Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θλίψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θλίψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Κυριακάτικη μελαγχολία...





Στον αγαπημένο μου “Α”

Άλλη μια μέρα οδεύει στο τέλος της, άλλη μια εβδομάδα κοντεύει να συμπληρώσει τον κύκλο της. Κυριακή σήμερα. Παράξενο αυτό που κάθε Κυριακή με κατακλύζει εκείνη η απροσδιόριστη μελαγχολία. Ίσως επειδή βλέπω τις μέρες της εβδομάδας να τελειώνουν, τη ζωή μου να μένει στάσιμη κι εσένα να παραμένεις σε κόσμους μακρινούς. Αναρωτιέμαι πού θα είμαστε μετά από χρόνια. Ναι, μιλώ για το μακρινό μέλλον γιατί το παρόν μας το γνωρίζω εδώ και καιρό. Προφανώς έχω συμβιβαστεί με την απουσία σου γι’ αυτό δεν μπαίνω στη διαδικασία να πάρω τηλέφωνο για ν’ ακούσω τη λατρεμένη χροιά της φωνής σου. Γι’ αυτό επιλέγω γι’ άλλη μια φορά να γράψω μερικές λέξεις στο χαρτί που θα κλειδωθούν στο συρτάρι του γραφείου μου κι αυτές, παρέα με τις υπόλοιπες.

Ανάβω άλλο ένα τσιγάρο μπας και καταφέρω με τον καπνό να ξεδιαλύνω τις μπερδεμένες σκέψεις που ταλανίζουν το μυαλό μου. Διακόσια γραμμάρια σκέψεις, ένα ποτήρι θλίψη κι ένα κουταλάκι του γλυκού αναμνήσεις… Η απόλυτη συνταγή της μελαγχολίας…  Φέρνω ξανά τη μορφή σου στο μυαλό μου κι ενώ προσπαθώ να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να συνεχίσω το γράμμα μου, παθαίνω “black-out”. Θα φταίει το χαμόγελό σου φαίνεται… Άραγε περνώ καθόλου από το μυαλό σου τα κυριακάτικα βράδια που μένεις μόνος; Έχω ανάγκη να πιστεύω ότι είσαι μόνος, ότι δεν αναζητάς συντροφιά σε άλλο σώμα. 

Δεν είναι εγωισμός. Είναι έρωτας, είναι αγάπη, είναι εκείνη η τρέλα που μου θολώνει το μυαλό όπως θολώνει ένα παγωμένο γυαλί απ’ την καυτή ανάσα. Αν αγαπάς κάποιον, δεν θες να είναι ευτυχισμένος όπου κι αν είναι. Θες να είσαι εσύ ο λόγος της ευτυχίας του επειδή από αυτό αντλεί αξία η ύπαρξή σου. Ήθελα να είμαι εγώ το άτομο που θα του εκμυστηρεύεσαι τους φόβους σου, τις αγωνίες σου, τις χαρές και τις λύπες σου. Ήθελα να ‘μαι το άτομο που θα αντικρίζεις μόλις ανοίξεις τα βλέφαρά σου. Το πρώτο άτομο που θα σου χαμογελά μόλις ξεκινά η μέρα σου. 

Δεν βρίσκω το κουράγιο να βγω έξω. Κάθε δρόμος, κάθε στέκι, κάθε μορφή, κάθε τραγούδι μου θυμίζουν εσένα. Η πόλη φαντάζει βλοσυρή κι απάνθρωπη, έτοιμη να με καταβροχθίσει. Η φυγή μοιάζει να ‘ναι η μόνη επιλογή. Από τη στιγμή που γίναμε δυο μισά που κάποτε είχαν ενωθεί, τι μου μένει να κάνω; Τι μπορείς να κάνεις όταν χάνεις το άλλο σου μισό; Φεύγεις. Φεύγεις από το μέρος που το είχες βρει για να πάψεις να ελπίζεις ότι θα το ξανασυναντήσεις κάποια μέρα. Ξέρω ότι οι άνθρωποι μπορούν να αγαπήσουν αληθινά μόνο μια φορά στη ζωή τους. Άντε το πολύ δυο, αν είναι τυχεροί. Εγώ αγάπησα και τις δυο φορές με όλο μου το είναι.

