Δύσκολο να πεις "σ’ αγαπώ"! Κοίτα πόσο χρόνο, απόσταση και προσποίηση επενδύσαμε μπροστά στον τρόμο αυτής της λέξης που σαν φίδι πλησιάζει αθόρυβα, παραμονεύει, και που αρνείσαι μια, δυο, τρεις, πολλές φορές, διώχνοντάς την σαν κακή σκέψη, αδυναμία, παράπτωμα, σαν κάτι ανεπίτρεπτο. Σήμερα θα 'θελα τα δάχτυλά σου ιστορίες να γράφουν στα μαλλιά μου. Θα 'θελα στον ώμο φιλιά, χουχούλιασμα, τις αλήθειες τις πιο μεγάλες να ξεστομίζεις ή τα πιο μεγάλα ψέματα! Να μου ’λεγες ας πούμε πως είμαι η γυναίκα η πιο ωραία του κόσμου, πως πολύ μ’ αγαπάς και άλλα τέτοια, χιλιοειπωμένα! Με τα επιτακτικά σου φιλιά τις γραμμές του προσώπου μου να διαγράφεις και στα μάτια άχρονα να με κοιτάζεις, λες κι ολάκερη η ζωή σου εξαρτάται απ' το χρώμα τους. Ν’ αναγνωρίζεις εμπρός στον καθρέφτη το ίχνος, την απουσία των κορμιών που συνομιλούν πλεγμένα. Να νιώθεις πως υπάρχει μια άγρια αγάπη έγκλειστη για λόγους λογικής, καταδικασμένη εις θάνατον από εξάντληση, δίχως να δοθεί σε άλλον κανέναν παρά κυριευμένη από ένα μόνο πρόσωπο αναπόφευκτο. Να χάνεσαι ξαφνικά. Κι ύστερα να επιστρέφεις πάλι, σημαίνοντας την επόμενη συνάντηση, μόνο και μόνο για να το μετανιώσεις ξανά. Να μην αντέχεις το φόβο, τη δειλία, τον τρόμο στον ήχο της φωνής. Να δραπετεύεις σαν ελάφι, τρομαγμένο απ’ την ίδια του την καρδιά κραυγάζοντας ένα και μόνο όνομα στη σιωπή κι έτσι να κάνεις θόρυβο, να γεμίζεις με φωνές άλλες, μόνο και μόνο για να συνεχίσεις να διαλύεσαι και να αυξάνεις τον τρόμο που προκαλεί ένας παντοτινά χαμένος ουρανός. Στο ημερολόγιο να μετράς την απουσία και με κόκκινο στυλό να διαγράφεις τις μέρες που κάποτε σημάδεψαν τα ενωμένα κορμιά. Παράθυρα λευκά απ’ όπου θα ξεγλιστρά μια απαρχαιωμένη ηδονή και μια μοναξιά να ανακουφίζει το τεντωμένο δέρμα. Τους ήχους να ξαναβρίσκεις της εσώτερης ζωής, που τα εξαγριωμένα λόγια μας τους είχαν σιγήσει. Οι μέρες να απορροφούν την πικρία καθώς θα πέφτουν έξω οι πρώτες βροχές. Η μοναξιά θα μυρίζει νοτισμένη γη. Ανέμους θα γεμίζει η καρδιά μου. Λίγες ημέρες ακόμη και θα σβήσουν οι γραμμές οι ακριβείς του προσώπου σου. Και τότε απ’ την αρχή θα σε ποθώ ξανά. Θα αποκλείσω λήθη και οργή. Η νοσταλγία να με μουσκεύει και εγώ η ίδια υγρασία να αναδίδω. Φθαρμένη να προσμένω την ανάσταση της σάρκας αυτού που υπήρξαμε.
Από το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη "Το Σκισμένο Ψαθάκι"
Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου. Ένα μικρό φθαρμένο ψαροκάικο που έχει σμαραγδιά φεγγάρια στο κατάρτι του κι ένα ξεσκούφωτο ήλιο αληταρά για τιμονιέρη. Ένα ψαροκάικο δίχως ρότα.
Πού πάμε καπετάνιο; Με ρωτάει ο τιμονιέρης και μου κλείνει το μάτι. Όπου πάνε τα κύματα λέω επίσημα εγώ. Και τα σμαραγδιά φεγγάρια που είναι στο κατάρτι σκάνε σαν ρόδια στην κουβέρτα. Κι ο ξεσκούφωτος ήλιος ο αληταράς παρατάει το τιμόνι του και χορεύει. Και η νύχτα γεμίζει χιλιάδες ήλιους αληταράδες. Και η ψυχή μου γεμίζει νύχτες πολύχρωμες. Γεμίζει σμαραγδιά φεγγάρια και θαλασσινά πουλιά. Πού να χωρέσουν μέσα μου όλα αυτά? Που να στριμωχτούν π΄ ανάθεμα τα;
Αν βρισκόταν τώρα κάποιος δίπλα μου να μου ζεστάνει τα χέρια, να μου πει ψιθυριστά "Εντάξει, μη φοβάσαι μωρό μου". Κι εγώ να σύρω τα δάχτυλα μου στο πρόσωπο του και να πιάσω το σχήμα του χαμόγελου του. Να πιάσω το σχήμα του κόσμου. Και να γλυκαθώ. Κάτι τέτοιες νύχτες είναι που έχω κάνει όλες τις αγοραπωλησίες της ψυχής μου με τον πρώτο έμπορα που θα μου παρουσιαστεί. Πουλάω τα πάντα έτσι για έναν παρά.
