Κάποτε μια νύχτα θ' ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων
για να περάσουν οι παλιές μέρες οι κλειδούχοι θα 'χουν πεθάνει,
στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρίτες απ' τα παιδικά μας πρωινά
Κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος από τόσους χειμώνες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
Πού είμαι;
Γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματα μου;
Κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ' την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά απ' αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε έξω
Όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους. Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα δε θα γραφτούν ποτέ...
Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν.
Κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο ή εκείνο, κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας: τότε που όλα θα εξηγηθούν, χωρίς λόγια ή και χωρίς να υπάρχουμε καν
Όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα, η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια
Και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε, με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα — αφού το τέλειο έγκλημα έγινεεκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί.
Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει),ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό —
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμοή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα— στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό,ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου.
και μόνο το τραγούδι
μας καμιά φορά θλιμμένο μαρτυρούσε το δρόμο, ή άλλοτε για να
ξεφύγουμε, σε θρύλους, όπως σε σιωπηλή γυναίκα, γερνάμε ή
γινόμαστε απλοί, τόσο που μας έχαναν.
Κι αλήθεια, κατά
που πέφτει η βασιλεία,
και μόνος ο
καθένας μας θ' ακούσει το ράγισμα ενός άστρου
αργά τη νύχτα.
--------------------------
Kι ίσως αυτό που
ποτέ δεν καταλάβαμε ήταν ότι έμεινε για
πάντοτε δικό μας,
γιατί ποιός κέρδισε ποτέ τη νύχτα ή τ' όνειρο
και μες στο σπίτι
ο ένας για τον άλλον ένα απλό κειμήλιο είμαστε
και μόνος του ο
καθένας θα πεθάνει, έτσι μέσα στο ανήσυχο βράδυ
αλλόκοτα
φωτισμένο απ' τους πυρσούς, είμαστε πάντα απροετοίμαστοι. Και ήταν αυτή η συγκομιδή μας.
------------------------
Ή άλλοτε, τη
νύχτα, τα βήματα κάποιου μακριά μας έλουζαν
άξαφνα μες στο
βαθύ μυστικό τους,
τότε
καταλαβαίναμε πως όλα θα μείνουν άγνωστα για μας
και πως αυτό θα
είναι η πιο ωραία μας μαρτυρία.
--------------------------
Αλήθεια, πού ζήσαμε, γιατί συχνά ξαναγυρίζουμε
άξαφνα,
και τότε ένα
πρόσωπο άγνωστο στο δρόμο ή στο βάθος μιας
κάμαρας (που
είναι κιόλας κλειδωμένη), στέκεται τόσο αβέβαια,
που το
αναγνωρίζεις αμέσως
αφού και το σπίτι
μας δεν ήτανε ποτέ χτισμένο,
μα έτοιμο να ξεκινήσει
με τον πρώτο περαστικό
κι οι αληθινοί
μας πόνοι κλαίνε αλλού
και μόνο μας
στέλνουν ένα κλονισμένο βήμα,
ή ένα κυπαρίσσι,
ξαφνικά, καθώς περνάμε όπως
η λύρα, που
πονετική το βράδυ στο χέρι του τυφλού
ακουμπάει ένα
τραγούδι.
Όμως οι
ονειροπόλοι περίμεναν στο βάθος κι η αιώνια
αναμονή τους,
σχεδόν ορατή, τους σήκωνε κι από τον ένα κόσμο
πήγαιναν στον
άλλον με τα παλιά τους, φθαρμένα πανωφόρια,
ώσπου όταν βράδιασε
(κι ένα βράδυ είναι πολύ) έγειραν στο κιγκλίδωμα.
Ήμουνα ξανά μονάχος,
κι αχ, ήτανε πολλά στον ουρανό τ' αστέρια,
και δεν ήθελα Θεέ
μου να πεθάνω....
----------------------------------
Τρωτοί κι αφανείς υπήρξαμε, πλάθοντας με το
φτωχό πηλό
τις μέρες μας
στην άκρη του ορίζοντα, κυβερνώντας με υπομονή
τις νύχτες μας στην
άκρη της γυναίκας,
και πάντα ο
παμπάλαιος χρόνος που σε νέους θρύλους μας
αποπλανά. Όμως
είναι κάποιος, που κάθε πρωί ντύνεται το κουρέλι του, για να περάσει
αμόλυντος μες' απ' την πόλη.
''Κι αγάπησα με πάθος καθετί που δεν ήταν γραφτό να ζήσω.