Έχω νιώσει πώς είναι να λιώνεις με ένα φιλί σε σημείο που θαρρείς πως θα λιποθυμήσεις από έρωτα. Έχω νιώσει πώς είναι να κόβονται η ψυχή και το σώμα στα δύο όταν αποχωρίζεσαι την αγάπη σου. Έχω νιώσει πώς είναι να υπάρχεις απλά, να ζεις μηχανικά, να είσαι ένας ζωντανός-νεκρός. Έχω νιώσει πώς είναι να ξυπνάς κατά τη διάρκεια της νύχτας από έρωτα, από τρέλα, από αγανάκτηση και να φέρνεις στο νου σου εικόνες, στιγμές, λόγια και συναισθήματα. Σ’ αγαπώ μα δεν φτάνει. Η αγάπη δεν είναι ποτέ αρκετή σε τέτοιες περιπτώσεις. Η θέληση και η προσπάθεια είναι οι κινητήριες δυνάμεις. 

Εμείς είχαμε εγωισμό καρδιά μου! Θελήσαμε να παίξουμε το παιχνίδι “Ο πιο εγωιστής χάνει μόλις ανοίξουν τα φώτα”. Αναρωτιέμαι, όμως, ποιός απ’ τους δυο είναι ο πιο χαμένος. Εσύ που δε θα βρεις άλλη να σε αγαπήσει όπως εγώ; Ή εγώ που δε θα βρω το κουράγιο να αγαπήσω ξανά με την ίδια ένταση και συχνότητα; Στα φαρμακεία, βλέπεις, δίνουν όλων των ειδών τα γιατροσόφια εκτός από αντιβίωση για την επούλωση μιας κομματιασμένης καρδιάς. Δυστυχώς ο έρωτας δεν έρχεται με οδηγίες χρήσης, δεν σου χτυπά ευγενικά την πόρτα και σίγουρα δεν σε ρωτά “Μπορώ να εισέλθω;”. Φοβάμαι μακριά σου, νιώθω μετέωρη κι αποπροσανατολισμένη. Φοβάμαι χωρίς τη σιγουριά στο πανέμορφο χαμόγελό σου, χωρίς την αισιοδοξία στα καστανά σου μάτια. Φοβάμαι ότι μια μέρα, ίσως χρόνια μετά, θα κάνω μια αναδρομή στο παρελθόν και θα μετρήσω τα σπασμένα. Κι είναι πολλά…

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Σενάρια και λόγια χιλιοειπωμένα...





Δεν βαρέθηκες να μοιρολογείς; Πάει αυτός ο έρωτας, έφυγε! Δεν άντεξε το ασήκωτο βάρος των προσδοκιών σου και την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια. Γιατί αυτή η ατέρμονη θλίψη; Γιατί, εαυτέ μου, χειμώνιασε η καρδούλα σου από τώρα; Νωρίς είναι ακόμη, Οκτώβριο έχουμε! Κάνε υπομονή και μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς ρε μορτάκι. Σάμπως αυτουνού θα του λείψεις νομίζεις; Ούτε την απουσία σου δεν πήρε χαμπάρι βρε κουτό! Θα ‘πρεπε να έχεις συνηθίσει μέχρι τώρα, παρ’ όλα αυτά μοιρολογείς και θρηνείς κάθε φορά σαν να ‘ναι η πρώτη! Σαν να μην το ‘χεις ξαναζήσει το έργο! Θυμίζεις κάτι ταινίες κακογραμμένες με σενάριο τετριμμένο, χιλιοειπωμένο και ρηχές ερμηνείες από δευτεροκλασάτους πρωταγωνιστές. 

