Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Ζήτω ο Εγωισμός





"Τις νύχτες μπαίνεις στα όνειρά μου λες κι ήρθες σε δικό σου κήπο"... Καλά τα λέει η Χαρούλα, μία από τις ενδοξότερες φωνές του ελληνικού πενταγράμμου... Ανάβω ακόμη ένα τσιγάρο. Το τρίτο για σήμερα! Μεγάλη πρόοδος, δεν μπορείς να πεις! Θαρρώ έτσι πάει... Πρώτα ελαττώνεις το τσιγάρο, μετά το ποτό... Τέλος, ελαττώνεις τις "κακιές" σκέψεις. Ξέρεις, αυτές που τρυπώνουν στο μυαλό και σου "τρυπώνουν" την καρδιά. Πολύ κλισέ ατάκα βρε αδελφάκι. Κι όμως...

Αναρωτιέμαι πότε άρχισαν όλα να γίνονται τόσο δύσκολα. Αναρωτιέμαι σε ποιά δεκαετία σταμάτησαν οι άνθρωποι να παλεύουν, γι' αυτά που ποθούν, να διεκδικούν αυτά που θέλουν, που τελοσπάντων γουστάρουν. Είμαστε η γενιά που τα θέλει όλα έτοιμα. Ένα έτοιμο σπίτι, ένα έτοιμο πιάτο φαί, μια έτοιμη δουλειά, μια έτοιμη σχέση χωρίς πρώτα να χρειαστεί να κοπιάσουμε για να τ' αποκτήσουμε. Ζούμε με την ψευδαίσθηση πως η ζωή μας θα ήταν καλύτερη αν ο δρόμος προς την κατάκτηση του επιθυμητού ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Ή μάλλον, ζούμε με την ψευδαίσθηση πως η ζωή μας θα ήταν καλύτερη αν το επιθυμητό μας το έδιναν έτοιμο στο πιάτο.

Έχουμε χάσει την μπάλα γιατί δεν λέμε να συνειδητοποιήσουμε ότι το κενό που νιώθουμε μέσα μας οφείλεται αποκλειστικά στην έλλειψη κινήτρων. Έχουμε τα πάντα, οι γονείς μάς μας τα παρείχαν απλόχερα άρα για τί να παλέψουμε; Ποιός ο λόγος; Ποιά τα κίνητρα; 

Έχουμε βολευτεί στην μοναξιά γιατί θέλει κόπο να κυνηγήσεις αυτόν που αγαπάς. Θέλει κόπο να τον αποκτήσεις. Κι όταν τελικά τον αποκτήσεις, θέλει κόπο και συμβιβασμούς για να τον κρατήσεις. Κι εμείς δεν έχουμε μάθει να κοπιάζουμε, πόσο μάλλον να συμβιβαζόμαστε!!

Έτσι, μας αρκεί να τον βλέπουμε στα όνειρά μας. Και παριστάνουμε πως τάχα δεν ενοχλούμαστε αν τον δούμε σε κάποιο ήρεμο cafe να περνά καλά με την συντροφιά μιας άλλης. Δεν θα δείξουμε ενόχληση, κάθε άλλο! Θα το παίξουμε και καλά δήθεν. Κι ύστερα, όταν νυχτώσει πια, θα βγάλουμε το πολυφορεμένο χαμόγελό μας και θα ποτίσουμε με δάκρυα το μαξιλάρι μας. Γιατί έτσι έχουμε μάθει. Να τιμούμε τον παραχαϊδεμένο εγωισμό μας, τρομάρα μας. 

Ίσως, πάλι, να μην έχουμε μάθει σ'αυτό το μοτίβο. Ίσως η τόση ψευτιά και παγαμποντιά του κόσμου να μας ανάγκασε να γίνουμε αυτό που είμαστε τώρα. Δεν έχει σημασία. Στο τέλος της ημέρας, κανείς από μάς δεν κοιτιέται στον καθρέφτη. Κανείς από μάς δεν κάνει την αυτοκριτική του. Υπομένουμε καρτερικά να ανατείλει η επόμενη μέρα για να σκορπίσουμε στο διάβα μας ακόμα λίγο εγωισμό...

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Αποδιοπομπαίος τράγος...




