Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξεχασμένα Όνειρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξεχασμένα Όνειρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Το Σκισμένο Ψαθάκι ~ Αλκυόνη Παπαδάκη

 

Από το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη "Το Σκισμένο Ψαθάκι"



Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου. Ένα μικρό φθαρμένο ψαροκάικο που έχει σμαραγδιά φεγγάρια στο κατάρτι του κι ένα ξεσκούφωτο ήλιο αληταρά για τιμονιέρη. Ένα ψαροκάικο δίχως ρότα.


Πού πάμε καπετάνιο; Με ρωτάει ο τιμονιέρης και μου κλείνει το μάτι. Όπου πάνε τα κύματα λέω επίσημα εγώ. Και τα σμαραγδιά φεγγάρια που είναι στο κατάρτι σκάνε σαν ρόδια στην κουβέρτα. Κι ο ξεσκούφωτος ήλιος ο αληταράς παρατάει το τιμόνι του και χορεύει. Και η νύχτα γεμίζει χιλιάδες ήλιους αληταράδες. Και η ψυχή μου γεμίζει νύχτες πολύχρωμες. Γεμίζει σμαραγδιά φεγγάρια και θαλασσινά πουλιά. Πού να χωρέσουν μέσα μου όλα αυτά? Που να στριμωχτούν π΄ ανάθεμα τα;


Αν βρισκόταν τώρα κάποιος δίπλα μου να μου ζεστάνει τα χέρια, να μου πει ψιθυριστά "Εντάξει, μη φοβάσαι μωρό μου". Κι εγώ να σύρω τα δάχτυλα μου στο πρόσωπο του και να πιάσω το σχήμα του χαμόγελου του. Να πιάσω το σχήμα του κόσμου. Και να γλυκαθώ. Κάτι τέτοιες νύχτες είναι που έχω κάνει όλες τις αγοραπωλησίες της ψυχής μου με τον πρώτο έμπορα που θα μου παρουσιαστεί. Πουλάω τα πάντα έτσι για έναν παρά.


Είναι κάτι νύχτες του Γενάρη που τα πουλιά τρέχουν να κρυφτούν γιατί νιώθουν πως έρχεται ο χιονιάς. Πολλά πουλιά χιλιάδες. Θέλω να φύγω. Θέλω να φύγω γρήγορα πριν με προλάβει ο χιονιάς… Βαρέθηκα να ανάβω φωτιές για να ζεσταθούν οι άλλοι και στο τέλος να ξεπαγιάζω εγώ. Να μοιράζομαι την καρέκλα μου με τον κάθε κουρασμένο και στο τέλος να στρογγυλοκάθεται αυτός και γω να κουλουριάζομαι στο πάτωμα. Να σκουπίζω με τα χείλια μου τα δάκρυα των άλλων και τα δικά μου να ξεραίνονται στα μαγούλα μου και να κάνουν κρουστά. Κουράστηκε η ράχη μου να κουβαλά πληγωμένους. Στέγνωσε το στόμα μου να τους φωνάζω. Μη σωριάζεστε ρε ξεφτίλες. Σταθείτε στα πόδια σας. Μπόρα είναι. Βγάλτε τις τσίμπλες από τα μάτια σας. Ξημερώνει.


Βαρέθηκα να φτιάχνομαι από τα λάθη μου. Να φυτεύω βολβούς πάνω σε σωρούς από σκατά. Να βγάζω αθώους τους ένοχους και να κάθομαι για πάρτη τους στο σκαμνί. Να μουλιάζω στην βροχή γιατί άνοιξα την ομπρελά μου να μπουν από κάτω δυο τρεις μουρόχαβλοι που μου φάνηκαν κρυουλιάρηδες...


Το κακό είναι πώς όλα αυτά γίνονται επειδή στο βάθος είμαι δειλή. Τα κάνω για να πιστέψω έστω και για λίγο πώς είμαι και εγώ εδώ. Πως παίζω και εγώ σ΄ αυτό το ντέρμπυ. Πάντως όπως και να χει το ζήτημα ένα πράμα ξέρω καλά. Πως γουστάρω πολύ. Γουστάρω την φάση και περισσότερο την αντίφαση. Γουστάρω την τρελά μου και περισσότερο την τρελά των άλλων. Γουστάρω να μυρίζομαι ανθρωπιά. Γουστάρω τ΄ αγόρια που έχουν κορδέλες στα μαλλιά και στα μάτια ένα ματσάκι μενεξέδες. Γουστάρω τα κορίτσια που τραγουδούν στις ακρογιαλιές μένα θαλασσοπούλι ανάμεσα στα φρύδια. Μπορεί να είμαι μια δειλή μια φευγάτη αλλά χαίρομαι αφάνταστα που κάποιος με έσπειρε σε αυτή την γη.