Κι έζησα όλη τη ζωή μου σε ένα όνειρο και την αθανασία σε μερικά κονιάκ'' ( Το πουλί με τις
αλήθειες)
''Ποιός ξέρει τι θα συμβεί αύριο, ή ποιός έμαθε ποτέ τι
συνέβη χτες,
τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
σε
όνειρα... Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως
μας αποδοθούν
στον παράδεισο- συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου
σκόρπισα τους στεναγμούς
της νιότης μου, ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά
να πάει που;
κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να
γνωρίσει ο
ένας τον άλλον. Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντας
τους μόνο έναν κόσμο,
κι όταν θα πεθάνω θα 'θελα να με θάψουν σ'ένα σωρό από
φύλλα
ημερολογίου για να πάρω και το χρόνο μαζί μου. (Φύλλα
Ημερολογίου)
''... Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο
ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματαπου τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου.
Κι αν έχασα την ζωή
μου, την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί,
ένα χτες ή ένα άυριο, όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα
άρωμα βιολέτας...
Κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν
πρόφτασαν ν'
αγαπήσουν. (Άνεμος Νοεμβρίου)
''...Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός
ονείρου
μέσα σ'ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να
σκόρπιζε γιασεμιά, φωτιζόταν για λίγο η νύχτα.
Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ, αλλά θα πεθαίνω κάθε
μέρα.'' (Ο πρώτος στίχος)
'' ...Θυμάσαι
πουψάχναμε απεγνωσμένα να βρούμε τον
Θεό ή
ονειρευόμαστε ν'αγγίξουμε το μυστήριο ενός κοριτσίστικου
απογεύματος,
κι ύστερα τα πένθη, οι θλιβερές επέτειοι, ένα χρώμα
σταχτί στον
ουρανό...'' (Νύχτες αϋπνίας)
'' ...Για αυτό σας λέω μη ζητάμε περισσότερα κι αργότερα,
άντρας πια,
καθόμουν πίσω απ' τα τζάμια και κοίταζα τα φώτα της
πόλης. έτσι γνώρισα το αναπότρεπτο των χωρισμών- τι
θ'απομείνει
λοιπόν, τι θ'απομείνει από τόσες προσδοκίες, τόσους
στεναγμούς;
ένα όνομα και δυο χρονολογίες χαραγμένες στην πέτρα που ο
καιρός
θα τις σβήνει σιγά σιγά...'' (Νυχτερινή ευωδία)
''...γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ' τα παράθυρα
δυνάμωνεη
βροχή, κι ύστερα πιασμένοι απ' το χέρι περάσαμε τη
γέφυρα, με τα μαλλιά
σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα -
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που
δίναμετη
ζωή μας μ' εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ' άρρωστα
παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροϊδεύουν - και γεμίζουν τα τετράδια
τους με
ποιήματα για να μη χαθούν.
Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυάγιο...'' (Ώρα
του λυκόφωτος)
''Καμιά φορά σκέφτομαι: τι θα 'κανα αλήθεια αν ξανάρχιζα
τη ζωή
μου; Πάλι εδώ θα' φτανα, στην άκρη του κόσμου...
Ω Κύριε των μακρινών σταθμών που τους
διαβαίνουμε κάποτε μες στο όνειρο...
Ενώ ένας πλανόδιος οργανοπαίχτης στο δρόμο με μια λυπημένη μουσική
θα δωροδοκεί το δειλινό ν'αργοπορεί...
Κι ίσως θα πρέπει να χαθείς ολότελα για να μάθεις κάποτε
ποιος
είσαι...'' (Η ερώτηση)
''Κι άλλοτε ο πόνος μου γινόταν αφόρητος όταν σκεφτόμουν
πως
κάποτε θα με ξεχάσουν (οι δικοί μου είχαν όλοι φύγει σιγά
σιγά)
μια μέρα έφερα μια γυναίκα στο σπίτι, την έγδυσα και την
έβαλα
να πει σιγανά το όνομά μου
έτσι γνώρισα όλες τις αμαρτίες...'' (Μικρή αυτοβιογραφία)
'' Μια νύχτα του καλοκαιριού, παιδί ακόμα, βγήκα απ'το
σπίτι και
''...οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε
ανθρώπους
ξένους... κι η παιδικότητα: ένα ουράνιο σχόλιο στο
αίνιγμα να υπάρχουμε.
