Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Βιολέτες για μια εποχή ~ Τάσος Λειβαδίτης



Κάποτε μια νύχτα θ' ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων
για να περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα 'χουν πεθάνει,
στις ράγιες θα φυτρώνουν
μαργαρίτες απ' τα παιδικά μας πρωινά

Κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα,
κουρασμένος από τόσους χειμώνες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά,
τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι

Πού είμαι;
Γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματα μου;
Κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ' την τύχη ή τις αντιξοότητες,
αλλά απ' αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε έξω

Όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που
παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους.
Όλα τελειώνουν κάποτε.
Λοιπόν, αντίο!
Τα πιο ωραία ποιήματα δε θα γραφτούν ποτέ...

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ ~ Γιώργος Σεφέρης


Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.

Μᾶς βαραίνουν οἱ φίλοι
ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς νὰ πεθάνουν.

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Αγάπη...Θυμάσαι;



Σε μια ξένη πόλη, ούτε δική μου ούτε δική σου, εκεί σε πρωτοείδα
Μπορεί και να μ΄ήξερες από παλιά κι απλά με ξαναβρήκες.
Κι έβρεχε, χωρίς ομπρέλα
το θυμάσαι;

Την άλλη κιόλας μέρα φτιάξαμε ένα τρένο κίτρινο κόκκινο μπλε το βάψαμε
και ταξιδεύαμε τη γη…νύχτες ταξιδεύαμε στον ουρανό… αστέρι και σταθμός
θυμάσαι;

Βρήκες το πιο μακρινό αστέρι κι είπες να το γυαλίσουμε
να του φυτέψουμε μια λεύκα να μείνουμε για πάντα εκεί
θυμάσαι;

Όταν σου έδινα πορτοκάλι πήγαινε να πει μόνο μαζί σου ταξιδεύω.
Με πέντε πορτοκάλια κάναμε πορτοκαλάδα την πίναμε μισή μισή
θυμάσαι;

Κι έτρεχα κάθε άνοιξη σ΄όλη τη γη να βρω το πρώτο πρώτο λουλούδι
για σένα βέβαια..
Κατέβαινες στα βάθη του ωκεανού εσύ και μου ΄φερνες ένα κοχύλι
θυμάσαι;

Άμα στο ζήταγα γινόσουνα ποτάμι λίμνη θάλασσα ωκεανός..
Κι όταν το ζήταγες γινόμουνα κι εγώ
θυμάσαι;

Μου έστελνες στον ύπνο μου όνειρα καλοπλυμένα, καλοχτενισμένα
και τα δικά σου όνειρα εγώ τα ετοίμαζα.
θυμάσαι;

Θυμάσαι τότε που κατέβηκα στον ύπνο σου μ΄ ένα τεράστιο ροζ αερόστατο;
Σου χάρισα ένα μύλο να τον κρατάς γερά γιατί φοβόσουν τα σκοτάδια.
Μου χάρισες έναν ολόιδιο κι εσύ
το θυμάσαι ακόμη;

Μια νύχτα χάθηκες σένα μεγάλο δάσος
Είχες το μύλο δε φοβήθηκες…κι έτρεξα και σε βρήκα
Μου χάρισες ένα χρυσόψαρο που μέτραγε ως τα χίλια
κι ένα τζιτζίκι και μια ζίνα κι ένα πουκάμισο άσπρο..
το θυμάσαι;

Και σου ‘μάθα να ζωγραφίζεις κάμπους και ποτάμια.
Μη πατάς πολύ το μολύβι σου ΄λεγα.
Μια αγκαλιά ψυχές το τοπίο, κι οι ψυχές δεν έχουν περίγραμμα
θυμάσαι;

Και μου ‘μαθες να φτιάχνω χάρτινα καράβια και χάρτινα κινέζικα πουλιά.
Μια μέρα είπαμε καιρός πια να εφεύρουμε την δική μας γραφή
να μην την ξέρει άλλος.
Τη ζωγραφίσαμε στο πι και φι κοντά σ’ενα ποτάμι, πάντα ένα ποτάμι
τη θυμάσαι ακόμη εκείνη τη γραφή;

Κι εφεύραμε ένα σωρό πράγματα από τότε
τη σαντιγί , τον ήλιο, τις αϋπνίες, την παλίρροια, το σκούρο μπλε
τα θυμάσαι όλα;

Ό,τι δεν χώραγε στις λέξεις το κάναμε μικρές μικρές σημαιούλες πολύχρωμες.
Θυμάσαι πως τις ανεμίζαμε;
Το μαγικό δωμάτιο που άλλαζε σχήμα ανάλογα με τη στάση του κορμιού μας
το θυμάσαι;
Κι ήταν φορές που γινότανε ολοστρόγγυλο.
Θυμάσαι πότε;