Αν σκοτωθούμε σε καμία στροφή να ξέρεις συμβαίνει αυτό και στα πουλιά. Ήρθαμε στην γη περάσαμε καλά ευχαριστώ, δαγκάσαμε μερικές γερές μπουκιές, μούλιασε η ψυχή και το πετσί μας μέσα στο ζουμί της ζωής και αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσαμε να κάμομε. Σημασία έχει η ένταση. Όχι η διάρκεια. Το χει η κούτρα σου να ζεις. Μπορεί να φτάσεις στα εκατό χωρίς να ζήσεις ούτε μια μέρα. Γι αυτό σου επαναλαμβάνω.


Αν σκοτωθούμε σε καμιά στροφή να ξέρεις ότι τίποτα δεν θα ανατραπεί από τον όμορφο τούτο κόσμο, που είχαμε την τιμή να γνωρίσουμε. Τίποτε απολύτως. Ξυπνώ το πρωί και λέω ευχαριστώ. Ευχαριστώ που ξύπνησα. Ως το βράδυ, έχω να ζήσω μια ζωή που μετράει σαν αιώνας. Μεριές ρε συ πότε είσαι ωραίος; Όταν την κάθε ώρα σου μπορείς να την ρισκάρεις. Να την παίζεις στο μπαρούτι έτσι για το τίποτα. Όχι για κόπους και μαλακίες., γιατί τότε είσαι ματαιόδοξος. Τότε είσαι άτομο που προσπαθεί να γράψει ιστορία. Να δώσει παραδείγματα, μηνύματα, σκατά, όπως θέλεις πες τα. Όχι. Δεν γουστάρω τίποτα από μεγάλες ιδέες οράματα και κουραφέξαλα. Δεν με αφορούν. Και για να σου δώσω να καταλάβεις. Δεν θα πήγαινα να σκοτωθώ σε έναν πόλεμο σαν ηλίθιος. Θα μπορούσα όμως να παλέψω, ενδεχομένως και να πεθάνω για να σε δω να χαίρεσαι μα να χοροπηδάς σαν χορτάτη μαϊμού στο πανηγύρι της ζωής.


Περπατώ ολομόναχη στην πλαγιά των λύκων. Σε ένα μονοπάτι που έχουν φυτρώσει στην άκρη του κάτι πολύχρωμα όνειρα. Σαν αγριολούλουδα. Πέρα από τα σύνορα της ψυχής μου. Πέρα από τα σύνορα της λογικής μου. Στην κόψη της νύχτας.


Πήρα την ανάσα της ροδακινιάς και ξέπλυνα το πρόσωπο μου. Έκλεψα το χαμόγελο μου από τον ύπνο ενός παιδιού και σκέπασα την γύμνια μου. Μάζεψα τα σκόρπια φύλλα του φθινοπώρου κι άναψα φωτιά να ζεσταθώ. Περπατώ ολομόναχη στην πλάγια των λύκων. Αν ακούσω το κλάμα τους θα κρυφτώ στις φτερούγες εκείνου του μικρού πουλιού που τραγουδάει, γιατί ονειρεύεται ένα κόκκινο τσαμπί σταφύλι.


Αν συναντήσω ένα χείμαρρο, θα γίνω φεγγάρι και θα μπερδευτώ στα κλωνάρια κείνης της λεύκας, που ψιθυρίζει τα μυστικά της στα περαστικά σύννεφα. Αν συναντήσω την λύπη θα της ζωγραφίσω ένα χρωματιστό καραβάκι. Αν συναντήσω ένα θαλασσοπούλι, θα κρεμάσω στο πόδι του ένα ραβασάκι να το πάει σε κείνον π΄ αγαπώ. Αν συναντήσω τον θάνατο θα χαζέψω την χαίτη του άλογου του ώσπου να με σηκώσει στην αγκαλιά του. Αν συναντήσω τον θεό θα του χαρίσω δυο ερωτευμένα χρυσομάμουνα.


Όταν κάποια φορά στην ζωή σου νιώσεις πανικό χτυπά την πόρτα εκείνου που ξέρεις πως σε περιμένει. Την ώρα του μεγάλου πανικού θα χτυπήσεις την πόρτα εκείνου που ορκίστηκε πώς πάντα θα σε περιμένει. Είδες που άδικα φοβόσουνα; Δεν χάλασε ο κόσμος λοιπόν, όταν όλοι θα σε απαρνηθούν και ο τελευταίος Ιούδας θα αρπάξει τα δηνάρια του, μόλις σε φιλήσει με πάθος στο στόμα.


Δεν τρέχει κάστανο αν κάποιος κολλητός σου σε δει μια μέρα γυμνή και ξεχασμένη σε ένα πεζοδρόμιο και σου δαγκώσει την ψυχή με τον οίκτο του. Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου, αν κάποτε γκρεμοτσακιστείς από τον βράχο που σκαρφάλωσες, γιατί πήρε το μάτι σου ένα ανθισμένο κυκλάμινο. Αυτός θα είναι εκεί. Τελείωνε μωρό μου, θα σου πει. Ξεπάγιασαν τα χέρια μου να περιμένουν να σε αγκαλιάσουν.


Ήταν ένα απομεσήμερο του Σεπτέμβρη. Ένα μοβ απομεσήμερο που τα ηλιοτρόπια ήταν δακρυσμένα, γιατί ο ήλιος τα είχε ξεχάσει και ταξίδευε πίσω από σκούρα σύννεφα Κουράγιο έλεγα μέσα μου. Μην ιδρώνεις. Την μεριές καλά την πόρτα του. Ακόμα και αν φωνάξεις., θα σε ακούσει. Αφού στο είπε. Στ΄ ορκίστηκε πώς θα σε περιμένει. Φώναξα δυνατά ώσπου βράχνιασα. Χτύπησα δυνατά ώσπου μάτωσαν τα χέρια μου. Κανείς...


Τι όμορφα που είναι τα μοβ απομεσήμερα του Σεπτέμβρη.. Ακόμα και όταν ξέρεις πως αυτός που νόμιζες πως θα σε περιμένει, κρύφτηκε πίσω από σκούρα σύννεφα και σε ξέχασε. Όχι πώς η αφεντιά μου είναι τίποτα σπουδαίο. Απλώς κορόιδεψα λιγότερο από ότι με κορόιδεψαν. Έκλεψα λιγότερο από όσο με έκλεψαν. Και σίγουρα μοίρασα τα τιμαλφή μου, έτσι δίχως να τα χρεώσω πουθενά. Δεν βαριέσαι. Η ουσία είναι ότι χωρίς να το καταλάβω καλά βρέθηκα στην απ' έξω.


Φαίνεται την ώρα που οι άλλοι λογάριαζαν κι έβγαζαν τα μερτικά, εγώ περίμενα να σηκωθεί το φεγγάρι από τα κλαδιά της κουκουναριάς. Σε αυτό το πανηγύρι λοιπόν της ζωής, κάτι θα βρει ο καθένας να τον τραβήξει. Κάτι θα βρει να του αρέσει. Απλωμένη η πραμάτεια. Δεν γίνεται να μην γουστάρεις κατιτί. Το ζήτημα είναι να λάβεις μέρος. Μη σε πάρει η απόκοτων, γιατί την έκανες. Ρε συ, το γονατισμένου τον πηδούν οι πάντες. Ακόμα και οι απόμαχοι τρέχουν να κάνουν μάτι. Σήκω στα πόδια σου. Κάνε παιχνίδι ρε κωλόπαιδο. Μην με κοιτάς σαν μαλάκας.


Δεν παίρνει ο άλλος από θεωρίες. Σκύβεις κοντά στον άνθρωπο σου και προσπαθείς να του μάθεις από το άλφα την ζωή. Προσπαθείς να του φέρεις ξανά στο μυαλό του όλες τις όμορφες εικόνες, που αυτός τις έχει σβήσει και δεν τις θυμάται πια. Σιγά, με πολλή αγάπη και μεγάλη προσοχή. Του συλλαβίζεις από την αρχή το ποιηματάκι. Κατάλαβες; Αυτό προϋποθέτει βέβαια μεγάλη ψυχή και απέραντη αντοχή. Θέλει κότσια.


Έλα μου έγνεψε χαμογελώντας. Κάνε γρήγορα. Τα όμορφα πράγματα στην ζωή κρατούν όσο η βροχή μέσα στα δάχτυλα μου. Αν αρνηθείς, είναι βρισιά. Δεν χρειάζεται σκέψη. Δε σου ταιριάζουν οι δισταγμοί. Ξέρω τι ψάχνεις. Ξέρω που πάς. Ψηλάφισα τα ίχνη από τα βήματα σου μια νύχτα που είχε ολόγιομο φεγγάρι. Έχω κρυμμένης τα στήθια μου την έκρηξη που θα διαλύσει τα κύτταρα σου και θα σε σκορπίσει στον ουρανό. Κοίταξε με είμαι ένα κόκκινο πλατανόφυλλο σε ένα ποτάμι ορμητικό. Αν κυνηγάς τα όνειρα, πέσε μέσα να με πιάσεις. Αν δεν κάμεις, αν φοβηθείς δεν είσαι για μένα. Φύγε. Δεν σε συνάντησα ποτέ.


Για σένα της έλεγα. Μόνο για σένα. Για να σου τραγουδούν τις ώρες της σιωπής σου. Άπλωνα τα χέρια μου μέσα στην νύχτα και μάζευα πολύχρωμους ήλιους και άσπρα φτερά από περιστέρια. Για σένα της έλεγα Μόνο για σένα. Για να σκεπάσεις το γυμνό κορμί σου. "Ξέρεις τι είναι ο έρωτας" μου έλεγε σιγά η Δάφνη. Η φωνή της ήταν τρυφερή, λιγο τσαλακωμένη, λίγο χνουδωτή, σαν φυλλαράκι της μοναξιά Το βαθύ μπλε του ουρανού. Το βαθύ κόκκινο της παπαρούνας. Το φλύαρο πράσινο του λιβαδιού. Τα χρώματα στης ψυχής. Αυτός είναι ο έρωτας.


Ξέρεις τι μετράει τελικά; Ποιά χέρια θα σε αγκαλιάσουν και θα κάμουν το δέρμα σου να δακρύσει. Ποιό στόμα θα τσακίσει το φλοιό του μυαλού σου και θα σε τινάξει χωρίς αναπνοή στ αστέρια. Δεν έχει ταυτότητα ο έρωτας.


Κάθε φορά που τυχαίνει να πετάξω τις αποσκευές μου, να βάλω φωτιά στο καλύβι μου, με πιάνει μετά από λίγο τέτοια ταραχή , που τρέχω να ξεπουλήσω όσο την ανεξαρτησία μου. Αυτοί που λένε πως είναι ευτυχείς, γιατί έκοψαν τα νήματα που τους συνδέανε με τους υπόλοιπους, αν δεν το παίζουν βούδες είναι το λιγότερο μαλάκες του γλυκού νερού. Όσο περισσότερο ξεκόβεις από τους άλλους, τόσο έρχεσαι κοντύτερα στην Άβυσσο. Κι εκεί τα πράματα είναι δύσκολα. Παρία και πληγή. Χρειαζόμαστε μικρές σκλαβιές στην ζωή μας, για να ξυπνάμε. Χρειαζόμαστε πλαίσια. Σκοπούς. Προσδιορισμούς. Χρειαζόμαστε κορνίζες για να κλείνουμε μέσα τα τοπία που ζωγραφίζει η ψυχή μας. Αλλιώς, τα παίρνει ο άνεμος.


Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Θέλω να φύγω πια...~ Κώστας Καρυωτάκης



Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.


Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να 'ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.


Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, Θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.


Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίησις να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Πέρασα ~ Κική Δημουλά



Περπατώ και νυχτώνει. Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη. Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.

Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.

Όχι δεν είμαι λυπημένη. Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα, όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει κι όπως ο φόβος των γενναίων.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.

Είδα πολλά και ωραία όνειρα και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων, κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.

Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες: εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.

Πήγα και στη θάλασσα. Μου οφειλόταν ένα πλάτος.
Πες πως το πήρα. Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες ορθόδοξης ερημίας.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα ~ Κώστας Καρυωτάκης




Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα είδα το βράδυ αυτό.
Kάποια χρυσή, λεπτότατη στους δρόμους ευωδιά.
Kαι στην καρδιά αιφνίδια καλοσύνη.

Στα χέρια το παλτό, στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Hλεκτρισμένη από φιλήματα θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
H σκέψις, τα ποιήματα, βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιάν ανέλπιστη χαρά, για ποιές αγάπες, για ποιό ταξίδι ονειρευτό.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Νυχτερινός επισκέπτης ~ Τάσος Λειβαδίτης (αποσπάσματα)

 

Γυμνά Χέρια

 

Κανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρυπνίες συντήρησα τη ζωή μου, γιατί έπρεπε να προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ την καταχθόνια δύναμη, που κρατούσε αυτήν την αδιατάρακτη τάξη. Φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες με κούραζαν, προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος να βλέπω κρυμμένο το μυστικό που φθείρουμε ζώντας, και πώς θα επιστρέψουμε με άδεια χέρια και συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι να υπάρχουν, αλήθεια, στο σπίτι, καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τα γάντια τους για να το εξακριβώσω. Μα ήξερα πως ήταν κι οι άλλοι, που πονούσαν με γυμνά χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι που δεν ξανάφευγαν, κι ας μην τους έβλεπα, έβλεπα, όμως, τους αμαξάδες τους που γερνούσαν και πέθαιναν έξω στο δρόμο, ώσπου βράδιαζε σιγά σιγά, κι ακουγόταν η άρπα, που ίσως, βέβαια, και να μην ήταν άρπα, αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη που συνοδεύει τους θνητούς.

Ταξίδι

 

Ζούσε την τελευταία του ώρα. Στο σταθμό, νύχτα, περίμενε το τρένο, που θα ‘πεφτε μπροστά του να τελειώνει. Άξαφνα, από μια παλιά ξεχασμένη παρόρμηση ανέβηκε στη γραμμή να περπατήσει, όπως άλλοτε, που ήταν ένα αιώνιο παιδί. Τότε, μ’ έκπληξη, είδε τη μικρή πεθαμένη εξαδέλφη να περπατάει στην άλλη γραμμή, απλώνοντας του το χέρι, για να κρατηθούν, πιο στέρεα, πάνω απ’ τ’ όνειρο. Περπάτησαν ώρα, χαμογελώντας ο ένας στον άλλον, κι όταν πέρασε τυφλό το τρένο, βουίζοντας, τα δυο παιδιά χειροπιασμένα συνέχιζαν να προχωράνε πάνω στις ράγες, ενώ το πτώμα ενός άντρα κείτονταν πιο εκεί.

Μυστική Πύλη

 

Φτερούγες σάλευαν κάτω απ’ τα έπιπλα, και στο βάθος ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τα παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά, γιατί δεν ήθελαν να μεγαλώσουν, η μητέρα έκλαιγε και με παρακαλούσε να κατέβω, μα έμενα ήταν η μοίρα μου να περπατάω στο ταβάνι, μια μάχη δική μου, μητέρα, όπου πάντα ο νεκρός ήμουν εγώ. Γι’ αυτό ήξερα και των ουρανών τη μυστική υπόγεια πύλη.

Εξόφληση

 

Η παιδική ηλικία μου γλίστρησε ανάμεσα σε παλιά ερμάρια, οι αμαξάδες βλαστημούσαν καθώς παίρνανε τη στροφή, αργά, λυγισμένοι απ’ τη σκόνη κι η κοιλιά μου σκουλήκιαζε από αναρίθμητες πείνες. Στο υπόγειο ονειρευόταν το ραχητικό παιδί, εγώ πίστευα στους πλανόδιους οργανοπαίχτες, που η δυστυχία τους είναι πιο ουράνια κι απ’ τους ουρανούς, πλαγιάζοντας με γυναίκες κωφάλαλες, για να μη χάσω ούτ’ έναν ήχο απ’ τους στεναγμούς που άκουγα γύρω μου.

Σε τι χρησίμεψαν, λοιπόν, οι αμαρτίες μου; Έβρεχε και κανείς δε μ’ άκουγε, μονάχα ο κούφιος αντίλαλος απ’ τους σταύλους, εκεί που είδα το γέρο, καθόταν στο βρεγμένο στρώμα κι έκλαιγε, ζητώντας να του δωσουν την κούκλα του — τότε κατάλαβα πως δεν είμαι μόνος, και πως όταν θα ‘ρθει η μέρα της Κρίσεως, εγώ θα έχω όλο το χρυσάφι να πληρώσω.

Το τέλος ήταν απροσδόκητο, με τον καπνό να μου γνέφει πάνω απ’ το σταθμό, με τους τρελούς που ψάχνανε για ένα μικρό κομμάτι κιμωλία κι εκείνους τους χλωμούς άντρες με τα τύμπανα που φτάνουν όταν δεν υπάρχει έλεος πια. Κι ύστερα, όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ’ όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ, ενώ τα υγρά σιωπηλά χωράφια ταξίδευαν με τους τυφλοπόντικες.

Η Έκτη Μέρα

 

Ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στα μαύρα, φορούσε και το καλό καπέλο της με το βέλο, «δεν έπρεπε να μας το κάνει αυτό ο Θεός» είπε, στο βάθος χλωμοί άντρες στήναν τη μεγάλη σκηνή του τσίρκου, «γύρισε σπίτι, είναι αργά», «ποιο σπίτι;» είπα κι αγκάλιασα το φανάρι του δρόμου. Η μικρή ξαδέλφη όπου να ‘ναι θα πέθαινε, την έσπρωξα πίσω απ’ την ντουλάπα, «σ’ αγαπάω» έλεγε, μα εγώ την έγδυνα κιόλας σαν πόρνη — κι όταν τη θάψαμε, εγώ έμεινα για πάντα εκεί, πίσω απ’ την ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τα ποντίκια, κι ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, οι τροχαλίες γρύλιζαν καθώς ανέβαζαν το πρώτο ρολόι στη στέγη του σταθμού, κάθισα στην άκρη του δρόμου, τόσο θλιμμένος, που οι τυφλοί μ’ έβλεπαν.

Ο Επόμενος 

 

Τα παιδιά κοιμόντουσαν ωχρά, δαγκωμένα απ’ τα γαβγίσματα του ταξιδιού, τα χωράφια ήταν ξέσκεπα και η μέρα τόσο γαλάζια, ο οδοστρωτήρας αγκομαχούσε τυραννισμένος απ’ τις μύγες, στις άγρυπνες νύχτες μου μάρτυς μονάχα ο Θεός κι η πεθαμένη υπηρέτρια, που ακούγοντας ένα περαστικό κουδούνι σηκώθηκε απ’ τον τάφο της ν’ ανοίξει.

Και είδα ότι είχα φτάσει σε ακτές ουράνιες, ναυαγισμένος μέσα στα παπούτσια μου. Τώρα, κάθε φορά που θα δω μια σκάλα κάθομαι χάμω και κλαίω, γιατί ξέρω πως δε θα ξαναβρεθώ — κι έραβα τις πληγές μου για να μη χαθεί ο θησαυρός που μου εμπιστεύτηκαν, για να γεννήσω έναν ακόμα στεναγμό, για να με συχωρέσει ο άνθρωπος που ασέλγησε πάνω μου, μην ξέροντας πώς αυτή είναι η δύναμη μου, σαν τις μηλιές που ανθίζουν όταν ακούσουν το λάλημα του τρελού.

Όταν τέλος αποφάσισα να παραδοθώ, έφερα μεγάλες αγκαλιές άχυρο και σκέπασα τα ίχνη μου, γι’ αυτόν που ερχόταν πίσω.

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Θα πρέπει να ’μουν θάλασσα...



Θα πρέπει να ‘μουν θάλασσα
καθώς θυμάμαι καθαρά
ψάρια νεκρά, ναυάγια
σβησμένα φώτα να σπαράζουν στους βυθούς

Θα πρέπει να ‘μουν θάλασσα -
βούλιαζε ένα φεγγάρι
στα μάταια νερά μου

Θα πρέπει να ‘μουν θάλασσα
θάλασσα κουρασμένη
δίχως ακτή το τέλος
το τέλος ν' ακουμπήσω.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

25η Ραψωδία της Οδύσσειας ~ Τάσος Λειβαδίτης (απόσπασμα)




Έζησα σ' έναν κόσμο αλλόκοτο. Απλώνοντας στους άλλους ένα χέρι
ακρωτηριασμένο απ' τη δυσπιστία,
τρώγοντας ένα ψωμί
νεκρό,
δολοφονημένο απ' την ταπείνωση.

Νευρώσεις
δάκρυα
δεινόσαυροι με ημίψηλα
ατομική ιδιοχτησία -
ψάχνοντας απεγνωσμένα γιά ένα δρόμο
μέσα σ' αυτήν τη χιονοθύελλα από χαρτονομίσματα
οικοδομές
και χαμένα χρόνια
παρθένες συνουσιάζονται με τις ομπρέλλες τους
άνθρωποι κομένοι κατακόρυφα στη μέση παρακολουθούν τη
λειτουργία της Κυριακής
τ' άλλο μισό τους παζαρεύει στα μπακάλικα και τα μπορντέλα,
τα ματωμένα εντόσθιά τους μπερδεύονται
με τα μαλλιά των γυναικών, τις κονσέρβες, τα εικονίσματα,
καθρέφτες κλέφτες κάθε πρωί σου αρπάζουνε
έν' ανεπίστρεπτο κομάτι από τη νειότη σου - βελάζουνε,
βελάζουνε τα δευτερόλεπτα
μες στα σφαγεία των ρολογιών, η συνήθεια κ' η εκβιασμένη
ηδονή
αποπατούν στα συζυγικά κρεβάτια - θηρία που κάθε νύχι
τους ήταν και μιά γυναίκα
και μεγάλα σαρκοφάγα αισθήματα
που μου μασήσαν τα πλεμόνια, το σηκότι,
την καρδιά,
κι ύστερα φτύσαν πάνω στο χαρτί
μερικά απομεινάρια λέξεων.

Φεύγοντας
δεν πήρα μαζί μου παρά τις προσβολές που μούκαναν
μεγάλες σαν αιωνιότητες,
και που όλες οι αιωνιότητες
δε θα φταναν να τις ξεχάσω. Πήρα τον παλιό, φαγωμένο
νεροχύτη της κουζίνας μας
που πάνω του πηγαινοέρχονταν τα χέρια της μητέρας μου
σα δυό μικροί μαραμένοι αρχάγγελοι - μερικά δυνατά πιοτά
και τη μεγάλη, λυπημένη αρκούδα απ' τα παιδικά πρωινά μου.
Πήρα ακόμα τους πόνους όλων των γυναικών που αγάπησα
σάν ένα κατάστερο ανάχτορο χτισμένο πάνω στα βλέφαρά μου.

Όσο γιά τρόφιμα
το ψωμί που μοίρασα κάποτε με τους συντρόφους μου
μιά νύχτα μεγάλη,
σαν τη ζωή,
έμενε ακόμα λίγο μέσα σ' ένα κούφιο δόντι μου
να με χορταίνει αιώνια.

Και νάμαι τώρα
διασχίζοντας το Άπειρο
πιό ανάλαφρος απ' τους τρελλούς και τα παιδιά,
η έλξη της γης δεν είναι παρά τα χέρια αυτού του τέρατος
που λέγεται:χώμα
μα, να,
η ταχύτητα ξυστρίζει το πετσί μου απ' την κόπρο της βαρύτητας,
ενώ σκυμμένα πάνω μου τα ουράνια σώματα
σα νυστέρια
χειρουργούν το απόστημα
της προϊστορίας μου.

Στην αρχή ένας φόβος, μιά αόριστη απειλή
μες στον ψυχρό, απρόσωπο συνωστισμό των άστρων -
θυμάμαι, παιδί, σε μιά μεγάλη σταραποθήκη,
τα δισεκατομύρια σπειρά του σταριού
με τον ίλιγγο του Αρίθμητου,
κάθε κίνηση με βούλιαζε όλο πιο βαθειά,
κάνοντας ν' ανατριχιάζει αυτό το πελώριο ζώο
με τρίχωμα από μερμήγκια -
νόμιζα πως θα πέθαινα.
Μα, εκεί, στην άκρη,
ένα μικρό ποντίκι
ροκάνιζε τα σπειριά του σταριού
που περίμεναν τα δόντια του
ήσυχα κι υπάκουα,
σα να του προσφερόνταν.

Και ξαφνικά μ' έλουσε ολόλαμπρη, σα μιά δόξα
η άγια χρησιμότητα των πραγμάτων.
Έπεσα άφοβα μες στο στάρι,
κι έκλαψα.
Από τότε
κάθε φορά που κόβω το ψωμί της γης
νοιώθω τον ίδιο εκείνο τρόμο
και την ίδια δόξα.

Ά, το θαυμαστό ταξίδι μου !
Βλάστηση από λάμψεις
εκρήξεις σιωπής
ήλιοι που δε βασίλευαν ποτέ, πυρπολώντας το κρανίο μου
με καινούργιες περηφάνιες,
γιγάντιες εικόνες τίναξαν στον αέρα
το φτωχό παλαιοπωλείο της μνήμης μου,
μετεωρίτες σαν ολοπόρφυρα φιλιά, σκοτάδια που τραγουδούσαν,
τοπεία
από αιώνια νεότητα - με τούτα τα λαχανιασμένα χέρια
θέρισα
της πρώτης αθωότητας τα γιασεμιά,
κάτω απ' τα πόδια μου διαβαίνουν οι χιλιετηρίδες,
ραχητικές βωδάμαξες,
φορτωμένες αγάλματα που πέθαναν
και φθαρμένα σκηνικά από παλιές επαναστάσεις.

Ενώ σκυφτές στου Γαλαξία τις όχθες
πλύστρες με κυκλώπεια χέρια
πλένουν μες στη λάμψη
τα λαρύγγια των ποιητών.

Είδα τη μέρα σαν έναν καταράχτη χρυσά νομίσματα
ξεπληρώνοντας κάθε αυγή
όλα τα προαιώνια χρέη,
είδα τη νύχτα σα μιά ζάχαρη από πεφτάστερα
να πέφτει μες στο γάλα των παιδιών.
Είδα τη ζωή και το θάνατο να ρίχνονται στα ζάρια
στο απερίγραπτο παιχνίδι της αιωνιότητας.
Και πάντα ο νικητής ήμουν εγώ. Εγώ που όλα τα γνώρισα
και τ' αγάπησα όλα. Εγώ,
που θα ζήσω
και θα πεθάνω.

Κι αδιάκοπα, εκεί κάτου, στον ορίζοντα, τα σύγνεφα
πανάρχαιοι σκυμένοι δουλοπάροικοι -
τώρα η βροχή
δεν είναι ιδιοχτησία των καιρικών συνθηκών,
βρέχει όποτε θέλω εγώ κι οι συντρόφοι μου.

Ά, τα βράδια που βγαίνω, πίνω, πίνω, σαν τους αλκοολικούς,
όλα τα πρόσωπα του δρόμου
χωρίς ποτέ να ξεδιψάω,
πολιτείες του κόσμου σας ξεφύλλισα
σαν τις σελίδες μιάς μυθολογίας
όπου μέσα βρήκα τους δικούς μου ήρωες,
ανυπεράσπιστους
κι ακατάλυτους
με πανοπλίες από σιδερένια θλίψη.
Δαγκώνοντας την οπλή της πείνας σας
χόρτασα
κι οι αρμοί μου γίναν δροσεροί κι ευλύγιστοι
μες στα ηράκλεια γυμναστήρια
της εξουθενωμένης ζωής σας.
Θα ξεριζώσω ένα-ένα
τα σαγόνια
τις αρτηρίες
τους βουβώνες μου
και θα τα ρίξω μέσα στις λάμψεις του πάθους σου
ώ, ανθρώπινο πλήθος -
είμαι ερωτευμένος μαζί σου,
όλοι οι άντρες είναι σύντροφοι μου, θαυμάζω
τα πολύτριχα αχαμνά τους και τα πολύτρομα εργαλεία τους
κι οι γυναίκες όλες,
αγαπημένες μου,
εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια
της γύμνιας μου
και ξαναγεννηθήκατε πιό δροσερές το πρωί
μέσα στην αφθονία του κατευνασμένου έρωτα,
κι οι άλλες,
που δε σας άγγιξα ποτέ,
μα που θα ζείτε αιώνια φυλακισμένες
μέσα στη δίψα μου.


Κι εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι,
σε κείνο το ασφυχτικό κελί των μελλοθανάτων,
ένα μήνα ζήσαμε κουλουριασμένοι, για να χωράμε,
και κάθε φορά που παίρναν κάποιον, για να μη μας λείπει
δεν απλώναμε το κορμί μας. Μέχρι που μείναμε
εγώ
κι εσύ,
τελευταίε σύντροφε,
κουβαριασμένοι σε δυό γωνιές του άδειου κελιού,
με την πελώρια αίσθηση γύρω μας
ότι υπάρχουν ακόμα
όλοι.
Έσεις, που ζήσατε και πεθάνατε ταπεινά,
μα εγώ,
παίζοντας γροθιές με την ανωνυμία
και τους νεκροθάφτες
σας άρπαξα
και σας έθαψα, εδώ, μέσα στα κόκκαλα μου,
για να μπορώ να ταξιδεύω τώρα στο διάστημα
πικρός και σιωπηλός
κι ολόδροσος
σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

Ώ, διαλεκτική, σαν τους παλιούς θαυματοποιούς,
που αλλάζαν ένα πλήθος φτωχών θεατών
σ' έναν λαό από γέλια παντοδύναμα,
αστρονομία, που σαν την τρυφερή μητέρα, ακουμπάς κάτω
απ' το Χάος
σαν ήρεμο παιδικό προσκέφαλο,
ηλεκτρονική φυσική, βασανιστική ερωμένη μου,
αυτοί οι πολύπλοκοι δοκιμαστικοί σωλήνες είναι πιό πολύτιμοι
για τη ζωή
κι απ' τα ίδια τ' άντερα μας,
οι εξισώσεις
σα μεγάλες τριήρεις οδηγούν σε άσφαλτο δρόμο πια
τον κουρασμένο Οδυσσέα - πιο εκεί, ακόμα πιό εκεί,
πάντα πιό εκεί,
κι ώ. εσύ, ερχόμενη Αγνότητα, πιό μεγάλη απ' όλο το Σύμπαν.

Αιώνες ταξίδεψα, βυθίστηκα στο Άπειρο
όπως μέσα στα ξάστερα λαγόνια μιάς γυναίκας - κι έφτασα
μέχρι εκεί, πιό εκεί, πιό εκεί, πάντα πιό εκεί,
εκεί, που το Σύμπαν στηρίζεται πάνω στο Άσκοπο,
σαν ένα αρμόνιο
πάνω στο ρύγχος ενός γουρουνιού. Αυτό το Άσκοπο εγώ το
πολέμησα
με την αδερφωσύνη
και τα ποιήματα.

Τώρα , όλα είναι γνώριμα,
σχεδόν παλιά,
οι γαλαξίες σαν τις κούνιες, κάποτε, πριν από χρόνια,
σαν είμαστε παιδιά, μες στ' ολοπόρφυρο καλοκαίρι,
τις κούνιες που τις άκρες τους λες και τις κράταγαν ψηλά
με τις ζεστές, μεσημεριάτικες φωνές τους
τα τζιτζίκια, -
οι πλανήτες γύρω μου σαν τις μεγάλες φωτογραφίες των
νεκρών
που αφίσανε μιά νύχτα το πατρικό μου σπίτι,
για να μ' ακολουθήσουν
σ' όλες μου τις τυραννικές περιπλανήσεις - τα ουράνια
σώματα, ίδια με τις θεόρατες στίβες τα πιάτα
στο οινομαγειρείο που τρώγαμε φοιτητές. Θυμάσαι; Πάνω
στο ταβάνι
η υγρασία κι η λίγδα απ' τους αχνούς κι οι κουρνιασμένες
μύγες
απλώναν έναν άλλο, ασήμαντο, μα όλο επιείκεια, ουρανό.
Κι ο γερο-λαντζέρης ανάμεσα στα νεφελώματα των κιτρινωπών
ατμών,
ένας φτωχός ανθρώπινος θεός, δίκαιος και ανήμπορος,
που μοίραζε, σαν ένα θαύμα, τα νερουλά φασόλια του
στις γάτες και τους ανέργους.
Ερχόταν στο τραπέζι μας
αργά το βράδι, μεθυσμένος πάντα.
"Ο Θεός, ξέρεις γιατί είναι Θεός; Γιατί κέρδισε το χρόνο",
έλεγε.

Αηδίες - ο χρόνος έγινε για να κυλάει
οι έρωτες για να τελειώνουν
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο
με το μεγάλο διασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ότι ζήσαμε
χάνεται,
γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμμιά φορά,
τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μυρηκαστικό τ' αναμασάει η ξεδοντιασμένη
μνήμη,
όσα δε ζήσαμε
αυτά μας ανήκουν -
ά, εσείς, χημικές ενώσεις του μυαλού μου
έσω εκκρίσεις μου
ανεμόσκαλα των νεύρων μου
θα σε τραντάξω, σαν ένα δουλικό που μ' όλο το μίσος του
χτυπάει έν ακριβό χαλί,
μέχρι που να μου ρίξετε μιά καινούργια λέξη,
μόλις κομένη από τους αμπελώνες
της αυριανής μας τρυφερότητας. Μελλοντικό κάρβουνο,
που θα καίγεσαι
από έρωτα, και ποίημα εσύ αυριανό, όχι με λέξεις,
μα με ανυπόκριτα κι αμάραντα ερωτικά κρεβάτια
και φεγγερά μεγαλόφωνα μάτια
μουγκών.

Κι ήταν μιά ανείπωτη στιγμή, καθώς, περνώντας πλάι στη
Μεγάλη Άρκτο
είδα τη λυπημένη αρκούδα των αλλοτινών παιδικών καιρών
που με συντρόφευε, να πλησιάζει τον αστερισμό
και ν' αγκαλιάζονται, όπως ύστερα απόνα μακρύ,
απαρηγόρητο χωρισμό
δυό αδέρφια - βαθειά, βαθειά στιγμή
όπου για πρώτη φορά
απ' την ημέρα που υπήρχε ο κόσμος
αντάμωνε ο προαιώνιος πόνος με το άπειρο, κι η παιδικότητα
με τη μεγαλωσύνη.
Ο παλιός νεροχύτης της μητέρας μου
έγειρε πάνω στον αστερισμό της Λύρας
κι έκλαψε.

Οι πλύστρες, στο βάθος, πλέναν τώρα το φως
μέσα στην πίκρα των γενναίων.