Είναι κάτι νύχτες του Γενάρη που τα πουλιά τρέχουν να κρυφτούν γιατί νιώθουν πως έρχεται ο χιονιάς. Πολλά πουλιά χιλιάδες. Θέλω να φύγω. Θέλω να φύγω γρήγορα πριν με προλάβει ο χιονιάς… Βαρέθηκα να ανάβω φωτιές για να ζεσταθούν οι άλλοι και στο τέλος να ξεπαγιάζω εγώ. Να μοιράζομαι την καρέκλα μου με τον κάθε κουρασμένο και στο τέλος να στρογγυλοκάθεται αυτός και γω να κουλουριάζομαι στο πάτωμα. Να σκουπίζω με τα χείλια μου τα δάκρυα των άλλων και τα δικά μου να ξεραίνονται στα μαγούλα μου και να κάνουν κρουστά. Κουράστηκε η ράχη μου να κουβαλά πληγωμένους. Στέγνωσε το στόμα μου να τους φωνάζω. Μη σωριάζεστε ρε ξεφτίλες. Σταθείτε στα πόδια σας. Μπόρα είναι. Βγάλτε τις τσίμπλες από τα μάτια σας. Ξημερώνει.
Βαρέθηκα να φτιάχνομαι από τα λάθη μου. Να φυτεύω βολβούς πάνω σε σωρούς από σκατά. Να βγάζω αθώους τους ένοχους και να κάθομαι για πάρτη τους στο σκαμνί. Να μουλιάζω στην βροχή γιατί άνοιξα την ομπρελά μου να μπουν από κάτω δυο τρεις μουρόχαβλοι που μου φάνηκαν κρυουλιάρηδες...
Το κακό είναι πώς όλα αυτά γίνονται επειδή στο βάθος είμαι δειλή. Τα κάνω για να πιστέψω έστω και για λίγο πώς είμαι και εγώ εδώ. Πως παίζω και εγώ σ΄ αυτό το ντέρμπυ. Πάντως όπως και να χει το ζήτημα ένα πράμα ξέρω καλά. Πως γουστάρω πολύ. Γουστάρω την φάση και περισσότερο την αντίφαση. Γουστάρω την τρελά μου και περισσότερο την τρελά των άλλων. Γουστάρω να μυρίζομαι ανθρωπιά. Γουστάρω τ΄ αγόρια που έχουν κορδέλες στα μαλλιά και στα μάτια ένα ματσάκι μενεξέδες. Γουστάρω τα κορίτσια που τραγουδούν στις ακρογιαλιές μένα θαλασσοπούλι ανάμεσα στα φρύδια. Μπορεί να είμαι μια δειλή μια φευγάτη αλλά χαίρομαι αφάνταστα που κάποιος με έσπειρε σε αυτή την γη.
Αν σκοτωθούμε σε καμία στροφή να ξέρεις συμβαίνει αυτό και στα πουλιά. Ήρθαμε στην γη περάσαμε καλά ευχαριστώ, δαγκάσαμε μερικές γερές μπουκιές, μούλιασε η ψυχή και το πετσί μας μέσα στο ζουμί της ζωής και αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσαμε να κάμομε. Σημασία έχει η ένταση. Όχι η διάρκεια. Το χει η κούτρα σου να ζεις. Μπορεί να φτάσεις στα εκατό χωρίς να ζήσεις ούτε μια μέρα. Γι αυτό σου επαναλαμβάνω.
Αν σκοτωθούμε σε καμιά στροφή να ξέρεις ότι τίποτα δεν θα ανατραπεί από τον όμορφο τούτο κόσμο, που είχαμε την τιμή να γνωρίσουμε. Τίποτε απολύτως. Ξυπνώ το πρωί και λέω ευχαριστώ. Ευχαριστώ που ξύπνησα. Ως το βράδυ, έχω να ζήσω μια ζωή που μετράει σαν αιώνας. Μεριές ρε συ πότε είσαι ωραίος; Όταν την κάθε ώρα σου μπορείς να την ρισκάρεις. Να την παίζεις στο μπαρούτι έτσι για το τίποτα. Όχι για κόπους και μαλακίες., γιατί τότε είσαι ματαιόδοξος. Τότε είσαι άτομο που προσπαθεί να γράψει ιστορία. Να δώσει παραδείγματα, μηνύματα, σκατά, όπως θέλεις πες τα. Όχι. Δεν γουστάρω τίποτα από μεγάλες ιδέες οράματα και κουραφέξαλα. Δεν με αφορούν. Και για να σου δώσω να καταλάβεις. Δεν θα πήγαινα να σκοτωθώ σε έναν πόλεμο σαν ηλίθιος. Θα μπορούσα όμως να παλέψω, ενδεχομένως και να πεθάνω για να σε δω να χαίρεσαι μα να χοροπηδάς σαν χορτάτη μαϊμού στο πανηγύρι της ζωής.
Περπατώ ολομόναχη στην πλαγιά των λύκων. Σε ένα μονοπάτι που έχουν φυτρώσει στην άκρη του κάτι πολύχρωμα όνειρα. Σαν αγριολούλουδα. Πέρα από τα σύνορα της ψυχής μου. Πέρα από τα σύνορα της λογικής μου. Στην κόψη της νύχτας.
Πήρα την ανάσα της ροδακινιάς και ξέπλυνα το πρόσωπο μου. Έκλεψα το χαμόγελο μου από τον ύπνο ενός παιδιού και σκέπασα την γύμνια μου. Μάζεψα τα σκόρπια φύλλα του φθινοπώρου κι άναψα φωτιά να ζεσταθώ. Περπατώ ολομόναχη στην πλάγια των λύκων. Αν ακούσω το κλάμα τους θα κρυφτώ στις φτερούγες εκείνου του μικρού πουλιού που τραγουδάει, γιατί ονειρεύεται ένα κόκκινο τσαμπί σταφύλι.