Δύσκολο να πεις "σ’ αγαπώ"! Κοίτα πόσο χρόνο, απόσταση και προσποίηση επενδύσαμε μπροστά στον τρόμο αυτής της λέξης που σαν φίδι πλησιάζει αθόρυβα, παραμονεύει, και που αρνείσαι μια, δυο, τρεις, πολλές φορές, διώχνοντάς την σαν κακή σκέψη, αδυναμία, παράπτωμα, σαν κάτι ανεπίτρεπτο.

Σήμερα θα 'θελα τα δάχτυλά σου ιστορίες να γράφουν στα μαλλιά μου. Θα 'θελα στον ώμο φιλιά, χουχούλιασμα, τις αλήθειες τις πιο μεγάλες να ξεστομίζεις ή τα πιο μεγάλα ψέματα! Να μου ’λεγες ας πούμε πως είμαι η γυναίκα η πιο ωραία του κόσμου, πως πολύ μ’ αγαπάς και άλλα τέτοια, χιλιοειπωμένα! Με τα επιτακτικά σου φιλιά τις γραμμές του προσώπου μου να διαγράφεις και στα μάτια άχρονα να με κοιτάζεις, λες κι ολάκερη η ζωή σου εξαρτάται απ' το χρώμα τους.

Ν’ αναγνωρίζεις εμπρός στον καθρέφτη το ίχνος, την απουσία των κορμιών που συνομιλούν πλεγμένα. Να νιώθεις πως υπάρχει μια άγρια αγάπη έγκλειστη για λόγους λογικής, καταδικασμένη εις θάνατον από εξάντληση, δίχως να δοθεί σε άλλον κανέναν παρά κυριευμένη από ένα μόνο πρόσωπο αναπόφευκτο. Να χάνεσαι ξαφνικά. Κι ύστερα να επιστρέφεις πάλι, σημαίνοντας την επόμενη συνάντηση, μόνο και μόνο για να το μετανιώσεις ξανά. Να μην αντέχεις το φόβο, τη δειλία, τον τρόμο στον ήχο της φωνής.

Να δραπετεύεις σαν ελάφι, τρομαγμένο απ’ την ίδια του την καρδιά κραυγάζοντας ένα και μόνο όνομα στη σιωπή κι έτσι να κάνεις θόρυβο, να γεμίζεις με φωνές άλλες, μόνο και μόνο για να συνεχίσεις να διαλύεσαι και να αυξάνεις τον τρόμο που προκαλεί ένας παντοτινά χαμένος ουρανός.

Στο ημερολόγιο να μετράς την απουσία και με κόκκινο στυλό να διαγράφεις τις μέρες που κάποτε σημάδεψαν τα ενωμένα κορμιά. Παράθυρα λευκά απ’ όπου θα ξεγλιστρά μια απαρχαιωμένη ηδονή και μια μοναξιά να ανακουφίζει το τεντωμένο δέρμα. Τους ήχους να ξαναβρίσκεις της εσώτερης ζωής, που τα εξαγριωμένα λόγια μας τους είχαν σιγήσει. Οι μέρες να απορροφούν την πικρία καθώς θα πέφτουν έξω οι πρώτες βροχές.

Η μοναξιά θα μυρίζει νοτισμένη γη. Ανέμους θα γεμίζει η καρδιά μου. Λίγες ημέρες ακόμη και θα σβήσουν οι γραμμές οι ακριβείς του προσώπου σου. Και τότε απ’ την αρχή θα σε ποθώ ξανά. Θα αποκλείσω λήθη και οργή. Η νοσταλγία να με μουσκεύει και εγώ η ίδια υγρασία να αναδίδω. Φθαρμένη να προσμένω την ανάσταση της σάρκας αυτού που υπήρξαμε.


Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Μια επιστολή ~ Μαρία Πολυδούρη



"Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα..."