Κι όταν κάποτε θα φύγω δε θα πάρω μαζί μου παρά λίγο
βιολετί απ'
το δειλινό κι έν'άστρο από κάποιο παραμύθι.'' (Η
αναχώρηση)
'' Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις
αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα
με μάτια ξένα –
αλλά κι εγώ ποιος ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η
ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω. Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό,
είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.'' (Δειλινό)
'' Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’
έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια
μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ’ ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ’
ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ως τη λαιμητόμο ή έστω ως το παράθυρο μιας
γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα
φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται
ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι
ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ’ έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ’ την πόρτα
ένα τσεκούρι. Aλλά οι
καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω
ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της
αιχμαλωσίας.'' (Αιχμαλωσία)
'' Κι αργότερα, όταν με τόσες ελπίδες εγκατασταθήκαμε στο
καινούργιο
σπίτι κι αλλάξαμε θέσεις στα έπιπλα
είδαμε πως δεν κρύβεται το παλιό μεγάλο σφάλμα μας και
πως τα
πράγματα έχουν μια δική τους μοναξιά
και μια δική τους δικαιοσύνη. Ανοίξαμε τότε το παράθυρο
κι είδαμε τους γερανούς να
περνούν.
Αλλά πoιο ήταν
το σφάλμα μας; Ποτέ δε μάθαμε. Και μόνο καμιά φορά
μέσα σ' έναν εφιάλτη βρίσκουμε κάποια απάντηση
αλλά δε θέλουμε να την πιστέψουμε.
Προς τι λοιπόν τόσα όνειρα αφού όλα θα τελειώσουν κάποτε
και κανείς δεν ξέρει ποια θα 'ναι η κρίσιμη ώρα --
πράγματα που τ' ανακαλύπτεις όταν είναι πια αργά (πάντα
ήταν αργά)
κι η ευωδιά ενός μαραμένου ρόδου είναι πιο τρομερή κι από
'να φάντασμα.
Κάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια.'' (Οι γερανοί)
'' Από κάποιο παράθυρο ακούγονται οι βαριές λέξεις ενός
ζευγαριού που είχε κάποτε αγαπηθεί με πάθος. Όλα τελειώνουν και μόνο το φθινόπωρο παραμένει αιώνια νέο
σαν τα πιο λυπημένα ποιήματα. Είμαι μόνος. Η εξοχή ευωδιάζει. Ακούγεται το τραίνο που
έρχεται κι ακουμπάω το κεφάλι μου στις ράγες. Κάποτε θα ξανασυναντηθούμε.'' (Της εξοχής)
''Όταν μας έδιωξαν απ’ τον Παράδεισο η Μαρία έκλαιγε. Την
πήγα τότε στο αντικρινό ξενοδοχείο γιατί έπρεπε να
συνεχίσουμε
τη ζωή. Όταν βγήκαμε βράδιαζε. Η Μαρία χάιδεψε την κοιλιά
της. «Υπάρχει κι η ελπίδα» είπε.
Η ελπίδα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιο τον κόσμο.'' (Η
ελπίδα)
''Μια νύχτα καθώς κοιταζόμουν στον καθρέφτη τρόμαξα,
"κι αν δω μέσα τον άλλον;" σκέφτηκα, γιατί είναι αλήθεια πως υπήρχε
μια συγκεχυμένη ιστορία γύρω απ' το άτομό μου, λέγαν πολλά, τι να
πρωτοπιστέψεις; Και συχνά ισχυρίζονταν ότι παραμιλάω ενώ απλώς κουβέντιαζα μ'
αυτόν που κρύβεται μες στις σκιές.
Τέλος τα χρόνια πέρασαν, εγώ χάθηκα σε δύσκολους δρόμους,
κοιμήθηκα σε βρώμικα δωμάτια και το πρωί άπλωσα τα σεντόνια στο παράθυρο σε μια
παράδοση άνευ όρων. Και θυμάμαι παιδί που εκμυστηρευόμουν τα βράδια στη μητέρα
πως στο σχολειό, στο ίδιο θρανίο, καθόμουν μ' έναν άγγελο."
''Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα
σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε
σ’ ένα αβέβαιο όνειρο.'' (Εκμυστηρεύσεις)
''Είμαστε αιχμάλωτοι μιας αλήθειας που χάθηκε κάπου εκεί
στα
παιδικά μας χρόνια και ζήσαμε το απέραντο σε μικρές
σκοτεινές κάμαρες και το τίποτα στις μεγάλες σελίδες της Ιστορίας...'' (Η τελευταία παρτίδα)
Κανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρυπνίες συντήρησα τη ζωή μου, γιατί
έπρεπε να προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ την καταχθόνια δύναμη,
που κρατούσε αυτήν την αδιατάρακτη τάξη. Φυσικά,
όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες με κούραζαν, προτιμούσα,
λοιπόν, πλαγιασμένος να βλέπω κρυμμένο το μυστικό που φθείρουμε ζώντας,
και πώς θα επιστρέψουμε με άδεια χέρια και συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι να
υπάρχουν, αλήθεια, στο σπίτι, καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τα γάντια
τους για να το εξακριβώσω. Μα ήξερα πως ήταν κι οι άλλοι, που πονούσαν
με γυμνά χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι που δεν ξανάφευγαν, κι ας μην
τους έβλεπα, έβλεπα, όμως, τους αμαξάδες τους που γερνούσαν και
πέθαιναν έξω στο δρόμο, ώσπου βράδιαζε σιγά σιγά, κι
ακουγόταν η άρπα, που ίσως, βέβαια, και να μην ήταν άρπα, αλλά η αθάνατη
αυτή θλίψη που συνοδεύει τους θνητούς.
Ταξίδι
Ζούσε την τελευταία του ώρα. Στο σταθμό, νύχτα, περίμενε το τρένο, που θα ‘πεφτε μπροστά του να τελειώνει. Άξαφνα,
από μια παλιά ξεχασμένη παρόρμηση ανέβηκε στη γραμμή να περπατήσει,
όπως άλλοτε, που ήταν ένα αιώνιο παιδί. Τότε, μ’ έκπληξη, είδε τη μικρή
πεθαμένη εξαδέλφη να περπατάει στην άλλη γραμμή, απλώνοντας του το χέρι,
για να κρατηθούν, πιο στέρεα, πάνω απ’ τ’ όνειρο. Περπάτησαν ώρα, χαμογελώντας ο
ένας στον άλλον, κι όταν πέρασε τυφλό το τρένο, βουίζοντας, τα δυο
παιδιά χειροπιασμένα συνέχιζαν να προχωράνε πάνω στις ράγες, ενώ το πτώμα ενός άντρα κείτονταν πιο εκεί.
Μυστική Πύλη
Φτερούγες σάλευαν κάτω απ’ τα έπιπλα, και στο βάθος ο σκοτεινός
καθρέφτης έκανε τα παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά, γιατί δεν ήθελαν να
μεγαλώσουν, η μητέρα έκλαιγε και με
παρακαλούσε να κατέβω, μα έμενα ήταν η μοίρα μου να περπατάω στο ταβάνι,
μια μάχη δική μου, μητέρα, όπου πάντα ο νεκρός ήμουν εγώ. Γι’ αυτό ήξερα και των ουρανών τη μυστική υπόγεια πύλη.
Εξόφληση
Η παιδική ηλικία μου γλίστρησε
ανάμεσα σε παλιά ερμάρια, οι αμαξάδες βλαστημούσαν καθώς παίρνανε τη
στροφή, αργά, λυγισμένοι απ’ τη σκόνη κι η κοιλιά μου σκουλήκιαζε από
αναρίθμητες πείνες. Στο υπόγειο ονειρευόταν το
ραχητικό παιδί, εγώ πίστευα στους πλανόδιους οργανοπαίχτες, που η
δυστυχία τους είναι πιο ουράνια κι απ’ τους ουρανούς, πλαγιάζοντας με
γυναίκες κωφάλαλες, για να μη χάσω ούτ’ έναν ήχο απ’ τους στεναγμούς που
άκουγα γύρω μου.
Σε τι χρησίμεψαν, λοιπόν, οι
αμαρτίες μου; Έβρεχε και κανείς δε μ’ άκουγε, μονάχα ο κούφιος αντίλαλος
απ’ τους σταύλους, εκεί που είδα το γέρο, καθόταν στο βρεγμένο στρώμα
κι έκλαιγε, ζητώντας να του δωσουν την κούκλα του — τότε κατάλαβα πως
δεν είμαι μόνος, και πως όταν θα ‘ρθει η μέρα της Κρίσεως, εγώ θα έχω
όλο το χρυσάφι να πληρώσω.
Το τέλος ήταν απροσδόκητο, με τον
καπνό να μου γνέφει πάνω απ’ το σταθμό, με τους τρελούς που ψάχνανε για
ένα μικρό κομμάτι κιμωλία κι εκείνους τους χλωμούς άντρες με τα τύμπανα
που φτάνουν όταν δεν υπάρχει έλεος πια. Κι ύστερα, όταν βράδιασε, άδειασα
τα παπούτσια μου απ’ όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ, ενώ τα υγρά
σιωπηλά χωράφια ταξίδευαν με τους τυφλοπόντικες.