Αν συναντήσω ένα χείμαρρο, θα γίνω φεγγάρι και θα μπερδευτώ στα κλωνάρια κείνης της λεύκας, που ψιθυρίζει τα μυστικά της στα περαστικά σύννεφα. Αν συναντήσω την λύπη θα της ζωγραφίσω ένα χρωματιστό καραβάκι. Αν συναντήσω ένα θαλασσοπούλι, θα κρεμάσω στο πόδι του ένα ραβασάκι να το πάει σε κείνον π΄ αγαπώ. Αν συναντήσω τον θάνατο θα χαζέψω την χαίτη του άλογου του ώσπου να με σηκώσει στην αγκαλιά του. Αν συναντήσω τον θεό θα του χαρίσω δυο ερωτευμένα χρυσομάμουνα.
Όταν κάποια φορά στην ζωή σου νιώσεις πανικό χτυπά την πόρτα εκείνου που ξέρεις πως σε περιμένει. Την ώρα του μεγάλου πανικού θα χτυπήσεις την πόρτα εκείνου που ορκίστηκε πώς πάντα θα σε περιμένει. Είδες που άδικα φοβόσουνα; Δεν χάλασε ο κόσμος λοιπόν, όταν όλοι θα σε απαρνηθούν και ο τελευταίος Ιούδας θα αρπάξει τα δηνάρια του, μόλις σε φιλήσει με πάθος στο στόμα.
Δεν τρέχει κάστανο αν κάποιος κολλητός σου σε δει μια μέρα γυμνή και ξεχασμένη σε ένα πεζοδρόμιο και σου δαγκώσει την ψυχή με τον οίκτο του. Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου, αν κάποτε γκρεμοτσακιστείς από τον βράχο που σκαρφάλωσες, γιατί πήρε το μάτι σου ένα ανθισμένο κυκλάμινο. Αυτός θα είναι εκεί. Τελείωνε μωρό μου, θα σου πει. Ξεπάγιασαν τα χέρια μου να περιμένουν να σε αγκαλιάσουν.
Ήταν ένα απομεσήμερο του Σεπτέμβρη. Ένα μοβ απομεσήμερο που τα ηλιοτρόπια ήταν δακρυσμένα, γιατί ο ήλιος τα είχε ξεχάσει και ταξίδευε πίσω από σκούρα σύννεφα Κουράγιο έλεγα μέσα μου. Μην ιδρώνεις. Την μεριές καλά την πόρτα του. Ακόμα και αν φωνάξεις., θα σε ακούσει. Αφού στο είπε. Στ΄ ορκίστηκε πώς θα σε περιμένει. Φώναξα δυνατά ώσπου βράχνιασα. Χτύπησα δυνατά ώσπου μάτωσαν τα χέρια μου. Κανείς...
Τι όμορφα που είναι τα μοβ απομεσήμερα του Σεπτέμβρη.. Ακόμα και όταν ξέρεις πως αυτός που νόμιζες πως θα σε περιμένει, κρύφτηκε πίσω από σκούρα σύννεφα και σε ξέχασε. Όχι πώς η αφεντιά μου είναι τίποτα σπουδαίο. Απλώς κορόιδεψα λιγότερο από ότι με κορόιδεψαν. Έκλεψα λιγότερο από όσο με έκλεψαν. Και σίγουρα μοίρασα τα τιμαλφή μου, έτσι δίχως να τα χρεώσω πουθενά. Δεν βαριέσαι. Η ουσία είναι ότι χωρίς να το καταλάβω καλά βρέθηκα στην απ' έξω.
Φαίνεται την ώρα που οι άλλοι λογάριαζαν κι έβγαζαν τα μερτικά, εγώ περίμενα να σηκωθεί το φεγγάρι από τα κλαδιά της κουκουναριάς. Σε αυτό το πανηγύρι λοιπόν της ζωής, κάτι θα βρει ο καθένας να τον τραβήξει. Κάτι θα βρει να του αρέσει. Απλωμένη η πραμάτεια. Δεν γίνεται να μην γουστάρεις κατιτί. Το ζήτημα είναι να λάβεις μέρος. Μη σε πάρει η απόκοτων, γιατί την έκανες. Ρε συ, το γονατισμένου τον πηδούν οι πάντες. Ακόμα και οι απόμαχοι τρέχουν να κάνουν μάτι. Σήκω στα πόδια σου. Κάνε παιχνίδι ρε κωλόπαιδο. Μην με κοιτάς σαν μαλάκας.
Δεν παίρνει ο άλλος από θεωρίες. Σκύβεις κοντά στον άνθρωπο σου και προσπαθείς να του μάθεις από το άλφα την ζωή. Προσπαθείς να του φέρεις ξανά στο μυαλό του όλες τις όμορφες εικόνες, που αυτός τις έχει σβήσει και δεν τις θυμάται πια. Σιγά, με πολλή αγάπη και μεγάλη προσοχή. Του συλλαβίζεις από την αρχή το ποιηματάκι. Κατάλαβες; Αυτό προϋποθέτει βέβαια μεγάλη ψυχή και απέραντη αντοχή. Θέλει κότσια.
Έλα μου έγνεψε χαμογελώντας. Κάνε γρήγορα. Τα όμορφα πράγματα στην ζωή κρατούν όσο η βροχή μέσα στα δάχτυλα μου. Αν αρνηθείς, είναι βρισιά. Δεν χρειάζεται σκέψη. Δε σου ταιριάζουν οι δισταγμοί. Ξέρω τι ψάχνεις. Ξέρω που πάς. Ψηλάφισα τα ίχνη από τα βήματα σου μια νύχτα που είχε ολόγιομο φεγγάρι. Έχω κρυμμένης τα στήθια μου την έκρηξη που θα διαλύσει τα κύτταρα σου και θα σε σκορπίσει στον ουρανό. Κοίταξε με είμαι ένα κόκκινο πλατανόφυλλο σε ένα ποτάμι ορμητικό. Αν κυνηγάς τα όνειρα, πέσε μέσα να με πιάσεις. Αν δεν κάμεις, αν φοβηθείς δεν είσαι για μένα. Φύγε. Δεν σε συνάντησα ποτέ.