Ίσως το γράμμα αυτό να μη διαβαστεί ποτέ, από κανέναν, αλλά στ’ αλήθεια, δε με νοιάζει. Ίσως μέχρι να φτάσει στα χέρια σας να 'χω πια ολότελα ξεχαστεί απ’ όλους. Αλλά, ούτε δα κι αυτό το τελευταίο με νοιάζει. Εξάλλου, δεν έχω και πολλά να σας πω, θέλω μόνο να σας θυμίσω ότι κάποτε υπήρξα. Κάποτε υπήρξα κι ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί. Και Ζωή και Χάρος ήμουν! Έζησα, τ'ομολογώ, μια ζωή δηλητηριασμένη, γι’ αυτό θαρρώ αποφάσισα να την εγκαταλείψω. Εκείνο που για τους άλλους ήτανε ζωή, για με ήταν θάνατος. Γεννιόμουνα και πέθαινα κάθε μέρα, ώρα και στιγμή. Ζούσα με τον θάνατο, ζούσα για να πεθάνω, μα τουλάχιστον δε ζούσα νεκρή όπως οι γύρω μου, τα μικρά αστεία ανθρωπάκια που 'λέγαν πως μ’ αγάπησαν κι ας μη μπόρεσαν ποτέ κι ας μη τόλμησαν ποτέ να διαβάσουν την ψυχή που 'κρυβε περίσσιο φως και σκοτάδι μέσα της.

Κατά βάθος με φοβόντουσαν και δεν αργούσαν να τραπούν εις άτακτον φυγήν. Δεν άντεχαν να με κοιτούν κατάμματα, μη τύχει και τους κλέψω την ψυχή τους. Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθεί ότι λυπόμουνα βαθιά όταν καταλάβαινα ότι μ’ αγαπούσαν; Εγώ, ίσως να μην αγάπησα αρκετά, όχι όσο έπρεπε. Τον ιδανικό μου έρωτα θαρρώ τον έζησα στη φαντασία μου. Η ψυχή μου κι η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το ένιωθα μέσα μου κι όμως δεν πίστευα ότι θα υπήρχε μέρα που θα μου αποδείκνυε πως αγαπούσα αληθινά. Δεν είναι στ’ αλήθεια τραγικό, μια μεγάλη ειρωνεία, να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν τη γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς εκείνοι που νιώθουν την ψυχή τους να πνίγεται στον πόνο της; Πολλοί λέγαν ότι ζούσα μες στο κεφάλι μου. Κάτι έπρεπε να πουν κι αυτοί! Πως άλλως θα με κατέτασσαν σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων;

Άνθρωποι, ανθρωπάκια! Η ζωή ένα τεράστιο ψέμα που άλλοι το αγαπάνε κι άλλοι -οι λίγοι- προσπαθούν να το κάνουν αληθινή ζωή. Εσείς, αγαπητοί άγνωστοί μου φίλοι, πως ζείτε; Ζείτε; Μια φάρσα, αυτό ήταν η δικιά μου ζωή. Κανείς δεν την κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρίς να το θέλω, έζησα στο περίπου και σκηνοθέτησα το θάνατό μου. Κι όμως αγαπούσα τη ζωή, αλλά πάντα αυτή μου 'παιρνε ό,τι άλλο αγαπούσα. Μου έλειπε πάντα μια καρδιά που να πονεί για μένα. Κι ήταν δύσκολο, δύσκολο πολύ να ζω μονάχη μου μες σ’ ένα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στα μικρά της ζωής και στο τίποτα. Ήμουνα σαν παράσιτο, σαν μαύρο ξωτικό που έχασε το δρόμο κι αντί να ταξιδέψει στον ονειροκόσμο του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαριά. Εγέλασα. Αλήθεια ήταν! αν μάντεψε την ψυχή μου, καλά την ονόμασε χήρα!

Είναι που θα παρακαλούσαν να είχαν ζήσει στην εποχή μου. Εγώ, θα 'θελα να ζήσω σε κάποιαν άλλην εποχή. Έζησα ανάμεσα σε μια γενιά ηττημένη. Κάποιοι από μας 'κάναν τον πόνο στίχο, την οργή τραγούδι, αλλά κανείς δεν τόλμησε -ούτ’ από μας, ούτ’ από τους άλλους- δεν τόλμησε να ξεφύγει από το χαραγμένο μονοπάτι, δεν τόλμησε να πει ό,τι στ’ αλήθεια σκεφτότανε, δεν τόλμησε να κάνει ό,τι στ’ αλήθεια ήθελε να κάνει. Οι περισσότεροι ήταν -ήμασταν- δειλοί που 'ψαχναν απλά να βρουν την αυτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί κι ανάπηροι. Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι κι υπερφίαλοι! Απόκληροι της αντίληψης. Κι όμως ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν κι ο Κ. (εννοεί τον Καρυωτάκη) ο μόνος που θα μπορούσε ποτέ να με καταλάβει, αλλά ούτε κι εκείνος τόλμησε. Μου 'πε μάλιστα, πως με λυπόταν γιατί τον αγαπούσα, πως ήμουνα γι’ αυτόν μια παρηγοριά. Το 'χε η εποχή, κανείς δεν ήταν ο εαυτός του! Γι’ αυτό θαρρώ κι έζησα τόσο μόνη κι ας είχα πάντοτε κάποιους να με συντροφεύουν, αδέλφια μου σ’ ένα πόνο που δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν.