Η Έκτη Μέρα
Ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, η
μητέρα είχε ντυθεί στα μαύρα, φορούσε και το καλό καπέλο της με το βέλο,
«δεν έπρεπε να μας το κάνει αυτό ο Θεός» είπε, στο βάθος χλωμοί άντρες
στήναν τη μεγάλη σκηνή του τσίρκου, «γύρισε σπίτι, είναι αργά», «ποιο σπίτι;» είπα κι αγκάλιασα το φανάρι του δρόμου. Η μικρή ξαδέλφη όπου να ‘ναι θα
πέθαινε, την έσπρωξα πίσω απ’ την ντουλάπα, «σ’ αγαπάω» έλεγε, μα εγώ
την έγδυνα κιόλας σαν πόρνη — κι όταν τη θάψαμε, εγώ έμεινα για πάντα
εκεί, πίσω απ’ την ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τα ποντίκια, κι ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, οι τροχαλίες γρύλιζαν καθώς ανέβαζαν το πρώτο ρολόι στη στέγη του σταθμού, κάθισα στην άκρη του δρόμου, τόσο θλιμμένος, που οι τυφλοί μ’ έβλεπαν.
Ο Επόμενος
Τα παιδιά κοιμόντουσαν ωχρά,
δαγκωμένα απ’ τα γαβγίσματα του ταξιδιού, τα χωράφια ήταν ξέσκεπα και η
μέρα τόσο γαλάζια, ο οδοστρωτήρας αγκομαχούσε τυραννισμένος απ’ τις
μύγες, στις άγρυπνες νύχτες μου μάρτυς μονάχα ο Θεός κι η πεθαμένη
υπηρέτρια, που ακούγοντας ένα περαστικό κουδούνι σηκώθηκε απ’ τον τάφο
της ν’ ανοίξει.
Και είδα ότι είχα φτάσει σε ακτές ουράνιες, ναυαγισμένος μέσα στα παπούτσια μου. Τώρα, κάθε φορά που θα δω μια
σκάλα κάθομαι χάμω και κλαίω, γιατί ξέρω πως δε θα ξαναβρεθώ — κι έραβα
τις πληγές μου για να μη χαθεί ο θησαυρός που μου εμπιστεύτηκαν, για να
γεννήσω έναν ακόμα στεναγμό, για να με συχωρέσει ο άνθρωπος που ασέλγησε
πάνω μου, μην ξέροντας πώς αυτή είναι η δύναμη μου, σαν τις μηλιές που
ανθίζουν όταν ακούσουν το λάλημα του τρελού.
Όταν τέλος αποφάσισα να παραδοθώ, έφερα μεγάλες αγκαλιές άχυρο και σκέπασα τα ίχνη μου, γι’ αυτόν που ερχόταν πίσω.
Έζησα σ' έναν κόσμο αλλόκοτο.
Απλώνοντας στους άλλους ένα χέρι
ακρωτηριασμένο απ' τη δυσπιστία,
τρώγοντας ένα ψωμί
νεκρό,
δολοφονημένο απ' την ταπείνωση.
Νευρώσεις
δάκρυα
δεινόσαυροι με ημίψηλα
ατομική ιδιοχτησία -
ψάχνοντας απεγνωσμένα γιά ένα δρόμο
μέσα σ' αυτήν τη χιονοθύελλα από χαρτονομίσματα
οικοδομές
και χαμένα χρόνια
παρθένες συνουσιάζονται με τις ομπρέλλες τους
άνθρωποι κομένοι κατακόρυφα στη μέση παρακολουθούν τη
λειτουργία της Κυριακής
τ' άλλο μισό τους παζαρεύει στα μπακάλικα και τα μπορντέλα,
τα ματωμένα εντόσθιά τους μπερδεύονται
με τα μαλλιά των γυναικών, τις κονσέρβες, τα εικονίσματα,
καθρέφτες κλέφτες κάθε πρωί σου αρπάζουνε
έν' ανεπίστρεπτο κομάτι από τη νειότη σου - βελάζουνε,
βελάζουνε τα δευτερόλεπτα
μες στα σφαγεία των ρολογιών, η συνήθεια κ' η εκβιασμένη
ηδονή
αποπατούν στα συζυγικά κρεβάτια - θηρία που κάθε νύχι
τους ήταν και μιά γυναίκα
και μεγάλα σαρκοφάγα αισθήματα
που μου μασήσαν τα πλεμόνια, το σηκότι,
την καρδιά,
κι ύστερα φτύσαν πάνω στο χαρτί
μερικά απομεινάρια λέξεων.