Η διαπίστωση είναι αυτή που σε πονά περισσότερο, το ξέρω! Η διαπίστωση ότι δεν αγαπήθηκες καθόλου. Ή δεν αγαπήθηκες αρκετά ώστε να μείνει δίπλα σου και να παλέψει για το κοινό σας μέλλον. Χα! Κοινό μέλλον; Μωρ’ τι μας λες! Εδώ δεν είχατε κοινό παρόν, το κοινό μέλλον σε μάρανε! Έτσι είναι οι άνθρωποι κουκλάκι μου, έτσι λειτουργούν. Φεύγουν νωρίτερα μην τυχόν και νιώσουν! Μεγάλη κατάρα να νιώθεις, θέλει κότσια και τσαγανό. Γι’ αυτό οι άνθρωποι προτιμούν το επιφανειακό, το πρόσκαιρο, το απλό, το εύκολο! Σου λέει, πού να τρέχω τώρα να διεκδικώ; Κάτσε στα αυγουλάκια σου, μπορείς να έχεις το “χρησιμοποιημένο” που δεν χρειάζεται να κοπιάσεις για να το αποκτήσεις.

Σε οικτίρω! Ναι, εσένα,  όχι εκείνον. Εκείνον τον θαυμάζω! Βεβαίως, σωστά άκουσες! Τον θαυμάζω γιατί χρειάζονται μεγάλα αποθέματα αναισθησίας και εγωισμού ώστε να μην καταφέρει να νιώσει τίποτα μετά από έναν χρόνο και κάτι μήνες. Ψιλά γράμματα μωρέ!  Εσύ, όμως, που ένιωσες είσαι για λύπηση γιατί όσο αλτρουιστής κι αν είναι κάποιος, η αγάπη πρέπει να ‘ναι αμφίδρομη. Στην αγάπη υποτάσσεσαι δεδομένου ότι υποτάσσεις. Εσύ απλά αρκέστηκες στο να υποταχθείς.

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Βιολέτες για μια εποχή ~ Τάσος Λειβαδίτης



Κάποτε μια νύχτα θ' ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων
για να περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα 'χουν πεθάνει,
στις ράγιες θα φυτρώνουν
μαργαρίτες απ' τα παιδικά μας πρωινά

Κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα,
κουρασμένος από τόσους χειμώνες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά,
τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι

Πού είμαι;
Γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματα μου;
Κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ' την τύχη ή τις αντιξοότητες,
αλλά απ' αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε έξω

Όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που
παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους.
Όλα τελειώνουν κάποτε.
Λοιπόν, αντίο!
Τα πιο ωραία ποιήματα δε θα γραφτούν ποτέ...

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

Στη γνώριμη λήθη των ονείρων σου...



Σαν έρθει εκείνη η μαύρη ώρα του πικρού αποχαιρετισμού
μην κλάψεις, μην απελπιστείς.

Διάλεξε το πιο όμορφο τριαντάφυλλο και χάρισε το
στη μάνα που σε γέννησε.

Στον κόσμο των πνευμάτων η ψυχή της θα σε βλέπει
και θα διαβαίνει αδιάκοπα το κατώφλι των ονείρων σου.

Μην κλαις! Θα την ανταμώσεις και πάλι.
Εκεί, στη γνώριμη λήθη των ονείρων σου...

Θα σε προσμένει καρτερικά ντυμένη στα λευκά.
Οι πλούσιες μπούκλες της θα σκεπάζουν τους ώμους της σαν πρώτα.

Τη θέση του μελανιασμένου χρώματος στο σώμα
θα πάρει τώρα το χρώμα της νιότης.

Και τα μάγουλά της θα 'ναι κατακόκκινα, όλο ζωντάνια.
Ω ναι! Όλο ζωντάνια.

Θα 'χει ανοιχτές της αγκάλες της για σένα.
Και δε θα σε μαλώνει, θα σου χαμογελά.
Όπως τότε που για πρώτη φορά την είπες "μαμά".

