Αν σ' έχει ξεχάσει ο έρωτας
εσύ θα τον ξαναθυμηθείς
μόλις η ματιά σου αγγίξει τη φύση
τις πλαγιές, τα κύματα
τα φυλλοβόλα δέντρα
που δεν αμφισβητούν ποτέ τις εποχές
τα ζώα που βγαίνοντας
απ' την κοιλιά της μάνας τους
ξέρουν κιόλας πώς να ζήσουν
πώς ν' αντισταθούν στους εχθρούς
που τους έχει ορίσει η φύση.
Πρόσεξε μόνο μην η ζωντανεμένη ανάμνηση
πέσει πάνω στο σωρό
απ' τις προδομένες προσδοκίες σου
τ' αναπάντητα όνειρά σου.
Είναι ορισμένοι στίχοι - κάποτε ολόκληρα ποιήματα - πού μήτε εγώ δεν ξέρω τι σημαίνουν... Αυτό που δεν ξέρω ακόμη με κρατάει... Κι εσύ έχεις δίκιο να ρωτάς... Μη με ρωτάς... Δεν ξέρω σου λέω...
Δυο παράλληλα φώτα απ' το ίδιο κέντρο... Ο ήχος του νερού, που πέφτει τον χειμώνα, απ' το ξεχειλισμένο λούκι ή ο ήχος μιας σταγόνας καθώς πέφτει από 'να τριαντάφυλλο στον ποτισμένο κήπο αργά - αργά ένα ανοιξιάτικο απόβραδο σαν τον λυγμό ενός πουλιού...
Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτός ο ήχος - ωστόσο εγώ τον παραδέχομαι... Τ' άλλα που ξέρω στα εξηγώ... Δεν το αμελώ... Όμως κι αυτά προσθέτουν στη ζωή μας...
Κοιτούσα όπως κοιμότανε, το γόνατό της να γωνιάζει το σεντόνι.. Δεν ήταν μόνο ο έρωτας... Αυτή η γωνία είναι η κορυφογραμμή της τρυφερότητας, και το άρωμα του σεντονιού, του λευκού και της άνοιξης, συμπλήρωναν εκείνο το ανεξήγητο που ζήτησα, άσκοπα και πάλι να στο εξηγήσω...
Η μόνη μου γαλήνη είναι ότι αυτό το
δικαίωμα να σ’ αγαπώ μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής, δεν μπορεί να μου το
αμφισβητήσει και να μου το αφαιρέσει κανείς. Σ’ αγαπώ.
Από τα πολλά
όμως, τα πάρα πολλά που έχω να σου πω, άφησε να σου πω τουλάχιστον πως
δεν υπάρχει πιο μεγάλη ευτυχία, στον κόσμο, προ πάντων για άνθρωπο άκρως
και αυστηρά απόλυτο, από του να σ’ αγαπά... Και γιατί και μόνο κοντά
σου είναι η Ευτυχία, η Χαρά, η Ζωή. Γιατί εσύ είσαι η Ευτυχία, η Χαρά, η
Ζωή. Βρίσκω κάθε τι άλλο τέλεια αδιάφορο... Κι είμαι κοντά σου,
είμαι κοντά σου, είμαι πολύ κοντά σου, σου λέω, πάντα, παντού, αλλά τι
κρίμα που δεν σ’ αγγίζω, που δεν σε βλέπω... Κι ύστερα η πτώση η
ανελέητη, μέσα στην απαίσια ζωή που ζούσα, που ζω, απ’ όπου μ’ έβγαλες
για λίγο – και τα ‘χασα με την απέραντη σου καλοσύνη.
Τον έχασ’ εντελώς. Και τώρα πια ζητεί
στα χείλη καθενός καινούριου εραστή
τα χείλη τα δικά του· στην ένωσι με κάθε
καινούριον εραστή ζητεί να πλανηθεί
πως είναι ο ίδιος νέος, πως δίδεται σ’ εκείνον.
Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Γιατί ήθελε - είπ’ εκείνος - ήθελε να σωθεί
απ’ την στιγματισμένη, την νοσηρά ηδονή·
απ’ την στιγματισμένη, του αίσχους ηδονή.
Ήταν καιρός ακόμη - ως είπε - να σωθεί.
Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Aπό την φαντασίαν, από τες παραισθήσεις
στα χείλη άλλων νέων τα χείλη του ζητεί·
γυρεύει να αισθανθεί ξανά τον έρωτά του.
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη
της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου
πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά
του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες
θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες
των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου
άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
-Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη
της πέτρας και της θάλασσας
Σου 'λεγα να μετράς
μες στο γδυτό νερό
τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι
την αυγή των πραγμάτων
Ή πάλι να γυρνάς
κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως
στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων
- Μα πού γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς
τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο
αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο
αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου
λέγοντας τ” όνομά του
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας
Άκουσε ο λόγος είναι..
των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης
των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται
από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις
έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση
τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις
γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους
δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων
με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.
Δεν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κι επήγα. Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές, μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν, επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα.
Κι ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.