Μαζί διαβάζαμε τα πιο ωραία παραμύθια κι όταν μας τέλειωσαν
αρχίσαμε να παίζουμε δικά μας παραμύθια.
Μια φορά και έναν καιρό ήτανε δυο
θυμάσαι;

Ήτανε δυο κι ήτανε σαν ένας ένας και πολλοί μαζί.
Χωρίζαμε για λίγο μόνο γιατί αλλιώς πως θ’ ανταμώναμε ξανά;
Και σου ‘γραφα κάθε στιγμή κάτι τεράστια γράμματα
Μου ΄γραφες και συ ακόμη πιο τεράστια.

Μια φορά όμως που άργησες πρόλαβε κι ήρθε ο χειμώνας
που κράτησε όσο πέντε.
Κι όταν τέλειωσε ήρθε πάλι χειμώνας ακόμη πιο βαρύς
και δεν μπορούσες να γυρίσεις.
Έμεινες μακριά και μου ΄γραψες
Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος…

Μπορεί…
όμως..
τα πιο ωραία μας ταξίδια
δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη

Σε περιμένω…

Έλα

Θα μετρήσω ως το δέκα..

Άφησα να μην ξέρω ~ Κική Δημουλά



Tο κράτησα ώς τώρα αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.

Συμβίωσα σκληρά

μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου

τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.

Mε το αίμα που μου δόθηκε για να τον εξηγήσω.


Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια

και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.

Aίνιγμα δανείστηκα,

αίνιγμα επέστρεψα.

Άφησα να μην ξέρω

πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.

Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,

ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.


Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως

να σε διακρίνω.

Στάθηκα Πηνελόπη

στη σκοτεινή ολιγωρία σου.

Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,

πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

Aπό τον κόσμο των γρίφων φεύγω ήσυχη.


Aναμάρτητη:

αξεδίψαστη.

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Σχήμα της απουσίας


 Αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή ‘‘Υδρία’’ του Γιάννη Ρίτσου, αφιερωμένη στη Φωτεινούλα Φιλιακού, αγαπημένη βαφτιστικιά του ποιητή, που ‘‘έφυγε’’ στα δυο της χρόνια.

- I -
 
Ό,τι έφυγε, ριζώνει εδώ, στην ίδια θέση, λυπημένο, αμίλητο
όπως ένα μεγάλο βάζο του σπιτιού, που πουλήθηκε κάποτε σε δύσκολες ώρες,
και στη γωνία της κάμαρας, εκεί που στέκονταν το βάζο,
απομένει το κενό πυκνωμένο στο ίδιο σχήμα του βάζου, αμετάθετο,
ν' αστράφτει διάφανο στην αντηλιά, όταν ανοίγουν πότε πότε τα παράθυρα,
και μέσα στο ίδιο βάζο, που 'χει αλλάξει την ουσία του
με ίδια κι ισόποσην ουσία απ' το κρύσταλλο τού άδειου,
μένει και πάλι το ίδιο εκείνο κούφωμα, λίγο πιο οδυνηρά ηχητικό μονάχα.
 
Πίσω απ' το βάζο διακρίνεται το χρώμα του τοίχου
πιο σκοτεινό, πιο βαθύ, πιο ονειροπόλο,
σα να 'μεινε η σκιά του βάζου σχεδιασμένη σε μια σαρκοφάγο -
Και, κάποτε, τη νύχτα, σε μιαν ώρα σιωπηλή,
ή και τη μέρα, ανάμεσα στις ομιλίες,
ακούς βαθιά σου κάποιον ήχο οξύ, πικρό και πολυκύμαντο
σάμπως ένα αόρατο δάχτυλο να έκρουσε
κείνο το απόν, ευαίσθητο, κρυστάλλινο δοχείο.
 
 
- II -
 
Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ' τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί -
 
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα

σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ' τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ' την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκιες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.
 
 
- III -
 
Κάποτε, μες στο βράδυ της άνοιξης, ένα παιδί σηκώνεται και φεύγει ανεξήγητα
χωρίς κανείς να το μαλώσει' σηκώνεται αργά, απροειδοποίητα,
εκεί που καθόταν ήσυχα στο χώμα
κι η θέση του στο χώμα μένει ζεστή
και το σχήμα της στάσης του αχνίζει ακόμη στο δροσερόν αέρα
σχηματίζοντας ένα άλλο παιδί από υπόλευκη ζέστα. Τότε ολόγυρα
μαζεύονται, σα γύρω από μιαν άσπρη φωτιά, τα μικρά πρόβατα
να ζεσταθούνε' και λίγο πιο πέρα
ένα ψηλό, ολομόναχο, άσπρο άλογο
φέγγοντας όλο κάτω απ΄ την αστροφεγγιά
κλαίει με μεγάλα, κατάφωτα δάκρυα, κρατώντας ολόρθο το κεφάλι του.
 