Μην κλαις! Θα την ανταμώσεις και πάλι.
Εκεί, στη γνώριμη λήθη των ονείρων σου...


Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε ~ Στάθης Αρτινός



Πέρασαν οι χειμώνες, έτρεξα το βλέμμα της ξανά ν' αντικρίσω
Είδα ένα φως μα ήταν σκοτάδι, είδα μια σκιά ήμουν εγώ
Είδα έναν άγγελο μα ήταν ψέμα

Κλείδωσα το χρόνο σε έναν παλιό καθρέφτη
και τον έσπασα να μην ξανακυλήσει
και ένα κομμάτι ματώνει την καρδιά μου
για ένα δάκρυ από τα μάτια της

Και μου είπε μη δακρύζεις, ο πόνος δεν τελειώνει
και την πνοή μου την στερνή
πάνω στα μεταξένια της φτερά την άφησα
και με ταξίδεψε εκεί που οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε...

Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, δεν θα 'μαι εδώ για κανέναν
Μην έρθεις απόψε την σιωπή μου να δεις, θα γράφω τραγούδια θλιμμένα

Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη
Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης με χρώμα από φως κι από δάκρυ

Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη
Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης, με χρώμα από φως κι από δάκρυ

Εδώ... στον κόσμο μου θέλω να ζήσω
Εδώ... τον φόβο μου πίσω ν' αφήσω
Βροχή... η σκέψη μας πάλι να σβήσει
Σιωπή... ο ήλιος ποτέ δεν θα δύσει

Ξανά... ν' αγγίζω το φως στο σκοτάδι
Φωτιά... να καίει το φιλί κάθε βράδυ
Εδώ... στου ονείρου το φως να γυρνάμε
Εδώ... οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε

Μην έρθεις απόψε δεν θα 'μαι εδώ, δεν θέλω να κλάψω για σένα
Φεύγω σε λίγο μακριά να σωθώ, δεν θα' μαι εδώ για κανέναν

Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη
Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης, με χρώμα από φως κι από δάκρυ

Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη
Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης, με χρώμα από φως κι από δάκρυ

Εδώ... στον κόσμο μου θέλω να ζήσω
Εδώ... τον φόβο μου πίσω ν' αφήσω
Βροχή... τις σκέψεις μας πάλι να σβήσει
Σιωπή... ο ήλιος ποτέ δεν θα δύσει

Ξανά... ν' αγγίζω το φως στο σκοτάδι
Φωτιά... να καίει το φιλί κάθε βράδυ
Εδώ... στου ονείρου το φως να γυρνάμε
Εδώ... οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για κείνον...~ Μαρία Πολυδούρη



Τί θέλω πιὰ νὰ δέχωμαι τὴν προστασία τῆς Μούσας;
Νὰ σφίγγω τὴν καρδιά μου νὰ δεχτῆ
τὶς νέες ἀγάπες, πίστες καὶ χαρές της,
τάχα πὼς εἶναι μοίρα μου κ᾿ εἶνε καὶ διαλεχτή!

Πάει ὁ καιρὸς ποὺ ἀχτιδωτὸ τὸ ἀστέρι τῆς ματιᾶς μου
ἔφεγγε καὶ τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
Ὢ τῶν παθῶν δὲν κράτησα ἐγὼ τὴν ἀνόσια Λύρα,
ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

Καὶ τραγουδοῦσα τὸν καημὸ τῆς ἄσπιλης ψυχῆς μου
μέσ᾿ στῶν δακρύων τὴν εὐχαριστία
κι᾿ ὅλη ἡ χαρὰ τοῦ τραγουδιοῦ μου ἦταν, πὼς τὴ φωνή μου
θὰ τὴν δεχόταν μία βραδιὰ μπρὸς στὴ φτωχή του ἑστία.

