Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συντρίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συντρίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Η "απτική" αμυντικότητα της καρδιάς...





Ξυπνώ, πλένομαι, ντύνομαι και βγαίνω έξω. Άλλη μια μέρα περνά χωρίς εσένα. Χωρίς νόημα. Άλλη μια μέρα θα κυλήσει αβίαστα, μηχανικά. Σαν καλοκουρδισμένο ρομπότ θα βγω έξω, θα κάνω τις δουλειές μου, θα χαμογελάσω ίσως σε 'κανα γνωστό, θα προσπαθήσω να γελάσω με τα αστεία της παρέας... Τι κι αν περάσουν 10 λεπτά, τι κι αν περάσουν 10 ώρες... Καμία αίσθηση δεν μου κάνει. Πάνε μέρες τώρα που προσπαθώ να πνίξω την εικόνα σου σ' ένα μπουκάλι ουίσκυ. Που προσπαθώ να σβήσω την μορφή σου ξεφυσώντας τον καπνό απ' το τσιγάρο που όλο λέω πως θα 'ναι το τελευταίο και όλο ανάβω το επόμενο. "Είσαι καλά, θα γίνεις καλά", συνεχίζω να επαναλαμβάνω στον εαυτό μου. Ποιόν κοροϊδεύω! Η μορφή σου εξακολουθεί να με στοιχειώνει. Το γέλιο σου, το βλέμμα σου, τα μάτια σου... Τι κι αν επιζητώ το χάδι, το φιλί σε αγκαλιές ξένες... Κανένας δεν είναι εσύ.

Τί νομίζω πως κάνω; Αφού ό,τι αναπνέει, ό,τι περπατάει, ό,τι μιλάει, ό,τι υπάρχει σε τούτο τον τόπο θυμίζει εσένα. Ό,τι ζω είναι απλά μια παραλλαγή κάποιας στιγμής που ήσουν δίπλα μου... Μια φτηνή απομίμηση... Δεν καταλαβαίνω. Δεν με καταλαβαίνω. Γιατί δεν σε ψάχνω; Γιατί δεν παλεύω για να είσαι δίπλα μου; Τί είναι αυτό που με κρατάει αδρανή; Απλώς περιμένω. Αλήθεια, τί περιμένω; Εγώ δεν είμαι αυτή που έλεγε πως ό,τι δεν πάρεις μόνος σου κανείς δε θα στο δώσει;

Και τώρα απλά περιμένω κάτι να αλλάξει, κάτι να συμβεί. Κάτι που μ'ένα μαγικό τρόπο θα σε κάνει να γυρίσεις! Κι ας ξέρω πως αυτή την φορά είναι οριστικό, όλα έχουν τελειώσει μεταξύ μας. Εσύ μάλλον το πήρες απόφαση, κομμένα τα πισωγυρίσματα. Κι αυτό γιατί εγώ σε έδιωξα. Εγώ είμαι αυτή που δεν άντεξε την κοροϊδία, την πολυγαμικότητα σου, τη σαδιστική σου συμπεριφορά, το πήγαινε-έλα σου... Κι ας υποστηρίζεις το αντίθετο, κι ας μη θες να παραδεχτείς... Για κοίτα! Τόσα τα μειονεκτήματα σου, κι εγώ εξακολουθώ να ρίχνω το φταίξιμο στον εαυτό μου που φάνηκε σκληρή, αμετανόητη και σ' έδιωξε!

Πλέον δεν ζητώ συμβουλές. Από ποιόν να ζητήσω και γιατί; Λες και δεν ξέρω ότι είσαι η καταστροφή μου. Σαν την κάφτρα του τσιγάρου, έτσι κι εσύ με καις. Με τραβάς ολοένα και πιο βαθιά στα σκοτεινά σου μονοπάτια. Εκεί που το μυαλό παρανοεί και η "ξετσίπωτη" ανάγκη για ηδονή υποβόσκει. Είσαι κάτι ανεξήγητο, κάτι καρμικό, πόλος έλξης... Κι όμως, υπάρχει κάτι που με κρατάει μακριά σου. Με κρατάει μακριά απ' το να σου τηλεφωνήσω, απ' το να σου στείλω ένα ρημαδιασμένο μήνυμα, μακριά από κάθε επαφή μαζί σου... Αυτό, που κάθε φορά που ερχόμαστε κοντά, αποτραβιόμαστε ακόμα πιο βίαια ο ένας απ' τον άλλον. Με περισσότερο μίσος κάθε φορά. Είναι λες και όλα συνωμοτούν να με κρατούν μακριά σου αλλά ταυτόχρονα ολοένα έρχομαι και πιο κοντά σου.

Εσύ είσαι αυτό το κάτι... Και δεν ξέρω ούτε το γιατί, ούτε το πως έφτασε μέχρι εδώ αυτή η κατάσταση...Εγώ, που πάντα ήμουν ο προασπιστής της λογικής, που παραμέριζα τα συναισθήματά μου για να κάνω το "σωστό"... Πώς κατάφερα να μπλέξω μαζί σου; Γιατί άφησα τον εαυτό μου να σε ερωτευτεί; Κι ακόμη χειρότερα, να σε αγαπήσει! Προσπαθώ να καταλάβω τι είσαι, γιατί δείχνεις ό,τι δείχνεις. Λες και δεν ξέρω ότι πάντα κρύβεσαι, λες και δεν ξέρω τι αισθάνεσαι!

Και τελικά φεύγω... Φεύγω απ' αυτό που νιώθω. Πουτάνα λογική κατέστρεψες τους πιο μεγάλους έρωτες... Κάποτε, ένας πολύ καλός μου φίλος, μου είπε: "Έμαθες να φεύγεις από αυτό που νιώθεις γι' αυτό τις νύχτες βλέπεις εφιάλτες". Δεν είχε κι άδικο! Τώρα απλά ψάχνω να βρω την δύναμη να επιβιώσω μακριά σου... Κάπου θα έχει κρυφτεί...σίγουρα...

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ ~ Γιώργος Σεφέρης


Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.

Μᾶς βαραίνουν οἱ φίλοι
ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς νὰ πεθάνουν.

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Θα πρέπει να ’μουν θάλασσα...



Θα πρέπει να ‘μουν θάλασσα
καθώς θυμάμαι καθαρά
ψάρια νεκρά, ναυάγια
σβησμένα φώτα να σπαράζουν στους βυθούς

Θα πρέπει να ‘μουν θάλασσα -
βούλιαζε ένα φεγγάρι
στα μάταια νερά μου

Θα πρέπει να ‘μουν θάλασσα
θάλασσα κουρασμένη
δίχως ακτή το τέλος
το τέλος ν' ακουμπήσω.

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο ~ Μάρω Βαμβουνάκη



Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη. 


      Έκανε πάρα πολλά μόνη για να καταλήξει στη θανάσιμη άμμο της πλήξης. Μόνος πόσο μακριά να πας; Πόσο να περιπλανηθείς και να  πλανηθείς; Δεν είμαστε εμείς οι δημιουργοί της ψυχής μας. Δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν όλα με αποφάσεις μας. Χρειάζεται τρομερά την ανταπόκριση, την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια, όπως παιδί χρειαζόταν τους γονείς της.  Μόνο που η ανταπόκριση η αληθινή έρχεται ύστερα από ερήμους σιωπής, κι η εμπιστοσύνη η αληθινή ύστερα από ερήμους απιστίας, κι η ασφάλεια η αληθινή μετά από ερήμους ανασφάλειας. Έχει ήδη διανύσει τις δικές της ερήμους; Έχει κι άλλο δρόμο να κάνει;
     
    Χρειάζεται να καταλάβει, πως ολόκληρη η ύπαρξή της είναι τσακισμένη αντήχηση ενός άλλου κόσμου. Ιδανικού κόσμου, ασφαλούς και τέλειου σαν τότε που, παιδί, κοιμόταν στο πατρικό σπίτι. Οι νοσταλγίες, οι πόθοι της, η λαχτάρα της, οι πόνοι της, οι εκρηκτικές, παράλογες ελπίδες της, μοιάζουν με νύξεις, με μισοσβησμένα μηνύματα αυτού του άλλου κόσμου που την καλεί και τη σαγηνεύει.
 
  Στον ορίζοντα της όρασής της ανεβαίνει μια στήλη λευκού καπνού που της υπόσχεται πως κάτι συμβαίνει πέρα απ’ αυτόν τον ορίζοντα. Η συντριβή των περασμένων μηνών την μετέτρεψε. Αντί να τη διαλύσει, κάτι έδεσε. Λες κι η φωτιά του πόνου να έλιωσε τα αιχμηρά υλικά της καρδιάς της, να τα μαλάκωσε, να τα έχυσε το ένα στο άλλο και μετά να τα στερέωσε σε ακαθόριστο αλλά ωραίο σχήμα. Έρμα στο τρελό καράβι της ζωής. Δόξα τω Θεώ, δε σκορπίστηκε, δεν τρελάθηκε, μαζεύτηκε και νιώθει καλά μέσα στη ποίηση του κόσμου που θα την οδηγήσει στον ποιητή.
 
      Νομίζει πως θα ‘ρθει η μέρα που θα είναι έτοιμη να ερωτευτεί πάλι. Δεν ξέρει πότε, δεν ξέρει ποιόν, όμως, τώρα, που της γκρεμίσθηκε το μόνιμο είδωλο του έρωτά της, τώρα που βρήκε κουράγιο να ξεφύγει από ένα είδωλο γάμου και να εισχωρήσει σε μια θαρραλέα μοναξιά, νομίζει πως θα ‘ρθει η μέρα που θα ερωτευτεί τον έρωτα πάλι. Αισθάνεται ν’ ανοίγει, σιγά-σιγά σαν αχιβάδα, να αχνοφέγγει σαν φίλντισι. Ανοίγει και περιμένει ακόμα και τώρα που το έμαθε, πως ο έρωτας είναι για το άπιαστο, πως ο πόθος είναι προς το ανέφικτο. Πως η παρουσία φωλιάζει σε απουσίες. Ο ωραιότερος εραστής είναι ο αναμενόμενος κι ο γλυκύτερος σύντροφος ο ερχόμενος.
 
       Όταν, κάποτε, αυτό που πολύ προσδοκάς να συμβεί, συμβαίνει, σ’αφήνει την αλλόκοτη γεύση του ανικανοποίητου μια και σπάνια συμπίπτει μ’ εκείνο που περίμενες. Αργά και πού, κάποιες στιγμές μονάχα, ανεπαίσθητες στιγμές, ανοίγουν οι ουρανοί, γίνονται όλα όπως τα θέλησες ή κι ακόμα καλύτερα απ’ όσο τα θέλησες, ίσα-ίσα για να σε κεντρίσουνε και ν’ αρχίσεις, μετά, ξανά να περιμένεις.
 
    Σπάνια κανείς το αποδέχεται αυτό γιατί, πώς γίνεται να ερωτεύεται αν δεν πιστεύει στα απίστευτα, αν δεν μπορεί να λέει κάθε φορά, «αυτή τη φορά θα είναι τελείως διαφορετικά τα πράγματα» ή «Εγώ όμως θα τα καταφέρω!». Κι εκεί ακριβώς, σ’ αυτήν την, εκ πρώτης όψεως, σχεδόν γελοία αφέλεια, προβάλλει το θαύμα της πίστης και της ελπίδας που, ενώ χτίζει κόσμους από υλικά ονείρου, μπορεί να στεγάσει τον άνθρωπο στερεότερα και ασφαλέστερα απ’ τα υλικά των οικοδομών.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Η Πόλις ~ Κ.Π. Καβάφης



Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.