένας για τον άλλον ένα απλό κειμήλιο είμαστε
και μόνος του ο καθένας θα πεθάνει, έτσι μέσα στο ανήσυχο βράδυ
αλλόκοτα φωτισμένο απ' τους πυρσούς, είμαστε πάντα απροετοίμαστοι. Και ήταν αυτή η συγκομιδή μας. 


------------------------



Ή άλλοτε, τη νύχτα, τα βήματα κάποιου μακριά μας έλουζαν
άξαφνα μες στο βαθύ μυστικό τους,
τότε καταλαβαίναμε πως όλα θα μείνουν άγνωστα για μας
και πως αυτό θα είναι η πιο ωραία μας μαρτυρία.


--------------------------



Αλήθεια, πού ζήσαμε, γιατί συχνά ξαναγυρίζουμε άξαφνα,
και τότε ένα πρόσωπο άγνωστο στο δρόμο ή στο βάθος μιας
κάμαρας (που είναι κιόλας κλειδωμένη), στέκεται τόσο αβέβαια,
που το αναγνωρίζεις αμέσως
αφού και το σπίτι μας δεν ήτανε ποτέ χτισμένο,
μα έτοιμο να ξεκινήσει με τον πρώτο περαστικό
κι οι αληθινοί μας πόνοι κλαίνε αλλού
και μόνο μας στέλνουν ένα κλονισμένο βήμα,
ή ένα κυπαρίσσι, ξαφνικά, καθώς περνάμε όπως
η λύρα, που πονετική το βράδυ στο χέρι του τυφλού
ακουμπάει ένα τραγούδι.

Όμως οι ονειροπόλοι περίμεναν στο βάθος κι η αιώνια
αναμονή τους, σχεδόν ορατή, τους σήκωνε κι από τον ένα κόσμο
πήγαιναν στον άλλον με τα παλιά τους, φθαρμένα πανωφόρια,
ώσπου όταν βράδιασε (κι ένα βράδυ είναι πολύ) έγειραν στο κιγκλίδωμα.
Ήμουνα ξανά μονάχος, κι αχ, ήτανε πολλά στον ουρανό τ' αστέρια,
και δεν ήθελα Θεέ μου να πεθάνω....


----------------------------------


Τρωτοί κι αφανείς υπήρξαμε, πλάθοντας με το φτωχό πηλό
τις μέρες μας στην άκρη του ορίζοντα, κυβερνώντας με υπομονή
τις νύχτες μας στην άκρη της γυναίκας,
και πάντα ο παμπάλαιος χρόνος που σε νέους θρύλους μας
αποπλανά. Όμως είναι κάποιος, που κάθε πρωί ντύνεται το κουρέλι του, για να περάσει αμόλυντος μες' απ' την πόλη.

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Κι αν δεν λέω τίποτα, είναι που δεν έχω κάτι να πω.



Ψάχνω από πού να πιαστώ. Νιώθω σαν να βυθίζομαι σε έναν αβυσσαλέο ωκεανό, παγωμένο, σκοτεινό. Κανένας ήχος, καμιά κίνηση τριγύρω. Πώς γίνεται να βρίσκεσαι ολομόναχος σε ωκεανό; Είναι ν' αναρωτιέται κανείς. Το πρόσωπό μου έχει παγώσει. Το μυαλό μου ψάχνει τρόπους επιβίωσης. Καταλαβαίνω πως το σώμα μου αιωρείται. Δεν το νιώθω, το βλέπω όμως. Είναι λες και ο άλλος μισός μου εαυτός παρακολουθεί το θέαμα από απέναντι. Προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει, ποιά μοίρα με οδήγησε μέχρι εδώ και όντας αυστηρή, με τιμωρεί. Την ακούω να γελάει, μάλιστα! Το καταλαβαίνω στο τροπάριο που ευλαβικά ψέλνουν τα παγωμένα κύματα. Ο άλλος μισός μου εαυτός συνεχίζει να παρακολουθεί το παγωμένο μου κορμί να αιωρείται. Με παρατηρεί. Τα μάτια κλειστά, το σώμα μελανιασμένο, κάτασπρα είναι και τα άκρα μου. Ω, μα θα 'λεγε κανείς πως καμιά ψυχή δεν κατοικεί πλέον σ'αυτό το ερειπωμένο κορμί. Κι όμως... 