Κι᾿ ὡς διάβαζα στὰ μάτια του κάποτε τὴ χαρά του,
ποιὰ δόξα πιὸ ἀκριβῆ νὰ πῶ;
Στὸ χωρισμό μας τοὔ φερναν σὰ χελιδόνια οἱ στίχοι
μήνυμα, πὼς ἀπὸ μακριὰ διπλὰ τὸν ἀγαπῶ.

Τώρα καμμιά, καμμιὰν ἠχὼ δὲν ἄφησε ἡ φωνή μου
σπαραχτικὴ ὅταν γέμισε μιᾶς νύχτας τὸ σκοτάδι.
Ὅμως ὅλοι φοβήθηκαν καὶ γὼ πιστεύω ἀκόμα
ἀληθινὰ πὼς τὴ βαριὰ χτύπησα πόρτα τοῦ Ἅδη.

Λοιπὸν γιατί νὰ δέχωμαι τὸ κάλεσμα τῆς Μούσας;
Σαρκάζει ἡ πίστη μέσα μου τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
Μία ἀνόσια Λύρα τῶν παθῶν σὲ μένα δὲν ταιριάζει.
Ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Ο πληθυντικός αριθμός ~ Κική Δημουλά



Ο έρωτας:  Όνομα ουσιαστικόν, πολύ ουσιαστικόν. Eνικού αριθμού, γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού, γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός:  Οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.


Ο φόβος:  Όνομα ουσιαστικόν, στην αρχή ενικός αριθμός και μετά πληθυντικός:  Οι φόβοι.
Οι φόβοι για όλα από δω και πέρα.


Η μνήμη:  Κύριο ονομάτων θλίψεων, ενικού αριθμού, μόνον ενικού αριθμού και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.


Η νύχτα:  Όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού, ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός:  Οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.


Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Νοσταλγία ~ Κώστας Καρυωτάκης



Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.
Κι αν φούσκωσαν τα στήθη, κι αν δακρύζεις
που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,
δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι, ας κλαις.


Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά
-- πόσος καιρός! -- τα χάιδεψες μια νύχτα·
και σα ν' ακούς εντός σου να σαλεύει
μια συφορά παλιά και να ξυπνά.


Θα στήσουνε μακάβριο το χορό
οι θύμησες στα περασμένα γύρω·
και θ' ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε
και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.


Τα μάτια που κρεμούν -- ήλιοι χλωμοί --
το φως στο χιόνι της καρδιά και λιώνει,
οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες
οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί...

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Μια μετέωρη κυρία ~ Κική Δημουλά




Βρέχει... Μία κυρία ἐξέχει στὴ βροχὴ, μόνη
πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν οἶκτος
κι εἶναι ἡ κυρία αὐτὴ
σὰν ράγισμα στὴ γυάλινη βροχή.

Τὸ βλέμμα της βαδίζει στὴ βροχή,
βαριὲς πατημασιὲς καημοῦ
τὸν βρόχινό του δρόμο γεμίζοντας.

Κοιτάζει... Κι ὅλο ἀλλάζει στάση,
σὰν κάτι πιὸ μεγάλο της, ἕνα ἀνυπέρβλητο,
νά ῾χει σταθεῖ μπροστὰ σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ κοιτάζει.

Γέρνει λοξὰ τὸ σῶμα, παίρνει τὴν κλίση τῆς βροχῆς
―χοντρὴ σταγόνα μοιάζει―
ὅμως τὸ ἀνυπέρβλητο μπροστά τῆς πάντα.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν τύψη.

Κοιτάζει... Ρίχνει τὰ χέρια ἔξω ἀπ᾿ τὰ κάγκελα
τὰ δίνει στὴ βροχὴ, πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρὰ ἡ ἀνάγκη γιὰ πράγματα χειροπιαστά.

Κοιτάζει... Καί, ξαφνικά,
σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔγνεψε «ὄχι»,
κάνει νὰ πάει μέσα.

Ποῦ μέσα ― μετέωρη ὡς ἐξεῖχε στὴ βροχὴ
καὶ μόνη πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.