Φεύγοντας
δεν πήρα μαζί μου παρά τις προσβολές που μούκαναν
μεγάλες σαν αιωνιότητες,
και που όλες οι αιωνιότητες
δε θα φταναν να τις ξεχάσω. Πήρα τον παλιό, φαγωμένο
νεροχύτη της κουζίνας μας
που πάνω του πηγαινοέρχονταν τα χέρια της μητέρας μου
σα δυό μικροί μαραμένοι αρχάγγελοι - μερικά δυνατά πιοτά
και τη μεγάλη, λυπημένη αρκούδα απ' τα παιδικά πρωινά μου.
Πήρα ακόμα τους πόνους όλων των γυναικών που αγάπησα
σάν ένα κατάστερο ανάχτορο χτισμένο πάνω στα βλέφαρά μου.
Όσο γιά τρόφιμα
το ψωμί που μοίρασα κάποτε με τους συντρόφους μου
μιά νύχτα μεγάλη,
σαν τη ζωή,
έμενε ακόμα λίγο μέσα σ' ένα κούφιο δόντι μου
να με χορταίνει αιώνια.
Και νάμαι τώρα
διασχίζοντας το Άπειρο
πιό ανάλαφρος απ' τους τρελλούς και τα παιδιά,
η έλξη της γης δεν είναι παρά τα χέρια αυτού του τέρατος
που λέγεται:χώμα
μα, να,
η ταχύτητα ξυστρίζει το πετσί μου απ' την κόπρο της βαρύτητας,
ενώ σκυμμένα πάνω μου τα ουράνια σώματα
σα νυστέρια
χειρουργούν το απόστημα
της προϊστορίας μου.
Στην αρχή ένας φόβος, μιά αόριστη απειλή
μες στον ψυχρό, απρόσωπο συνωστισμό των άστρων -
θυμάμαι, παιδί, σε μιά μεγάλη σταραποθήκη,
τα δισεκατομύρια σπειρά του σταριού
με τον ίλιγγο του Αρίθμητου,
κάθε κίνηση με βούλιαζε όλο πιο βαθειά,
κάνοντας ν' ανατριχιάζει αυτό το πελώριο ζώο
με τρίχωμα από μερμήγκια -
νόμιζα πως θα πέθαινα.
Μα, εκεί, στην άκρη,
ένα μικρό ποντίκι
ροκάνιζε τα σπειριά του σταριού
που περίμεναν τα δόντια του
ήσυχα κι υπάκουα,
σα να του προσφερόνταν.
Και ξαφνικά μ' έλουσε ολόλαμπρη, σα μιά δόξα
η άγια χρησιμότητα των πραγμάτων.
Έπεσα άφοβα μες στο στάρι,
κι έκλαψα.
Από τότε
κάθε φορά που κόβω το ψωμί της γης
νοιώθω τον ίδιο εκείνο τρόμο
και την ίδια δόξα.
Ά, το θαυμαστό ταξίδι μου !
Βλάστηση από λάμψεις
εκρήξεις σιωπής
ήλιοι που δε βασίλευαν ποτέ, πυρπολώντας το κρανίο μου
με καινούργιες περηφάνιες,
γιγάντιες εικόνες τίναξαν στον αέρα
το φτωχό παλαιοπωλείο της μνήμης μου,
μετεωρίτες σαν ολοπόρφυρα φιλιά, σκοτάδια που τραγουδούσαν,
τοπεία
από αιώνια νεότητα - με τούτα τα λαχανιασμένα χέρια
θέρισα
της πρώτης αθωότητας τα γιασεμιά,
κάτω απ' τα πόδια μου διαβαίνουν οι χιλιετηρίδες,
ραχητικές βωδάμαξες,
φορτωμένες αγάλματα που πέθαναν
και φθαρμένα σκηνικά από παλιές επαναστάσεις.
Ενώ σκυφτές στου Γαλαξία τις όχθες
πλύστρες με κυκλώπεια χέρια
πλένουν μες στη λάμψη
τα λαρύγγια των ποιητών.
Είδα τη μέρα σαν έναν καταράχτη χρυσά νομίσματα
ξεπληρώνοντας κάθε αυγή
όλα τα προαιώνια χρέη,
είδα τη νύχτα σα μιά ζάχαρη από πεφτάστερα
να πέφτει μες στο γάλα των παιδιών.