Για σένα της έλεγα. Μόνο για σένα. Για να σου τραγουδούν τις ώρες της σιωπής σου. Άπλωνα τα χέρια μου μέσα στην νύχτα και μάζευα πολύχρωμους ήλιους και άσπρα φτερά από περιστέρια. Για σένα της έλεγα Μόνο για σένα. Για να σκεπάσεις το γυμνό κορμί σου. "Ξέρεις τι είναι ο έρωτας" μου έλεγε σιγά η Δάφνη. Η φωνή της ήταν τρυφερή, λιγο τσαλακωμένη, λίγο χνουδωτή, σαν φυλλαράκι της μοναξιά Το βαθύ μπλε του ουρανού. Το βαθύ κόκκινο της παπαρούνας. Το φλύαρο πράσινο του λιβαδιού. Τα χρώματα στης ψυχής. Αυτός είναι ο έρωτας.
Ξέρεις τι μετράει τελικά; Ποιά χέρια θα σε αγκαλιάσουν και θα κάμουν το δέρμα σου να δακρύσει. Ποιό στόμα θα τσακίσει το φλοιό του μυαλού σου και θα σε τινάξει χωρίς αναπνοή στ αστέρια. Δεν έχει ταυτότητα ο έρωτας.
Κάθε φορά που τυχαίνει να πετάξω τις αποσκευές μου, να βάλω φωτιά στο καλύβι μου, με πιάνει μετά από λίγο τέτοια ταραχή , που τρέχω να ξεπουλήσω όσο την ανεξαρτησία μου. Αυτοί που λένε πως είναι ευτυχείς, γιατί έκοψαν τα νήματα που τους συνδέανε με τους υπόλοιπους, αν δεν το παίζουν βούδες είναι το λιγότερο μαλάκες του γλυκού νερού. Όσο περισσότερο ξεκόβεις από τους άλλους, τόσο έρχεσαι κοντύτερα στην Άβυσσο. Κι εκεί τα πράματα είναι δύσκολα. Παρία και πληγή. Χρειαζόμαστε μικρές σκλαβιές στην ζωή μας, για να ξυπνάμε. Χρειαζόμαστε πλαίσια. Σκοπούς. Προσδιορισμούς. Χρειαζόμαστε κορνίζες για να κλείνουμε μέσα τα τοπία που ζωγραφίζει η ψυχή μας. Αλλιώς, τα παίρνει ο άνεμος.
Άλλη μια μέρα
οδεύει στο τέλος της, άλλη μια εβδομάδα κοντεύει να συμπληρώσει τον κύκλο της.
Κυριακή σήμερα. Παράξενο αυτό που κάθε Κυριακή με κατακλύζει εκείνη η
απροσδιόριστη μελαγχολία. Ίσως επειδή βλέπω τις μέρες της εβδομάδας να
τελειώνουν, τη ζωή μου να μένει στάσιμη κι εσένα να παραμένεις σε κόσμους
μακρινούς. Αναρωτιέμαι πού θα είμαστε μετά από χρόνια. Ναι, μιλώ για το μακρινό
μέλλον γιατί το παρόν μας το γνωρίζω εδώ και καιρό. Προφανώς έχω συμβιβαστεί με
την απουσία σου γι’ αυτό δεν μπαίνω στη διαδικασία να πάρω τηλέφωνο για ν’
ακούσω τη λατρεμένη χροιά της φωνής σου. Γι’ αυτό επιλέγω γι’ άλλη μια φορά να
γράψω μερικές λέξεις στο χαρτί που θα κλειδωθούν στο συρτάρι του γραφείου μου
κι αυτές, παρέα με τις υπόλοιπες.
Ανάβω άλλο ένα τσιγάρο μπας και καταφέρω με
τον καπνό να ξεδιαλύνω τις μπερδεμένες σκέψεις που ταλανίζουν το μυαλό μου. Διακόσια
γραμμάρια σκέψεις, ένα ποτήρι θλίψη κι ένα κουταλάκι του γλυκού αναμνήσεις… Η
απόλυτη συνταγή της μελαγχολίας…Φέρνω
ξανά τη μορφή σου στο μυαλό μου κι ενώ προσπαθώ να βρω τις κατάλληλες λέξεις
για να συνεχίσω το γράμμα μου, παθαίνω “black-out”. Θα φταίει το χαμόγελό σου φαίνεται… Άραγε περνώ καθόλου από το μυαλό σου
τα κυριακάτικα βράδια που μένεις μόνος; Έχω ανάγκη να πιστεύω ότι είσαι μόνος,
ότι δεν αναζητάς συντροφιά σε άλλο σώμα.
Δεν είναι εγωισμός. Είναι έρωτας,
είναι αγάπη, είναι εκείνη η τρέλα που μου θολώνει το μυαλό όπως θολώνει ένα
παγωμένο γυαλί απ’ την καυτή ανάσα. Αν αγαπάς κάποιον, δεν θες να είναι ευτυχισμένος
όπου κι αν είναι. Θες να είσαι εσύ ο λόγος της ευτυχίας του επειδή από αυτό
αντλεί αξία η ύπαρξή σου. Ήθελα να είμαι εγώ το άτομο που θα του εκμυστηρεύεσαι
τους φόβους σου, τις αγωνίες σου, τις χαρές και τις λύπες σου. Ήθελα να ‘μαι το
άτομο που θα αντικρίζεις μόλις ανοίξεις τα βλέφαρά σου. Το πρώτο άτομο που θα
σου χαμογελά μόλις ξεκινά η μέρα σου.