Έκαναν τα πάντα για με, αλλά η αγάπη τους ήταν μια θυσία που ποτέ δε δέχτηκα μ’ ευμένεια κι οι ανησυχίες τους χειροπέδες για μένα. "Πόσο είναι αστεία η ζωή μα και πόσο αστειότεροι είμαστε 'μεις που την ανεχόμαστε τέτοια", έγραψα, θυμάμαι, κάποτε στο ημερολόγιό μου. Μα, από τότε έχουν πια περάσει χρόνια. Πόσα, δεν ξέρω, αφού ο χρόνος δεν έχει πια για με καμία σημασία. Τώρα, είμαι κάπου αλλού και ζω -αν τούτη δω η κατάσταση θεωρείται ζωή- μες από τις αναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τα τετράδια του μυαλού και κοιτάζω πίσω. Όλα ζητάω τα χαμένα, τις μικρές στιγμές, τον αγαπημένο. Γυρνώ το βλέμμα και κοιτάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είναι μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη, είναι τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος κι όμως -Θεέ συγχώρεσέ με- θα τον έπαιρνα με τη καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια. Με την καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σ’ έβρω μοναδική κι αξέχαστή μου αγάπη.

Δε θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ, να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου 'κείνο που μου 'ριχνες σαν έφτανα, τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου, να ιδώ τα χέρια σου ν’ απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν, να ιδώ, να νιώσω το φίλημά σου. Είναι τόσο μεγάλος ο καημός κι είμεθα τόσο μικροί ένας-ένας εμείς οι άνθρωποι που τον αποτελούμεν. Τα λόγια αυτά ίσως ν’ ακούγονται σαν παραλήρημα ενός ετοιμοθανάτου, μα, αλί, δεν μπορώ να πεθάνω αφού είμαι από χρόνια πια νεκρή. Όσο ζούσα, όσο έζησα, ήμουνα παιδί. Ήμουν ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχομαι αλλά και ποιο παιδί δεν είναι άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη! Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά κι αν είναι δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική που 'ναι ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στη καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε από τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, τη κάθε σας στιγμή τραγούδι κι όταν έρθει η ώρα η στερνή να πεθάνετε όχι από πλήξη, αλλά από ειλικρίνεια όπως ο φίλος τζίτζικας, που τόσο ωραία τα έλεγε μα 'μεις τα παίρναμε για γκρίνια.

Τώρα, καθώς γράφω τις τελευταίες γραμμές, κοιτώ πίσω κι αντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: έζησα ελεύθερη όσο καμιά άλλη γυναίκα της εποχής μου, έκανα πράγματα που δεν έκανε καμιά άλλη κι αγαπήθηκα όσο λίγες. Και, δεν το ξεχνώ, καθώς το βλέμμα μου έσβηνε, 'κείνη τη μελαγχολική αυγούλα τ’ Απρίλη, δεν ήμουν πια μόνη. Νέοι που μ’ αγάπησαν ήρθαν να μ’ αποχαιρετήσουν και φίλες καρδιακές στο προσκεφάλι μου ένα τελευταίο τραγούδι να μου χαρίσουν. Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα, όπως λέει κι η καλή μου φίλη.



Με αγάπη

Μαρία Πολυδούρη

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Βιολέτες για μια εποχή ~ Τάσος Λειβαδίτης



Κάποτε μια νύχτα θ' ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων
για να περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα 'χουν πεθάνει,
στις ράγιες θα φυτρώνουν
μαργαρίτες απ' τα παιδικά μας πρωινά

Κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα,
κουρασμένος από τόσους χειμώνες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά,
τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι

Πού είμαι;
Γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματα μου;
Κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ' την τύχη ή τις αντιξοότητες,
αλλά απ' αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε έξω

Όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που
παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους.
Όλα τελειώνουν κάποτε.
Λοιπόν, αντίο!
Τα πιο ωραία ποιήματα δε θα γραφτούν ποτέ...