Μέσα μου νιώθω να χωρίζομαι σε δυο ίσα κομμάτια. Στο πρώτο κομμάτι που ατέρμονα βυθίζεται σ' έναν ωκεανό και ανήμπορο να αντιδράσει, υπομένει να λυτρωθεί από έναν από μηχανής Θεό. Και στο δεύτερο κομμάτι που παρατηρεί από απέναντι. Που βλέπει, νιώθει, καταλαβαίνει τον πόνο, την σύγχυση, τον φόβο αλλά δεν κάνει τίποτα. Κάθε άλλο. Υποσυνείδητα, σκέφτεται "στα 'λεγα εγώ". Να 'ναι λες η αιώνια μάχη μεταξύ "λογικής" και "καρδιάς"; Μεταξύ "καλού" και "κακού"; Του "πρέπει" και του "μη"... Και το έπαθλο; Ποιό είναι το έπαθλο για τον νικητή; Και ποιό το τίμημα για τον ηττημένο;

Κι εσύ; Εσύ, γητευτή των λέξεων. Σε φοβάμαι γιατί μοιάζεις με το δεύτερο κομμάτι του εαυτού μου. Με βλέπεις να εξασθενώ, να ζητώ έλεος και το διασκεδάζεις. Μπαινοβγαίνεις στα άδυτα της ψυχής μου με τόση άνεση, δεν οφείλεις ποτέ εξηγήσεις για τίποτα και σε κανέναν. Αλλά πάντα επιστρέφεις. Γιατί; Κι αν πασκίζω να σε καταλάβω, κι αν σε καταλαβαίνω ορισμένες φορές, τις πλείστες σε νιώθω τόσο μακριά. Σε ξέρω, ακόμη και αν δεν σε ξέρω. Χωρίς πώς και γιατί. Και σε φοβάμαι. Όμως με έλκεις κοντά σου κι εγώ είμαι ανήμπορη να αντισταθώ. Ξεπερνώ τα πάντα για εσένα - κάθε φραγμό, κάθε ήθος, όλες μου τις αξίες τις ισοπεδώνω.
 

Ποιά διαστροφή με έλκει σε εσένα όμως; Τι πόθος ανεκπλήρωτος είναι αυτός, και από πού πηγάζει; Μόνο αν σε δω θα καταλάβω. Μέχρι τώρα κοντά μου είχα μόνο τη σκιά σου. Τώρα θα έχω και τη μορφή σου. Γιατί εσένα τον ίδιο, δεν μπορώ να σε έχω - ούτε και θέλω. Καμία δεν μπορεί - δεν αυταπατώμαι, δεν διαφέρω. Κάποιες ήθελαν. Εσύ όμως όχι. Δεν μπορείς. Δεν είναι για εσένα αυτή η ζωή. Δεν σου ταιριάζει. Έχεις δεχτεί τη μοίρα σου να είναι βουτηγμένη στην ασυδοσία και απλά δεν σε νοιάζει. Απλά δεν αφήνεις τον εαυτό σου να νοιαστεί. Γιατί είσαι τόσο δειλός. Αυτή είναι η ευλογία, αλλά και η κατάρα σου.

Κι αν δεν ένιωσες ποτέ όλα όσα ένιωθα, σε συγχωρώ εγώ. Και σε λυπάμαι. Γιατί ξέρω πως η συγκίνηση από τα ανέκφραστά σου μάτια έχει πια χαθεί για πάντα. Και αν μου λες δεν πειράζει, εγώ σε πιστεύω. Γιατί αρέσκεσαι στην χαμέρπεια της ηδονής και του πόθου. Έτσι είσαι όμως, και αυτό δεν αλλάζει. Πάντα έτσι ήσουν ακόμη και αν το αρνιόσουν. Δεν σε μισώ. Τη νοσηρή σου ζωή, μόνο εσύ έχεις να την αντιμετωπίσεις. Και σε λυπάμαι, γιατί είσαι μόνος. Ελπίζω να μην το έχεις καταλάβει. Αν και κάποτε, όταν γυρνάς αργά το βράδυ στο άδειο σπίτι και ο Μορφέας σε αποστρέφεται τόσο, βίαια οι σκέψεις εισβάλλουν στην άδεια σου συνείδηση. Τι κι αν παλεύεις να τις διώξεις. Αυτές είναι εκεί. Μπροστά σου. Και αν κλείνεις τα μάτια, αυτές δεν χάνονται. Δεν υπάρχει κανένας κοντά σου να τις διώξει. Και το ξέρεις... Στις αναθυμιάσεις του καπνού που αναδύονται από κάθε σου κύτταρο και στο στιλπνό σου βλέμμα, κάπου διακρίνεις την αλήθεια. Όμως έτσι όπως είσαι, βουτηγμένος στο ψέμα, δεν την αντέχεις κοντά σου. Και τρέχεις, τρέχεις μακριά της, βρίσκοντας καινούργια ψέματα, σαν καλός παραμυθάς που είσαι. 