Είδα τη ζωή και το θάνατο να ρίχνονται στα ζάρια
στο απερίγραπτο παιχνίδι της αιωνιότητας.
Και πάντα ο νικητής ήμουν εγώ. Εγώ που όλα τα γνώρισα
και τ' αγάπησα όλα. Εγώ,
που θα ζήσω
και θα πεθάνω.
Κι αδιάκοπα, εκεί κάτου, στον ορίζοντα, τα σύγνεφα
πανάρχαιοι σκυμένοι δουλοπάροικοι -
τώρα η βροχή
δεν είναι ιδιοχτησία των καιρικών συνθηκών,
βρέχει όποτε θέλω εγώ κι οι συντρόφοι μου.
Ά, τα βράδια που βγαίνω, πίνω, πίνω, σαν τους αλκοολικούς,
όλα τα πρόσωπα του δρόμου
χωρίς ποτέ να ξεδιψάω,
πολιτείες του κόσμου σας ξεφύλλισα
σαν τις σελίδες μιάς μυθολογίας
όπου μέσα βρήκα τους δικούς μου ήρωες,
ανυπεράσπιστους
κι ακατάλυτους
με πανοπλίες από σιδερένια θλίψη.
Δαγκώνοντας την οπλή της πείνας σας
χόρτασα
κι οι αρμοί μου γίναν δροσεροί κι ευλύγιστοι
μες στα ηράκλεια γυμναστήρια
της εξουθενωμένης ζωής σας.
Θα ξεριζώσω ένα-ένα
τα σαγόνια
τις αρτηρίες
τους βουβώνες μου
και θα τα ρίξω μέσα στις λάμψεις του πάθους σου
ώ, ανθρώπινο πλήθος -
είμαι ερωτευμένος μαζί σου,
όλοι οι άντρες είναι σύντροφοι μου, θαυμάζω
τα πολύτριχα αχαμνά τους και τα πολύτρομα εργαλεία τους
κι οι γυναίκες όλες,
αγαπημένες μου,
εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια
της γύμνιας μου
και ξαναγεννηθήκατε πιό δροσερές το πρωί
μέσα στην αφθονία του κατευνασμένου έρωτα,
κι οι άλλες,
που δε σας άγγιξα ποτέ,
μα που θα ζείτε αιώνια φυλακισμένες
μέσα στη δίψα μου.
Κι εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι,
σε κείνο το ασφυχτικό κελί των μελλοθανάτων,
ένα μήνα ζήσαμε κουλουριασμένοι, για να χωράμε,
και κάθε φορά που παίρναν κάποιον, για να μη μας λείπει
δεν απλώναμε το κορμί μας. Μέχρι που μείναμε
εγώ
κι εσύ,
τελευταίε σύντροφε,
κουβαριασμένοι σε δυό γωνιές του άδειου κελιού,
με την πελώρια αίσθηση γύρω μας
ότι υπάρχουν ακόμα
όλοι.
Έσεις, που ζήσατε και πεθάνατε ταπεινά,
μα εγώ,
παίζοντας γροθιές με την ανωνυμία
και τους νεκροθάφτες
σας άρπαξα
και σας έθαψα, εδώ, μέσα στα κόκκαλα μου,
για να μπορώ να ταξιδεύω τώρα στο διάστημα
πικρός και σιωπηλός
κι ολόδροσος
σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.
Ώ, διαλεκτική, σαν τους παλιούς θαυματοποιούς,
που αλλάζαν ένα πλήθος φτωχών θεατών
σ' έναν λαό από γέλια παντοδύναμα,
αστρονομία, που σαν την τρυφερή μητέρα, ακουμπάς κάτω
απ' το Χάος
σαν ήρεμο παιδικό προσκέφαλο,
ηλεκτρονική φυσική, βασανιστική ερωμένη μου,
αυτοί οι πολύπλοκοι δοκιμαστικοί σωλήνες είναι πιό πολύτιμοι
για τη ζωή
κι απ' τα ίδια τ' άντερα μας,
οι εξισώσεις
σα μεγάλες τριήρεις οδηγούν σε άσφαλτο δρόμο πια
τον κουρασμένο Οδυσσέα - πιο εκεί, ακόμα πιό εκεί,
πάντα πιό εκεί,
κι ώ. εσύ, ερχόμενη Αγνότητα, πιό μεγάλη απ' όλο το Σύμπαν.