 
- V -
 
Τα βράδια του καλοκαιριού, την ώρα που κλείνουν τα δημόσια πάρκα
και τα μικρά κορίτσια με τις παραμάνες τους γυρίζουν στα σπίτια τους
κι άλλα μικρότερα μες στα καρότσια τους, κοιμισμένα κιόλας,
πίσω τους έρχονται σε μια βουβή, αόρατη ακολουθία, τα πεθαμένα κορίτσια,
ωχρά, με μαραμένα μαλλιά, κρατώντας στα δεμένα χέρια τους
τις ξερές ανθοδέσμες τους, σα μικρά ποιήματα
που δεν πρόφτασαν να τα μάθουν απ' έξω.
 
Στέκουν από μακριά και κοιτάζουν τις κορδέλες και τα παιχνίδια κρεμασμένα στα περίπτερα,
τη φωτισμένη, ταπεινή βιτρίνα του γειτονικού ψιλικατζίδικου
αφήνοντας σε κάθε βήμα τους ένα χώρο εσωτερικό που τον γεμίζει αμέσως
μια σκιά μενεξεδένια και ρόδινη. Φτάνουν ως έξω απ' το σπίτι τους,
κοιτούν το κλεισμένο παιδικό τους παράθυρο,
υψώνουν μια στιγμή το χέρι, μα δε χτυπούν τη γρίλια. Από μέσα
ακούνε οι γονείς το χτύπημα' αφήνουν την πετσέτα να πέσει στο τραπέζι
σα να πέφτει ένα μεγάλο ξερό φύλλο πάνω στο χρόνο. Ανοίγουν την πόρτα.
 
Δεν είναι τίποτα. Βλέπουν μονάχα
τα μαραμένα αστέρια, τον άδειο ουρανό, τον άδειο κόσμο
και ξανακλείνουν την πόρτα σα να μπαίνουν μέσα τα παιδιά τους.
 
 
- IX -
 
Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της,
χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει
σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο λίγο
το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,
χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της -
ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε.
 
Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη
γιατί, για ό,τι γίνεται 'κείνο που λείπει,
φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.
 
 
- XI -
 
Ένα μικρό κορίτσι, ανύποπτα, νυχτώθηκε άξαφνα μέσα στη λύπη.
Τι 'ταν λοιπόν η ζωή; Κι αυτός ο πόνος; Κι η κραυγή τούτη;
Ήταν δικά του αυτά; Και περίμεναν πίσω απ΄ το γέλιο του
πανέτοιμα κι επίβουλα; Κι αυτά τ' αγαπημένα πρόσωπα
που έσκυβαν πάνω του, μακρινά κιόλας; Άνοιξε ήσυχα, λοιπόν,
την πόρτα ενός άστρου, μπήκε μέσα προφυλακτικά να μην ακούσουμε,
μα όλες τις νύχτες 'κείνη η πόρτα ανοιχτή
χτυπάει απ' τον αγέρα του μικρού λυγμού του. Κι ούτε μπόρεσε να σηκωθεί πια να την κλείσει.
           Ούτε μπορούμε (είναι μακριά) να την κλείσουμε.
- XII -

Αυτή η κάμαρα έχει γίνει ένα βαθύ πηγάδι.
Η λάμπα είναι ένα αστέρι καρφωμένο στο νερό.
Το παιδικό κρεββάτι στη θέση του, και πότε πότε
αστράφτουν με ημικυκλικές ανταύγειες τα σεντόνια
καθώς, πάνω ψηλά, στην επιφάνεια του νερού
πέφτουν σαν άχυρα οι ώρες αβαρείς και αργοπόρες
χαράζοντας το νερό με αδιόρατους κύκλους. Εδώ μέσα
κανείς δεν μιλάει, κι αν μιλούσε δεν θα ακούγονταν. Κι αν ένα ποτήρι
γείρει και πέσει, πέφτει αθόρυβα μες στην παλάμη της σιωπής. Δε
         σπάει.
Μόνο η αρχαία κραυγή του χωρισμού διαλυμένη στο νερό
κάνει πιο σκοτεινό και βαθύ το πηγάδι.
 