Κάποτε τα άκουγα τα ψέματά σου. Και πειθήνια σε ακολουθούσα. Γιατί οι μεγαλύτεροι παραμυθάδες ξέρουν πως οι γυναίκες πάντα αρέσκονται στο ψέμα. Στη γλυκειά πανάκεια που διώχνει μακριά καθετί κακό. Τώρα περπατάω στους ίδιους δρόμους που περπατούσαμε μαζί κάποτε. Σηκώνω το κεφάλι μου προς τη μεριά της δύσης, και αντικρίζω το ηλιοβασίλεμα που κάποτε στην αγκαλιά σου είχα νιώσει τη ζεστασιά σου. Νυχτώνει όμως τώρα κι εσύ είσαι μακριά. Προσπαθώ να θυμηθώ πόσο όμορφα ήταν όλα πριν από εσένα. Και μάντεψε. Στη φρεναπάτη του θροΐσματος δεν ακούω τη φωνή σου πια. Κάτω από τον ίδιο ουρανό, στις σκιές του ίδιου ήλιου, στα ίχνη των παλιών βημάτων μας, τα κατάφερα. Είσαι μακριά κι εγώ είμαι καλά. Τις πλείστες φορές, τουλάχιστον...

Βλέπεις; Είμαι και εγώ καλή στα παραμύθια. Έμαθα από τον καλύτερο. Κάποτε νόμιζα πως σε είχα, όμως και αυτό μια ψευδαίσθηση ήταν. Για να έχεις κάτι πρέπει να μπορείς να το ορίσεις, και αυτό με εσένα δεν το κατάφερα ποτέ ... Λένε πως ό,τι δεν συνέβη ποτέ, δεν το ποθήσαμε αρκετά. Μα ό,τι δεν μπορούμε να έχουμε, ποθούμε περισσότερο. Το ανικανοποίητο, αυτό που είσαι καταδικασμένος να βλέπεις πάντα μπροστά σου αλλά να μην το κρατήσεις ποτέ στα χέρια σου, στερεί την ευτυχία. Αυτή την ιδανική ουτοπία. Αυτή την ανεκπλήρωτη ιδέα. 
 
Να σου πω ένα μυστικό; Η ευτυχία δεν υπάρχει. Το ξέρω πια. Μάθε το λοιπόν και εσύ. Το να αναζητάς δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα βρεις κιόλας. Θυμήσου το αυτό. Και αρκέσου στη χαρά. Μην είσαι άπληστος. Μέχρι να πέσει και ο τελευταίος κόκκος στην κλεψύδρα της ζωής σου...

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Ἀλλὰ τὰ βράδια ~ Τάσος Λειβαδίτης



Καὶ νὰ ποὺ φτάσαμε ἐδῶ
Χωρὶς ἀποσκευὲς
Μὰ μ᾿ ἕνα τόσο ὡραῖο φεγγάρι
Καὶ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα ἕναν καλύτερο κόσμο

Φτωχὴ ἀνθρωπότητα, δὲν μπόρεσες
οὔτε ἕνα κεφαλαῖο νὰ γράψεις ἀκόμα
Σὰ σανίδα ἀπὸ θλιβερὸ ναυάγιο
ταξιδεύει ἡ γηραιά μας ἤπειρος

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Βέβαια ἀγάπησε
τὰ ἰδανικά της ἀνθρωπότητας,
ἀλλὰ τὰ πουλιὰ
πετοῦσαν πιὸ πέρα

Σκληρός, ἄκαρδος κόσμος,
ποῦ δὲν ἄνοιξε ποτὲ μίαν ὀμπρέλα
πάνω ἀπ᾿ τὸ δέντρο ποὺ βρέχεται

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Ὕστερα ἀνακάλυψαν τὴν πυξίδα
γιὰ νὰ πεθαίνουν κι ἀλλοῦ
καὶ τὴν ἀπληστία
γιὰ νὰ μένουν νεκροὶ γιὰ πάντα

Ἀλλὰ καθὼς βραδιάζει
ἕνα φλάουτο κάπου
ἢ ἕνα ἄστρο συνηγορεῖ
γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Καθὼς μένω στὸ δωμάτιό μου,
μοῦ ᾿ρχονται ἄξαφνα φαεινὲς ἰδέες

Φοράω τὸ σακάκι τοῦ πατέρα
κι ἔτσι εἴμαστε δύο,
κι ἂν κάποτε μ᾿ ἄκουσαν νὰ γαβγίζω
ἦταν γιὰ νὰ δώσω
ἕναν ἀέρα ἐξοχῆς στὸ δωμάτιο

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Κάποτε θὰ ἀποδίδουμε δικαιοσύνη
μ᾿ ἕνα ἄστρο ἢ μ᾿ ἕνα γιασεμὶ
σὰν ἕνα τραγοῦδι ποὺ καθὼς βρέχει
παίρνει τὸ μέρος τῶν φτωχῶν

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!
Δῶς μου τὸ χέρι σου..
Δῶς μου τὸ χέρι σου


Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Άφησα να μην ξέρω ~ Κική Δημουλά



Tο κράτησα ώς τώρα αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.