Αιώνες ταξίδεψα, βυθίστηκα στο Άπειρο
όπως μέσα στα ξάστερα λαγόνια μιάς γυναίκας - κι έφτασα
μέχρι εκεί, πιό εκεί, πιό εκεί, πάντα πιό εκεί,
εκεί, που το Σύμπαν στηρίζεται πάνω στο Άσκοπο,
σαν ένα αρμόνιο
πάνω στο ρύγχος ενός γουρουνιού. Αυτό το Άσκοπο εγώ το
πολέμησα
με την αδερφωσύνη
και τα ποιήματα.
Τώρα , όλα είναι γνώριμα,
σχεδόν παλιά,
οι γαλαξίες σαν τις κούνιες, κάποτε, πριν από χρόνια,
σαν είμαστε παιδιά, μες στ' ολοπόρφυρο καλοκαίρι,
τις κούνιες που τις άκρες τους λες και τις κράταγαν ψηλά
με τις ζεστές, μεσημεριάτικες φωνές τους
τα τζιτζίκια, -
οι πλανήτες γύρω μου σαν τις μεγάλες φωτογραφίες των
νεκρών
που αφίσανε μιά νύχτα το πατρικό μου σπίτι,
για να μ' ακολουθήσουν
σ' όλες μου τις τυραννικές περιπλανήσεις - τα ουράνια
σώματα, ίδια με τις θεόρατες στίβες τα πιάτα
στο οινομαγειρείο που τρώγαμε φοιτητές. Θυμάσαι; Πάνω
στο ταβάνι
η υγρασία κι η λίγδα απ' τους αχνούς κι οι κουρνιασμένες
μύγες
απλώναν έναν άλλο, ασήμαντο, μα όλο επιείκεια, ουρανό.
Κι ο γερο-λαντζέρης ανάμεσα στα νεφελώματα των κιτρινωπών
ατμών,
ένας φτωχός ανθρώπινος θεός, δίκαιος και ανήμπορος,
που μοίραζε, σαν ένα θαύμα, τα νερουλά φασόλια του
στις γάτες και τους ανέργους.
Ερχόταν στο τραπέζι μας
αργά το βράδι, μεθυσμένος πάντα.
"Ο Θεός, ξέρεις γιατί είναι Θεός; Γιατί κέρδισε το χρόνο",
έλεγε.
Αηδίες - ο χρόνος έγινε για να κυλάει
οι έρωτες για να τελειώνουν
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο
με το μεγάλο διασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ότι ζήσαμε
χάνεται,
γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμμιά φορά,
τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μυρηκαστικό τ' αναμασάει η ξεδοντιασμένη
μνήμη,
όσα δε ζήσαμε
αυτά μας ανήκουν -
ά, εσείς, χημικές ενώσεις του μυαλού μου
έσω εκκρίσεις μου
ανεμόσκαλα των νεύρων μου
θα σε τραντάξω, σαν ένα δουλικό που μ' όλο το μίσος του
χτυπάει έν ακριβό χαλί,
μέχρι που να μου ρίξετε μιά καινούργια λέξη,
μόλις κομένη από τους αμπελώνες
της αυριανής μας τρυφερότητας. Μελλοντικό κάρβουνο,
που θα καίγεσαι
από έρωτα, και ποίημα εσύ αυριανό, όχι με λέξεις,
μα με ανυπόκριτα κι αμάραντα ερωτικά κρεβάτια
και φεγγερά μεγαλόφωνα μάτια
μουγκών.
Κι ήταν μιά ανείπωτη στιγμή, καθώς, περνώντας πλάι στη
Μεγάλη Άρκτο
είδα τη λυπημένη αρκούδα των αλλοτινών παιδικών καιρών
που με συντρόφευε, να πλησιάζει τον αστερισμό
και ν' αγκαλιάζονται, όπως ύστερα απόνα μακρύ,
απαρηγόρητο χωρισμό
δυό αδέρφια - βαθειά, βαθειά στιγμή
όπου για πρώτη φορά
απ' την ημέρα που υπήρχε ο κόσμος
αντάμωνε ο προαιώνιος πόνος με το άπειρο, κι η παιδικότητα
με τη μεγαλωσύνη.
Ο παλιός νεροχύτης της μητέρας μου
έγειρε πάνω στον αστερισμό της Λύρας
κι έκλαψε.
Οι πλύστρες, στο βάθος, πλέναν τώρα το φως
μέσα στην πίκρα των γενναίων.