 
- XXXII -
 
Δε μας γνωρίζει τίποτα. Μα εσύ επιμένεις αόρατη
να μας γνωρίσεις πάλι με τη ζωή - να συμμαχήσουμε. Αν είναι
το βλέμμα σου μέσα στο βλέμμα μας, δε θ' αρνηθούμε
να δούμε, να μιλήσουμε, να κινηθούμε. Αυτός ο νέος
ίσως μια μέρα και να σ' αγαπούσε. Ετούτα τα κορίτσια
ίσως και θα ΄ταν φιλενάδες σου. Σε τούτο το σχολείο
θα πήγαινες μεθαύριο. Κι έτσι μέσα στη νύχτα
που φεύγουμε ξένοι, μπρος σε δυο σειρές ακατοίκητα σπίτια,
κάτω από γλόμπους χωρίς αχτίνες σαν κλεισμένα χέρια,
μια γλάστρα ποτισμένη που στάζει απ' το παλιό μπαλκόνι
εμπιστεύεται πάλι τον ήχο της σ' εμάς' μια πόρτα
μισανοιγμένη, ξαγρυπνάει για ΄μας κι αυτός ο ξύλινος πάγκος
παρατημένος καταμεσής στην ερημιά, εμάς περίμενε να καθίσουμε, ξέροντας
πως κάπου εκεί, σ' ένα μοναχικό παράθυρο, κρεμασμένο
ψηλά στη νύχτα, εσύ, πίσω απ' το δαντελένιο κουρτινάκι,
περιμένεις να σου χαμογελάσουμε.




Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Το τελευταίο αντίο ~ Βασίλης Βασιλικός (απόσπασμα)





Ήρθες και ξάπλωσες στα πόδια μου το τελευταίο εκείνο μεσημέρι, ήσυχα, αδιαμαρτύρητα, τρυφερά. Μου είπες χωρίς φωνή το τελευταίο αντίο. Μ’αποχαιρέτησες, με το σώμα σου. Μόνο που εγώ δεν το κατάλαβα τότε. Κοιμήθηκες λίγο απ’την άλλη μεριά της καρδιάς σου. Αυτό ήταν το τελευταίο μας αγκάλιασμα. Η τελευταία φορά που τα σωματά μας αγγίχτηκαν...Δεν είπες τίποτα...Μ' αποχαιρέτησες με τον τρόπο σου, ευγενικά, ωραία. Το λογικό σου δεν έπιανε το μήνυμα για να μου το εκφράσεις, μα ούτε σου άρεσαν οι μελοδραματισμοί. Ενα βαθύ ευχαριστώ μου είπε το κορμί σου, που είκοσι χρόνια άλλη δε γνώρισε απο την αγκαλιά μου. Ήταν ο χρόνος σου αυτός. Η σιωπή. Το μίλημα με την αίσθηση. Μα εγώ δεν έπιασα το μήνυμα. Το μηνυμά σου εκείνο, με τη ζεστασιά των δύο κορμιών μας, μόλις σήμερα αποκρυπτογραφήθηκε. Ηταν το ύστατο χαίρε στην αγάπη σου. Χωρίς περιττά λόγια, νουθεσίες, δάκρυα ή λυγμούς. Ομως ξάπλωσες σαν προσφορά που στάθηκα ανίκανος να τη μεταλάβω. Τώρα τι ωφελεί να σου φερνω λουλούδια στο τάφο σου; Αφού εκείνη τη στιγμή στάθηκα ανίκανος να καταλάβω. «Δεν φταις εσύ, αγάπη μου. Δε φταις. Η καρδιά είχε κουραστεί. Δεν ήξερα ούτε κι εγώ οτι σ’ αποχαιρετάω». Ποτέ άλλοτε δεν είχες τόση σιωπή. Μα τίποτα να πεις, έστω κάτι, μια κουβέντα; Μόνο «άσε με να ξαπλώσω στα πόδια σου». Και ξάπλωσες. Κι εγώ όταν είδα πως κοιμόσουν, για αρκετή ώρα δεν κινήθηκα, μη σε ξυπνήσω. Οταν ξύπνησες ήσουν χαρούμενη, ξεκούραστη. Είχες περάσει βαθιά στα κύτταρα το «χαίρε». Τώρα μου μένει μια ζωή, όσο ζήσω, να το θυμάμαι και να χτυπιέμαι, μάταια. Εσύ, περήφανα, μυστικά, χωρίς κλάψες, όπως ταιριάζει σε, που αξιώθηκες μια τέτοια ζήση, άφησες τα μαλλιά σου να χαϊδεύουν τα πόδια μου με τη σιωπηλή εγκαρτέρηση του αμνού στην Παλαιά Διαθήκη που τον οδηγούν στη σφαγή...