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε ~ Στάθης Αρτινός



Πέρασαν οι χειμώνες, έτρεξα το βλέμμα της ξανά ν' αντικρίσω
Είδα ένα φως μα ήταν σκοτάδι, είδα μια σκιά ήμουν εγώ
Είδα έναν άγγελο μα ήταν ψέμα

Κλείδωσα το χρόνο σε έναν παλιό καθρέφτη
και τον έσπασα να μην ξανακυλήσει
και ένα κομμάτι ματώνει την καρδιά μου
για ένα δάκρυ από τα μάτια της

Και μου είπε μη δακρύζεις, ο πόνος δεν τελειώνει
και την πνοή μου την στερνή
πάνω στα μεταξένια της φτερά την άφησα
και με ταξίδεψε εκεί που οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε...

Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, δεν θα 'μαι εδώ για κανέναν
Μην έρθεις απόψε την σιωπή μου να δεις, θα γράφω τραγούδια θλιμμένα

Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη
Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης με χρώμα από φως κι από δάκρυ

Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη
Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης, με χρώμα από φως κι από δάκρυ

Εδώ... στον κόσμο μου θέλω να ζήσω
Εδώ... τον φόβο μου πίσω ν' αφήσω
Βροχή... η σκέψη μας πάλι να σβήσει
Σιωπή... ο ήλιος ποτέ δεν θα δύσει

Ξανά... ν' αγγίζω το φως στο σκοτάδι
Φωτιά... να καίει το φιλί κάθε βράδυ
Εδώ... στου ονείρου το φως να γυρνάμε
Εδώ... οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε

Μην έρθεις απόψε δεν θα 'μαι εδώ, δεν θέλω να κλάψω για σένα
Φεύγω σε λίγο μακριά να σωθώ, δεν θα' μαι εδώ για κανέναν

Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη
Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης, με χρώμα από φως κι από δάκρυ

Μην έρθεις απόψε ξανά να με βρεις, θα έχω κρυφτεί σε μιαν άκρη
Να ζω τ' όνειρο μου στην άκρη της γης, με χρώμα από φως κι από δάκρυ

Εδώ... στον κόσμο μου θέλω να ζήσω
Εδώ... τον φόβο μου πίσω ν' αφήσω
Βροχή... τις σκέψεις μας πάλι να σβήσει
Σιωπή... ο ήλιος ποτέ δεν θα δύσει

Ξανά... ν' αγγίζω το φως στο σκοτάδι
Φωτιά... να καίει το φιλί κάθε βράδυ
Εδώ... στου ονείρου το φως να γυρνάμε
Εδώ... οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για κείνον...~ Μαρία Πολυδούρη



Τί θέλω πιὰ νὰ δέχωμαι τὴν προστασία τῆς Μούσας;
Νὰ σφίγγω τὴν καρδιά μου νὰ δεχτῆ
τὶς νέες ἀγάπες, πίστες καὶ χαρές της,
τάχα πὼς εἶναι μοίρα μου κ᾿ εἶνε καὶ διαλεχτή!

Πάει ὁ καιρὸς ποὺ ἀχτιδωτὸ τὸ ἀστέρι τῆς ματιᾶς μου
ἔφεγγε καὶ τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
Ὢ τῶν παθῶν δὲν κράτησα ἐγὼ τὴν ἀνόσια Λύρα,
ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

Καὶ τραγουδοῦσα τὸν καημὸ τῆς ἄσπιλης ψυχῆς μου
μέσ᾿ στῶν δακρύων τὴν εὐχαριστία
κι᾿ ὅλη ἡ χαρὰ τοῦ τραγουδιοῦ μου ἦταν, πὼς τὴ φωνή μου
θὰ τὴν δεχόταν μία βραδιὰ μπρὸς στὴ φτωχή του ἑστία.

Κι᾿ ὡς διάβαζα στὰ μάτια του κάποτε τὴ χαρά του,
ποιὰ δόξα πιὸ ἀκριβῆ νὰ πῶ;
Στὸ χωρισμό μας τοὔ φερναν σὰ χελιδόνια οἱ στίχοι
μήνυμα, πὼς ἀπὸ μακριὰ διπλὰ τὸν ἀγαπῶ.