Συμβίωσα σκληρά

μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου

τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.

Mε το αίμα που μου δόθηκε για να τον εξηγήσω.


Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια

και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.

Aίνιγμα δανείστηκα,

αίνιγμα επέστρεψα.

Άφησα να μην ξέρω

πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.

Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,

ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.


Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως

να σε διακρίνω.

Στάθηκα Πηνελόπη

στη σκοτεινή ολιγωρία σου.

Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,

πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

Aπό τον κόσμο των γρίφων φεύγω ήσυχη.


Aναμάρτητη:

αξεδίψαστη.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Εγχειρίδιο ευθανασίας ~ Τάσος Λειβαδίτης (αποσπάσματα)

  

Απόδραση

Πολλοί αναρωτιούνται γιατί ήμουν κάποτε αλλιώς.
Άλλοι αναζητάν να βρουν γιατί είμαι έτσι σήμερα.
Ποιός είμαι ή ποιός ήμουν;
Αναζητήσεις δίχως σημασία.
Το κέρδος είναι ότι τους ξέφευγα διαρκώς.

Βιβλίο ασκήσεων

Την πρώτη φορά που ενέδωσα,
σκέφτηκα ύστερα απελπισμένος να
πάω να πνιγώ.
Τη δεύτερη φορά μου αρκούσε
να κοιτάω απλώς τη θάλασσα.
Τώρα σιχαίνομαι ακόμα και το νερό.

Εκτός βολής

Και κάθε φορά που με ταπεινώνουν,
νιώθω μιαν ανείπωτη αγαλλίαση που τους ξεγέλασα
γιατί εγώ είμαι καλά προφυλαγμένος στο πατρικό σπίτι,
πίσω από τον κομό,
εκεί που κρυβόμαστε για να κλάψουμε
χωρίς να μάθουμε ποτέ γιατί κλαίμε.

Φιλίες

Ας μη δεσμευτούμε, λοιπόν, μ’ επιστολές
η απόσταση μας χαρίζει ένα καινούριο πρόσωπο.
Κι ίσως όταν ξαναϊδωθούμε να μην ξέρει πια καθόλου
ο ένας τον άλλον.
Έτσι, που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε.

Η λάμπα

Κάθε φορά που αρίζω να μιλώ,
ξέρω πως τίποτε δε θα πώ:
τα λόγια θα με προδώσουν,
ο χρόνος θα προσπεράσει,
οι άλλοι θα σταθούν αδιάφοροι έξω απ’ το σπίτι.
Ώσπου τέλος, δε θα ’μαι παρά κάποιος
που κρατώντας μια λάμπα,
πήγαινε από κάμαρα σε κάμαρα
φωτίζοντας τη λήθη.

Οδοιπορικό

Κι όταν αργότερα ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο,
εγώ δεν είχα πού να πάω - εκεί, λοιπόν, που βάδιζα
συναντάω κάποιον, ‘‘άκου να σου πω ένα παραμύθι’’ του λέω,
κι όταν τελείωσα, ‘‘ξέρω κι εγώ ένα’’ μου λέει.
Κι άρχισε κι εκείνος.
Και μόνο, καμιά φορά, πολύ σπάνια,
ερχόταν από μακριά η μελαγχολία της πραγματικής ζωής.

Ύπνος

Καμιά φορά τη νύχτα ξυπνάς, άξαφνα και κάθεσαι στην άκρη του κρεβατιού,
ανυπεράσπιστοι όπως πάντα όταν ξυπνάμε,
δεν έχεις επιθυμίες, ούτε συνέχεια,
είσαι ένας ξένος σ’ ένα ξένο σπίτι - ησυχία
κι οι ιστορίες που έζησες σχεδόν φανταστικές,
ενώ σ’ εκείνο που αρνήθηκες, ίσως εκεί βρισκότανε το σύνορο,
που κάθε βράδυ το διαβαίνουμε στον ύπνο...

Διαδρομή

Έτσι κι όταν σε διώχνουν, 
η πραγματικότητα γίνεται απίστευτα μακρινή
σα φανταστική,
κι ούτε θυμάσαι καν πώς κατέβηκες τη σκάλα,
πώς πέρασες το δρόμο,
πώς έφτασες ως εδώ -
όπως όταν σε οδηγεί, καμιά φορά,
μια αβάσταχτη μουσική από το χέρι.