Δεν βρίσκω το κουράγιο να βγω έξω. Κάθε
δρόμος, κάθε στέκι, κάθε μορφή, κάθε τραγούδι μου θυμίζουν εσένα. Η πόλη
φαντάζει βλοσυρή κι απάνθρωπη, έτοιμη να με καταβροχθίσει. Η φυγή μοιάζει να ‘ναι
η μόνη επιλογή. Από τη στιγμή που γίναμε δυο μισά που κάποτε είχαν ενωθεί, τι
μου μένει να κάνω; Τι μπορείς να κάνεις όταν χάνεις το άλλο σου μισό; Φεύγεις.
Φεύγεις από το μέρος που το είχες βρει για να πάψεις να ελπίζεις ότι θα το
ξανασυναντήσεις κάποια μέρα. Ξέρω ότι οι άνθρωποι μπορούν να αγαπήσουν αληθινά
μόνο μια φορά στη ζωή τους. Άντε το πολύ δυο, αν είναι τυχεροί. Εγώ αγάπησα και
τις δυο φορές με όλο μου το είναι.
Έχω νιώσει πώς είναι να λιώνεις με ένα φιλί
σε σημείο που θαρρείς πως θα λιποθυμήσεις από έρωτα. Έχω νιώσει πώς είναι να
κόβονται η ψυχή και το σώμα στα δύο όταν αποχωρίζεσαι την αγάπη σου. Έχω νιώσει
πώς είναι να υπάρχεις απλά, να ζεις μηχανικά, να είσαι ένας ζωντανός-νεκρός. Έχω
νιώσει πώς είναι να ξυπνάς κατά τη διάρκεια της νύχτας από έρωτα, από τρέλα,
από αγανάκτηση και να φέρνεις στο νου σου εικόνες, στιγμές, λόγια και συναισθήματα.
Σ’ αγαπώ μα δεν φτάνει. Η αγάπη δεν είναι ποτέ αρκετή σε τέτοιες περιπτώσεις. Η
θέληση και η προσπάθεια είναι οι κινητήριες δυνάμεις.
Εμείς είχαμε εγωισμό
καρδιά μου! Θελήσαμε να παίξουμε το παιχνίδι “Ο πιο εγωιστής χάνει μόλις
ανοίξουν τα φώτα”. Αναρωτιέμαι, όμως, ποιός απ’ τους δυο είναι ο πιο χαμένος.
Εσύ που δε θα βρεις άλλη να σε αγαπήσει όπως εγώ; Ή εγώ που δε θα βρω το
κουράγιο να αγαπήσω ξανά με την ίδια ένταση και συχνότητα; Στα φαρμακεία,
βλέπεις, δίνουν όλων των ειδών τα γιατροσόφια εκτός από αντιβίωση για την
επούλωση μιας κομματιασμένης καρδιάς. Δυστυχώς ο έρωτας δεν έρχεται με οδηγίες
χρήσης, δεν σου χτυπά ευγενικά την πόρτα και σίγουρα δεν σε ρωτά “Μπορώ να
εισέλθω;”. Φοβάμαι μακριά σου, νιώθω μετέωρη κι αποπροσανατολισμένη. Φοβάμαι
χωρίς τη σιγουριά στο πανέμορφο χαμόγελό σου, χωρίς την αισιοδοξία στα καστανά
σου μάτια. Φοβάμαι ότι μια μέρα, ίσως χρόνια μετά, θα κάνω μια αναδρομή στο
παρελθόν και θα μετρήσω τα σπασμένα. Κι είναι πολλά…
Κι αυτή τη θάλασσα που πιάναμε στα χέρια Κι αυτό τον ήλιο που ανάβαμε τα καλοκαίρια
Καίω εσένα, καίω εμένα Καίω τα όνειρά μου τα σταματημένα Καίω εσένα, καίω εμένα Καίω μαζί κι όλα τα σώματα τα ερωτευμένα
Αυτή η φλόγα να λυγάει το κοίταγμά σου Αυτή η φλόγα να ζαρώνει ό,τι αγαπώ Κοίτα πώς γίνεται απόψε σκόνη η ομορφιά σου Κοίτα πώς γίνεσαι μια στάχτη μες στον ουρανό Καίω τον τρόπο που κοιτάζονταν τα σώματά μας Καίω τον τρόπο που αγκαλιάζονταν τα βλέμματά μας
Καίω εσένα, καίω εμένα Καίω τα όνειρά μου τα σταματημένα Καίω εσένα, καίω εμένα Καίω μαζί κι όλα τα σώματα τα ερωτευμένα
Εσύ ποτέ δε θα παρακαλούσες, ποτέ δε θα κυνηγούσες και
γενικά ποτέ και τίποτα για μένα.
Δεν ξέρω αν πονάει πια αυτή η διαπίστωση
μετά από τόσο καιρό.
Τώρα καταλαβαίνω ότι εμείς οι δύο θα χωριζόμασταν, γιατί κανείς
απ' τους δυο μας δεν έχει καταλάβει την αγάπη του άλλου.Πάντα αμφιβάλλω για την αγάπη σου κι
ας το νιώθω ότι αυτή με κρατάει ζωντανή, κι ας βλέπω ότι όσα σκέφτομαι τα
καταλαβαίνεις πριν τα πω...
Όμως, και η δική μου αγάπη δε
φαίνεται να σε πείθει αρκετά. Και βέβαια εγώ σκέφτομαι: "Μα πώς είναι
δυνατόν; Εγώ τον αγαπάω πιο πολύ απ'τη ζωή μου! Πώς γίνεται να μην το βλέπει;"
Και είναι κι αυτός ο εγωισμός που θα μας καταπιεί καμιά ώρα. Κι ενώ θέλω
τόσο πολύ να σε πάρω τηλέφωνο, να σ' ακούσω, δε θα το κάνω πάλι.Ούτε εσύ θα το κάνεις όμως! Και
κάπως έτσι θα κάνουμε να μιλήσουμε πάλι μια βδομάδα, μπορεί και παραπάνω...
Και φταίω τόσο πολύ που όσα με ενοχλούν τα κρατάω μέσα μου. Γιατί ποτέ δε
σε πίεσα να μου πεις τι θες από μένα, γιατί ποτέ δε σου είπα ότι μου τη σπάει
που μας πιάνει ο εγωισμός μας και δε μιλάμε!
Γιατί ποτέ δε σου είπα ότι δε
γουστάρω που κάθομαι σαν τον βλάκα και μιλάω μαζί σου τόσο καιρό χωρίς να ξέρω
ούτε τι θες, ούτε πόσο καιρό θα μείνουμε έτσι.
Κι αυτά ξέρεις γιατί; Γιατί το μόνο
που με νοιάζει είναι να ξέρω ότι είσαι καλά και γελάς. Κι ας πονάω. Εγώ ξέρω
ότι αντέχω. Εσύ όμως;
Πόσο χρόνο ακόμα θες; Τί με νοιάζει; Αφού όσο χρόνο και να θες εγώ εδώ θα
είμαι και θα περιμένω... Πίστεψε κανείς ότι θα μπορούσα να φύγω; Ίσως σε κάποια
άλλη ζωή μπορέσω να ζήσω χωρίς εσένα. Ίσως...
Κάποτε μια νύχτα θ' ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων
για να περάσουν οι παλιές μέρες οι κλειδούχοι θα 'χουν πεθάνει,
στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρίτες απ' τα παιδικά μας πρωινά
Κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος από τόσους χειμώνες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
Πού είμαι;
Γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματα μου;
Κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ' την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά απ' αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε έξω
Όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους. Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα δε θα γραφτούν ποτέ...
Πέρασαν οι χειμώνες, έτρεξα το βλέμμα της ξανά ν' αντικρίσω Είδα ένα φως μα ήταν σκοτάδι, είδα μια σκιά ήμουν εγώ Είδα έναν άγγελο μα ήταν ψέμα
Κλείδωσα το χρόνο σε έναν παλιό καθρέφτη και τον έσπασα να μην ξανακυλήσει και ένα κομμάτι ματώνει την καρδιά μου για ένα δάκρυ από τα μάτια της
Και μου είπε μη δακρύζεις, ο πόνος δεν τελειώνει και την πνοή μου την στερνή πάνω στα μεταξένια της φτερά την άφησα και με ταξίδεψε εκεί που οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε...
Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, δεν θα 'μαι εδώ για κανέναν Μην έρθεις απόψε την σιωπή μου να δεις, θα γράφω τραγούδια θλιμμένα
Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης με χρώμα από φως κι από δάκρυ
Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης, με χρώμα από φως κι από δάκρυ
Εδώ... στον κόσμο μου θέλω να ζήσω Εδώ... τον φόβο μου πίσω ν' αφήσω Βροχή... η σκέψη μας πάλι να σβήσει Σιωπή... ο ήλιος ποτέ δεν θα δύσει
Ξανά... ν' αγγίζω το φως στο σκοτάδι Φωτιά... να καίει το φιλί κάθε βράδυ Εδώ... στου ονείρου το φως να γυρνάμε Εδώ... οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε
Μην έρθεις απόψε δεν θα 'μαι εδώ, δεν θέλω να κλάψω για σένα Φεύγω σε λίγο μακριά να σωθώ, δεν θα' μαι εδώ για κανέναν
Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης, με χρώμα από φως κι από δάκρυ
Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης, με χρώμα από φως κι από δάκρυ
Εδώ... στον κόσμο μου θέλω να ζήσω Εδώ... τον φόβο μου πίσω ν' αφήσω Βροχή... τις σκέψεις μας πάλι να σβήσει Σιωπή... ο ήλιος ποτέ δεν θα δύσει
Ξανά... ν' αγγίζω το φως στο σκοτάδι Φωτιά... να καίει το φιλί κάθε βράδυ Εδώ... στου ονείρου το φως να γυρνάμε Εδώ... οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε
Στα απύθμενα πηγάδια της ζωής ξεδιψώ τις σκέψεις, τις ενοχές μου και το ψεγάδι των νυχτερινών μου λόγων. Σκιρτήματα των νεκρών μου ονείρων με ταλανίζουν και ζητούν δικαίωση κάθε που το σκοτάδι με τυλίγει. Με την ανατολή πια χάνονται, αφήνοντάς μου σαν τιμωρία μια ζωή που δεν ονειρεύτηκα. Γκρέμισαν, μπάλωσαν, έχτισαν, αναμόρφωσαν τάχα την κακόφημη τούτη γειτονιά. Μα πάλι ο αγοραίος έρωτας αναμοχλεύει περιθωριακούς και καθάριους πόθους στα πεζοδρόμια της οδού. Γελιέται οικτρά ο σοβαροφανής αρχιτέκτονας πως θα νικήσει το αρχαιότερο λειτούργημα, πως θα ξεριζώσει την Ιερή Δούλη του Έρωτα από τα πεζοδρόμια του οίκου της.
Φυλακισμένη στο λείο δέρμα σου πλένω την ψυχή μου με τα απόνερα του μπάνιου σου. Πλήθη σαρκοβόρων μικροβίων κατατρώγουν το δέρμα σου και εμένα μαζί. Μα αν και νιώθεις τον πόνο μου, δεν συγκινείσαι για να με αφήσεις να μπω στην καρδιά σου. Με κρατάς εκεί μονάχα για δερματική χρήση. Ευτραφής αλλά αθέατος κινείσαι στις σκεπές των ουράνιων αστεριών. Ανθεκτικός, ισχυρός αλλά και ανέφικτα απραγματοποίητος εριδιαβαίνεις με τα λιπόσαρκα αισθήματα σου δείχνοντας πλήρης.
Μα ξέρεις πως γνωρίζω την έσχατη ένδεια της ψυχής σου, τα γλοιώδη σ’ αγαπώ που αντάλλαξες με τα άστρα για έχεις τούτη την προνομιακή θέα. Μην θυσιάζεις όλα σου τα σ' αγαπώ για μερικά κρεβάτια. Φύλαξε και μερικά μπας και συναντήσεις τον μεγάλο έρωτα στην γωνία και έχεις να τον κεράσεις μονάχα πολυχρησιμοποιημένη σάρκα, προβαρισμένους οργασμούς και ξεχαρβαλωμένα συναισθήματα. Και αν τελικά ο έρωτας δεν έρθει ποτέ, κράτα ρε φίλε ένα Σ' αγαπώ ανόθευτο για την πάρτη σου.
Σκαρώνω ένα ψέμα για να αντέξω την κλειδαριά που έχω βάλει στους ανθρώπους. Τάχα πληγώθηκα παλιά, τάχα είχα άσχημα παιδικά χρόνια, τάχα φταίει ο πλησίον. Πώς να παραδεχτώ πως ούτε τον εαυτό μου αντέχω πια, πως ούτε μαζί του δε κάνω ανακωχή.
Ο ήχος από το γέλιο σου χίμαιρα να με ψυχώνει, κάθε που ο φόβος ριζικό μου γίνεται. Εσύ γελάς και εγώ ανασαίνω σαν μέρα που γεννιέται από αστραπή, σαν μοίρα που ορίζεις εσύ. Στο όρια του επιτρεπτού η κτηνωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ανίδεος τιμονιέρης της ζωής του, ο άνθρωπος, παρασυρόμενος από την οργιάζουσα φαντασία πώς υπερασπίζεται τα θέλω του. Σκλάβος των υλικών και εγχρήματων απολαύσεων. Αυταπόδεικτη σάρκα, αγνοούμενη ντροπιασμένη ψυχή.
Μακριά σκαριά, τσακισμένα στέκουν στην ακρογιαλιά της ψυχής μου. Αλάργα θωρώ φρεγάτες να αρμενίζουν και έρωτες να βουλιάζουν από προσκρούσεις σε όνειρα. Φτηνοπράματα τα λόγια σου, φο μπιζού πολυτελείας που κερδίζουν μοναχά όσους δεν έχουν δει πραγματικό διαμάντι. Μη γελάς. Θαρρείς πως θαμπώθηκα από τον επιτηδευμένο ερωτά σου και από τα κονσερβοποιημένα σ’ αγαπώ σου; Εσύ καλέ μου γελάστηκες και νόμιζες πως είσαι μεγάλος εραστής.
Γελάστηκες από τις πνιχτές μου ανάσες, από τα βαριά μου βογκητά, από τα παθιασμένα μου μάτια και από τους προσποιητούς μου οργασμούς. Αξιοθέατο η ψυχή μου. Γόνιμη στις κολακείες, ψευδώνυμη στην πραγματικότητα,απροσπέλαστη σε όνειρα, θανάσιμα δειλή, ανώνυμη μέσα στην επωνυμία της, κλαίει την ερημιά της παγκόσμιας αχρειότητας, της τίμιας υποδούλωσης.
Πρωτοφανέρωτα… Ισχυρά……Αμέρωτα… Ασβεστά….Ζωντανά…. Αθέατα…Αυστηρά…. Εύηχα..Αναντικατάστατα…. Δυνατά…Αφηρημένα….. Στεγνά…Θεμελιώδη… Φυσικά…Περιπαιχτικά… Αναλλοίωτα…Ολοκληρωτικά… Μονοδιάστατα…Διάχυτα… Συνήθη… Τόσα μα τόσα πολλά επίθετα αναμένουν να χαρακτηρίσουν τα σ’ αγαπώ που ακόμη δεν μου είπες...
Κονσερβοποιημένη διασκέδαση αδειανών ψυχών σε χλιδάτες τρώγλες. Κυνηγημένα φλερτ και άηχες λέξεις να υφαίνουν το κέφι του προδομένου ονείρου. Σαβούρες υφασμάτων στο στυλ της πάντα επαναλαμβανόμενης μόδας και των πάντα επαναλαμβανόμενων προσδοκιών. Ανταλλαγή υγρών και αναπνοών, στιγμιαία πάθη και αλκοολούχοι έρωτες. Σαββατόβραδα δικά μου, δικά σου.. Σαββατόβραδα όλων μας….
Μου ήρθε με mail ένα χαμόγελο σου και η είδηση πως με λησμόνησες. Με ξέχασες και έσπευσες να μου το ανακοινώσεις. Αχ, αυτές οι αντιφάσεις του έρωτα σου... Τι το θες το mail; Αν με λησμόνησες ρίξε μια μαύρη πέτρα πίσω σου και άντε στο καλό. Οι ανακοινώσεις σε μάραναν και μάλιστα ηλεκτρονικά... Πόσο ανώριμος και εγωιστικός ο έρωτας σου...
Μαριονέτα στα χέρια σου λες και ο θεός με έπλασε για να σου χαρίζω ηδονή. Αδυνατώ να ελευθερωθώ από τα δεσμά της ερωτικής, βάναυσης, καταστροφικής αγάπης σου. Δεμένη στο σαλόνι ακούω το τικ τακ του ρολογιού και το τικ τακ της καρδιάς μου. Τικ Τακ, Τικ Τακ γεμίζω την ύπαρξη μου με πυρίτιδα. Τικ Τακ, Τικ Τακ τοποθετώ τον ωρολογιακό μηχανισμό. Τικ Τακ, Τικ Τακ προγραμματίζω το σώμα μου να εκραγεί στα χεριά σου. Στο σαλόνι το τικ τακ του ρολογιού συμβαδίζει με την καρδιά μου. Έρχεσαι με αγκαλιάζεις και εκρήγνυμαι… Πια είμαστε αιώνια φυλακισμένοι στο Τικ Τακ του αιώνιου χρόνου.
Μαζί, κάθε μέρα μαζί συναντάμε μνημόνια για να μας χωρίσουν. Το φεγγάρι μας συντροφεύει και τα αστέρια καρφιά στερεώνουν την ύπαρξη μας στο σήμερα. Η σοδειά των λέξεων πλούσια καθημερινά. Η σοδειά των πράξεων πάντα υστερεί. Στο σήμερα ζούμε εγώ και εσύ μαζί, και αν χαθούμε θα γίνουμε και εμείς λέξεις απλές, ανούσιες, εύκολες. Θα γίνουμε μια σοδειά άδεια από έρωτα...
Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν.
Κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο ή εκείνο, κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας: τότε που όλα θα εξηγηθούν, χωρίς λόγια ή και χωρίς να υπάρχουμε καν
Όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα, η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια
Και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε, με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα — αφού το τέλειο έγκλημα έγινεεκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί.
Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει),ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό —
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμοή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα— στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό,ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου.
Τον έχασ’ εντελώς. Και τώρα πια ζητεί
στα χείλη καθενός καινούριου εραστή
τα χείλη τα δικά του· στην ένωσι με κάθε
καινούριον εραστή ζητεί να πλανηθεί
πως είναι ο ίδιος νέος, πως δίδεται σ’ εκείνον.
Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Γιατί ήθελε - είπ’ εκείνος - ήθελε να σωθεί
απ’ την στιγματισμένη, την νοσηρά ηδονή·
απ’ την στιγματισμένη, του αίσχους ηδονή.
Ήταν καιρός ακόμη - ως είπε - να σωθεί.
Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Aπό την φαντασίαν, από τες παραισθήσεις
στα χείλη άλλων νέων τα χείλη του ζητεί·
γυρεύει να αισθανθεί ξανά τον έρωτά του.
Μοναξιά γλυκιά και συνάμα παράξενη, πόσο σε επιζητώ ετούτο το ανοιξιάτικο βράδυ. Η αλήθεια
πληγώνει τόσο, που δεν αντέχω παρα μόνο σε εσένα να την εξομολογηθώ. Τι
και αν χάσω τα λογικά μου μπρος στο φως που λούζει την ψυχή μου απόψε;
Τι κι αν τα όνειρα μου γεμίζουν κάθε βράδυ πόθους ανικανοποίητους; Σαν
επτασφράγιστο μυστικό τα κρύβω και παραδίδομαι στη γλυκιά μέθη του
ψέματος.
Μια τέτοια αλήθεια μόνο πληγώνει σαν μαχαίρι στοχεύοντας
κατευθείαν στην καρδιά. Μπαίνω μπροστά σου να δεχθώ το τίμημα, μην μου λαβωθείς. Κι εσύ
αδημονείς να ανοίξεις τα φτερά σου και να ελευθερωθείς. Θα ελευθερωθείς αγάπη μου, γιατί τα
δεσμά μου δεν σου αξίζουν. Είναι πολύ βαριά για να τα αντέξεις. Και σου
αξίζει η καρδιά σου να γελά και όχι να πενθεί χαμηλόφωνα την απώλεια του
τίποτα.
Το "κάτι" είναι εκεί και σε καρτερεί γιατί το "πολύ" ανέκαθεν σε φόβιζε. Δεν έχουν εξημερωθεί ακόμη
στον κόσμο αυτό τα άγρια θηρία της ψυχής μας, καρδιά μου. Να προσέχεις,
γιατί ξεγελάει μυστήρια το φως πολλές φορές. Λευκά πια τα πάντα γύρω
μου, και εγώ παραδομένη σε λευκές νύχτες επιζητώ μάταια το σκοτάδι.
Γιατί το εκτυφλωτικό φως πονάει περισσότερο σαν πέφτει βαρύς ο πέλεκυς της πραγματικότητας. Μοναξιά μου καλωσόρισες και σε εσένα,
ζωή μου, αντίο...
Κι αν κάποτε σ' αγάπησα, έχω πια μπερδέψει το νόημα αυτής της λέξης.
Κλείνω τα μάτια μου και παραδίνομαι σε μια απέραντη ησυχία. Κάθομαι
ακίνητη για ένα λεπτό, απλά για να νιώσω να με πλημμυρίζει αυτό το
γνώριμο συναίσθημα. Ίσα για να βυθιστώ στα όνειρά μου, εκεί που μπορώ να
σε έχω ολόδικό μου. Εκεί που το βλέμμα σου είναι ζεστό.
Εκεί που τα χείλη λένε
πολλά και η αλήθεια δεν ξέρει να κρύβεται καλά πίσω από εκθαμβωτικά
χαμόγελα, αλλά αποκαλύπτεται γυμνή κι ατόφια. Μα, αγάπη μου, τα μάτια δεν μπορούν να πούνε ψέματα, και
αναίσχυντα εκθέτουν σε ένα λεπτό, όλα όσα προσπαθείς να κρύβεις μια
ζωή... Ξέρω πως πια δεν με κοιτάς στα μάτια. Ξέρω πως πια όλα έχουν χαθεί. Γιατί όμως ακόμη η καρδιά μου φωνάζει
εσένα;
Επιζητώ το αδύνατο, και ελπίζω στα πεπερασμένα. Όμως το ποτάμι πίσω δεν
γυρνά. Κι εγώ είμαι στην άκρη του, έτοιμη να πηδήξω, να παλέψω ενάντια
στο ερμητικό νερό, ακόμη και αν ξέρω τη ματαιότητα της πράξης μου. Το ξέρω θα
πνιγώ, το νιώθω, και δεν στο κρύβω πως φοβάμαι. Τι και αν όπου και αν γυρίσω βλέπω τη
μορφή σου; Θα λυτρωθώ μια μέρα από εσένα. Θα σε αφήσω να φύγεις, όπως
και εσύ, και τότε είναι που θα σε νιώθω πιο κοντά μου από ποτέ...