Τώρα καμμιά, καμμιὰν ἠχὼ δὲν ἄφησε ἡ φωνή μου
σπαραχτικὴ ὅταν γέμισε μιᾶς νύχτας τὸ σκοτάδι.
Ὅμως ὅλοι φοβήθηκαν καὶ γὼ πιστεύω ἀκόμα
ἀληθινὰ πὼς τὴ βαριὰ χτύπησα πόρτα τοῦ Ἅδη.

Λοιπὸν γιατί νὰ δέχωμαι τὸ κάλεσμα τῆς Μούσας;
Σαρκάζει ἡ πίστη μέσα μου τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
Μία ἀνόσια Λύρα τῶν παθῶν σὲ μένα δὲν ταιριάζει.
Ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Μια μετέωρη κυρία ~ Κική Δημουλά




Βρέχει... Μία κυρία ἐξέχει στὴ βροχὴ, μόνη
πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν οἶκτος
κι εἶναι ἡ κυρία αὐτὴ
σὰν ράγισμα στὴ γυάλινη βροχή.

Τὸ βλέμμα της βαδίζει στὴ βροχή,
βαριὲς πατημασιὲς καημοῦ
τὸν βρόχινό του δρόμο γεμίζοντας.

Κοιτάζει... Κι ὅλο ἀλλάζει στάση,
σὰν κάτι πιὸ μεγάλο της, ἕνα ἀνυπέρβλητο,
νά ῾χει σταθεῖ μπροστὰ σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ κοιτάζει.

Γέρνει λοξὰ τὸ σῶμα, παίρνει τὴν κλίση τῆς βροχῆς
―χοντρὴ σταγόνα μοιάζει―
ὅμως τὸ ἀνυπέρβλητο μπροστά τῆς πάντα.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν τύψη.

Κοιτάζει... Ρίχνει τὰ χέρια ἔξω ἀπ᾿ τὰ κάγκελα
τὰ δίνει στὴ βροχὴ, πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρὰ ἡ ἀνάγκη γιὰ πράγματα χειροπιαστά.

Κοιτάζει... Καί, ξαφνικά,
σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔγνεψε «ὄχι»,
κάνει νὰ πάει μέσα.

Ποῦ μέσα ― μετέωρη ὡς ἐξεῖχε στὴ βροχὴ
καὶ μόνη πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Εν απογνώσει ~ Κ.Π. Καβάφης



Τον έχασ’ εντελώς. Και τώρα πια ζητεί
στα χείλη καθενός καινούριου εραστή
τα χείλη τα δικά του· στην ένωσι με κάθε
καινούριον εραστή ζητεί να πλανηθεί
πως είναι ο ίδιος νέος, πως δίδεται σ’ εκείνον.

Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Γιατί ήθελε - είπ’ εκείνος - ήθελε να σωθεί
απ’ την στιγματισμένη, την νοσηρά ηδονή·
απ’ την στιγματισμένη, του αίσχους ηδονή.
Ήταν καιρός ακόμη - ως είπε - να σωθεί.

Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Aπό την φαντασίαν, από τες παραισθήσεις
στα χείλη άλλων νέων τα χείλη του ζητεί·
γυρεύει να αισθανθεί ξανά τον έρωτά του.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Σκοτεινή Πράξη ~ Τάσος Λειβαδίτης (απόσπασμα)





Aιώνια κυνηγημένοι, διωγμένοι από παντού
και μόνο το τραγούδι μας καμιά φορά θλιμμένο μαρτυρούσε το δρόμο, ή άλλοτε για να ξεφύγουμε, σε θρύλους, όπως σε σιωπηλή γυναίκα, γερνάμε ή γινόμαστε απλοί, τόσο που μας έχαναν.
Κι αλήθεια, κατά που πέφτει η βασιλεία,
και μόνος ο καθένας μας θ' ακούσει το ράγισμα ενός άστρου
αργά τη νύχτα.
 
--------------------------


Kι ίσως αυτό που ποτέ δεν καταλάβαμε ήταν ότι έμεινε για
πάντοτε δικό μας, γιατί ποιός κέρδισε ποτέ τη νύχτα ή τ' όνειρο
και μες στο σπίτι ο ένας για τον άλλον ένα απλό κειμήλιο είμαστε
και μόνος του ο καθένας θα πεθάνει, έτσι μέσα στο ανήσυχο βράδυ
αλλόκοτα φωτισμένο απ' τους πυρσούς, είμαστε πάντα απροετοίμαστοι. Και ήταν αυτή η συγκομιδή μας. 


------------------------



Ή άλλοτε, τη νύχτα, τα βήματα κάποιου μακριά μας έλουζαν
άξαφνα μες στο βαθύ μυστικό τους,
τότε καταλαβαίναμε πως όλα θα μείνουν άγνωστα για μας
και πως αυτό θα είναι η πιο ωραία μας μαρτυρία.


--------------------------



Αλήθεια, πού ζήσαμε, γιατί συχνά ξαναγυρίζουμε άξαφνα,
και τότε ένα πρόσωπο άγνωστο στο δρόμο ή στο βάθος μιας
κάμαρας (που είναι κιόλας κλειδωμένη), στέκεται τόσο αβέβαια,
που το αναγνωρίζεις αμέσως
αφού και το σπίτι μας δεν ήτανε ποτέ χτισμένο,
μα έτοιμο να ξεκινήσει με τον πρώτο περαστικό
κι οι αληθινοί μας πόνοι κλαίνε αλλού
και μόνο μας στέλνουν ένα κλονισμένο βήμα,
ή ένα κυπαρίσσι, ξαφνικά, καθώς περνάμε όπως
η λύρα, που πονετική το βράδυ στο χέρι του τυφλού
ακουμπάει ένα τραγούδι.

Όμως οι ονειροπόλοι περίμεναν στο βάθος κι η αιώνια
αναμονή τους, σχεδόν ορατή, τους σήκωνε κι από τον ένα κόσμο
πήγαιναν στον άλλον με τα παλιά τους, φθαρμένα πανωφόρια,
ώσπου όταν βράδιασε (κι ένα βράδυ είναι πολύ) έγειραν στο κιγκλίδωμα.
Ήμουνα ξανά μονάχος, κι αχ, ήτανε πολλά στον ουρανό τ' αστέρια,
και δεν ήθελα Θεέ μου να πεθάνω....


----------------------------------


Τρωτοί κι αφανείς υπήρξαμε, πλάθοντας με το φτωχό πηλό
τις μέρες μας στην άκρη του ορίζοντα, κυβερνώντας με υπομονή
τις νύχτες μας στην άκρη της γυναίκας,
και πάντα ο παμπάλαιος χρόνος που σε νέους θρύλους μας
αποπλανά. Όμως είναι κάποιος, που κάθε πρωί ντύνεται το κουρέλι του, για να περάσει αμόλυντος μες' απ' την πόλη.

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Ξεφυλλίζοντας την σιωπή ~ Αλκυόνη Παπαδάκη (απόσπασμα)






Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να πικραίνεσαι.
Γέμισε ο τόπος σαλτιμπάγκους,
που ξεπουλούν στους πάγκους τους το μέλλον σου.
Γέμισε ο τόπος καταπατητές, που μεταμφιεσμένοι
σε σωτήρες ακολουθούν σαν τα σκυλιά τα βήματά σου.
Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να μπλοκάρεις.
Σου σερβίρουν σε κονσέρβες αποφάσεις που δε διάλεξες.
Ψάχνουν μεθοδικά να σε απελάσουν από την ψυχή σου.
Να κρεμάσουν τα σχέδια σου ανάποδα, σαν νυχτερίδες,
στους πασσάλους που οριοθέτησαν τον ορίζοντά σου.

Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να φρικάρεις.
Όμως κρατήσου.  Μην αφεθείς.
Τα πέντε πράγματα που κρύβεις μέσα σου, υπεράσπισέ τα.
Κάτι θα γίνει.  Δεν μπορεί.
Η ζωή ποτέ δεν περιφρόνησε τους εραστές της.
Και κάτι άλλο.  Ίσως πιο ποιητικό.
Φύτεψε άνθη στις ρωγμές της πίκρας σου.
Κι ύστερα βρες ένα μικρούλι ξέφωτο και κάθισε
ν’ απολαύσεις τ άρωμά τους.
Α! Κι αν θέλεις μην ξεχάσεις πως υπάρχουν πάντα κάποιοι
που αξίζει να τους προσφέρεις ένα σου χρυσάνθεμο!

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Το παραμύθι ενός ραγισμένου έρωτα ~ Μενέλαος Λουντέμης


Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
......................................................

Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη