Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

‘‘Θέλω να μου χαρίσεις κάτι’’ ~ Ανθή Δοξιάδη-Τριπ



- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
- Ό,τι θες.
- Ό,τι θέλω; Τ' ορκίζεσαι;
- Στ' όρκίζομαι.
- Είναι δύσκολο.
- Δεν πειράζει.
- Είναι ακριβό.
- Δεν με νοιάζει.
- Είναι σπάνιο.
- Τόσο το καλύτερο.
- Είναι επικίνδυνο.
- Δεν φοβάμαι.

- Μπορεί να καείς άμα το πιάσεις.
- Θα γίνω νερό να σβήσω την φωτιά.
- Μπορεί να σου γλιστρήσει απ' τα χέρια και να φύγει.
- Θα το ξαναπιάσω.
- Μπορεί να πάει πολύ μακριά.
- Θα το κυνηγήσω.
- Μπορεί να χαθεί στον ουρανό.
- Θα γίνω πουλί να το ψάξω.
- Μπορεί να βυθιστεί στη θάλασσα.
- Θα γίνω αγκίστρι να το πιάσω.
- Μπορεί να πνιγεί στο σκοτάδι.
- Θα περιμένω τα χαράματα.

- Μα μπορεί να διαλυθεί ως τότε.
- Θα φέρω τ' άστρα να φωτίσουν πιο νωρίς.
- Είναι τόσο μικρό, δεν θα μπορέσεις να το πιάσεις.
- Θα ζητήσω σ' ένα μυρμήγκι να με βοηθήσει.
- Κι αν είναι μεγάλο σαν σπίτι;
- Θα φέρω γερανό.
- Κι αν είναι μεγάλο σαν βουνό;
- Θα φέρω ένα γερανό πιο μεγάλο από βουνό.
- Υπάρχει;
- Θα τον φτιάξω.

- Που ξέρεις να φτιάχνεις γερανούς;
- Δεν ξέρω.
- Τότε;
- Τότε θα μάθω.
- Από που;
- Από τα βιβλία.
- Κι αν δεν το λένε τα βιβλία;
- Θα βρω τον γέροντα που φτιάχνει γερανούς.
- Κι αν έχει πεθάνει;
- Θα βρω τον άλλον γέροντα.
- Ποιον άλλον γέροντα;
- Εκείνον που ξέρει όλα τα βότανα.
- Όλα τα βότανα;
- Όλα τα χόρτα και τα μικρά άνθη του αγρού. Ξέρει τι μάγια κρύβουν.

- Και πως θα φέρει εκείνος το βουνό;
- Όχι εκείνος, εγώ. Θα μου δώσει βότανα να πιω, να γίνω τόσο δυνατός, που θα μπορέσω να το σηκώσω το βουνό.
- Εμένα θα μπορείς να με πάρεις αγκαλιά;
- Πάντα.
- Τώρα.
- Τώρα. Έλα, τι θέλεις;
- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
- Ό,τι θέλεις.
- Ό,τι, ό,τι θέλω, τ' ορκίζεσαι;
- Στ' ορκίζομαι.
- Θέλω ... θέλω κάτι που δεν υπάρχει πουθενά.

- Να το φτιάξουμε.
- Με τι;
- Με τι θέλεις;
- Δεν ξέρω.
- Να το φτιάξουμε με ξύλο καρυδιάς και χρυσά καρφιά.
- Όχι, όχι δεν είναι έτσι.
- Να το φτιάξουμε με πούπουλα και ψίχουλα, με σταγόνες και γαργαλήματα και να του βάλουμε ένα κλειδί να το κουρδίζεις.
- Όχι, όχι, δεν θέλω κλειδί.

- Γιατί;
- Μπορεί να το χάσω.
- Θα στο κρεμάσω στον λαιμό.
- Μπορεί να χαθώ κι εγώ.
- Θα έρθω να σε βρω.
- Κι αν δεν μπορείς να με βρεις;
- Θα μπορέσω.
- Κι αν είναι σκοτάδι;
- Θ' ανάψω κερί.
- Κι αν λιώσει το κερί;
- Ως τότε θα σ' έχω βρει.
- Κι αν όχι;
- Θα ψάχνω ώσπου να σε βρω.

- Πόσο θα ψάχνεις;
- ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!
- Τι θα πει για πάντα;
- Ότι Σ' ΑΓΑΠΩ!
- Κι εγώ τι θα κάνω ώσπου να με βρεις;
- Μπορείς να κοιμηθείς.
- Που;
- Κάτω από μια μυρσινιά.
- Που έχει μυρσινιές;
- Παντού.
- Έχει και λιοντάρια παντού;
- Όχι.
- Που έχει λιοντάρια;
- Στην ζούγκλα.
- Είναι κοντά η ζούγκλα;
- Πολύ μακριά. Στην άλλη άκρη του κόσμου...
- Δεν μπορούν να έρθουν εδώ ποτέ;
- Ποτέ.

- Τ' ορκίζεσαι;
- Στ' ορκίζομαι.
- Ξέχασα τι θα πει για πάντα.
- Θα πει ότι σ' αγαπώ.
- Πόσο;
- Ως τον ουρανό.
- Ναι, ναι. Να κοιμηθώ τώρα;
- Ναι.
- Θα με πάρεις αγκαλιά;
- Ναι.
- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
- Ό,τι θέλεις.
- Ό,τι, ό,τι θέλω, τ' ορκίζεσαι;
- Ναι.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Ακόμα ελπίζω σε κάτι...




Κι άλλη μια μέρα περνάει που δεν είμαι μαζί σου. Κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη… Συσσωρεύεται ο χρόνος που περνάει από εκείνο το καλοκαιρινό απόγευμα. Και όσο περνάνε οι μέρες χωρίς εσένα, τόσο νιώθω ότι σ’ αγαπάω κάθε μέρα όλο και περισσότερο, κάθε μέρα σε ερωτεύομαι ξανά. Και τόσο πληθαίνουν οι ελπίδες μου να είμαι στην αγκαλιά σου, ενώ παράλληλα εξασθενούν οι ελπίδες μου να σε ξεχάσω και να γυρίσω σελίδα.

Τότε έβρισκα τα «θέλω» των ονείρων μου στα λόγια σου, σε μια σου αγκαλιά, σε ένα σου άγγιγμα, στα μάτια σου. Η ελπίδα μου ήσουν εσύ, και σε είχα. Τώρα εσύ έφυγες, αλλά η ελπίδα αυτή έμεινε. Τώρα η ελπίδα είναι το μόνο που μου έχει απομείνει, μαζί με τα κομμάτια της τσακισμένης μου καρδιάς. Αυτά τα μικρά σκόρπια κομμάτια σ’ αγαπάνε ακόμα, σε περιμένουν ακόμα, κρατάνε τη θέση σου ζεστή για να μην κρυώσεις όταν γυρίσεις, αν γυρίσεις…

Περίεργες οι ελπίδες… Σου δίνουν δύναμη και σε τραυματίζουν ταυτόχρονα. Σε παγιδεύουν στη δική τους αλήθεια, σε κάτι που ίσως γίνει, μα ίσως και όχι. Σε περιορίζουν στη δική τους υποθετική πραγματικότητα. Σου δίνουν όμως και τη δύναμη να παλέψεις γι’ αυτές, να τις διεκδικήσεις και να τις μετατρέψεις σε εμπειρίες. Είναι κίνητρο η ελπίδα. Και είσαι σκλάβος τους, κι όμως πρέπει να συνεργαστείς μαζί τους. Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να ελπίζεις σε κάτι, παίρνεις δύναμη από αυτό… Η ζωή συνεχίζεται για τους αδύναμους, ο πόνος συνεχίζεται για τους δυνατούς.

Έτσι εγκλωβίστηκα κι εγώ μέσα σ’ αυτές. Και ο μόνος τρόπος να ελευθερωθώ είσαι εσύ. Κάθε βράδυ που ρίχνω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι προσπαθώ να πω στον εαυτό μου ότι είμαι δυνατή που πέρασα ακόμα μια μέρα χωρίς εσένα. Και τα μάτια σου στον ύπνο μου με ξυπνάνε με νέες δυνάμεις να σε θέλω και να σε διεκδικώ, να παλεύω για αυτόν τον έρωτα που έσβησε ξαφνικά. Ξέρω ότι τα θυμάσαι κι εσύ αυτά που ζήσαμε μαζί…όλα!

Δε θα ξεχάσω ποτέ πώς με έκανες να αισθάνομαι. Μπορεί ποτέ να μην καταλάβεις τι πραγματικά νιώθω για σένα. Θα ελπίζω όμως πάντα, όσος καιρός κι αν περάσει, πως μια μέρα θα είμαστε ξανά μαζί και θα πραγματοποιήσουμε όλα τα όνειρα που κάναμε. Θα ελπίζω σ’ εσένα…

~~~Σ’ αγαπάω…ακόμα~~~

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Ξεφυλλίζοντας την σιωπή ~ Αλκυόνη Παπαδάκη (απόσπασμα)






Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να πικραίνεσαι.
Γέμισε ο τόπος σαλτιμπάγκους,
που ξεπουλούν στους πάγκους τους το μέλλον σου.
Γέμισε ο τόπος καταπατητές, που μεταμφιεσμένοι
σε σωτήρες ακολουθούν σαν τα σκυλιά τα βήματά σου.
Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να μπλοκάρεις.
Σου σερβίρουν σε κονσέρβες αποφάσεις που δε διάλεξες.
Ψάχνουν μεθοδικά να σε απελάσουν από την ψυχή σου.
Να κρεμάσουν τα σχέδια σου ανάποδα, σαν νυχτερίδες,
στους πασσάλους που οριοθέτησαν τον ορίζοντά σου.

Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να φρικάρεις.
Όμως κρατήσου.  Μην αφεθείς.
Τα πέντε πράγματα που κρύβεις μέσα σου, υπεράσπισέ τα.
Κάτι θα γίνει.  Δεν μπορεί.
Η ζωή ποτέ δεν περιφρόνησε τους εραστές της.
Και κάτι άλλο.  Ίσως πιο ποιητικό.
Φύτεψε άνθη στις ρωγμές της πίκρας σου.
Κι ύστερα βρες ένα μικρούλι ξέφωτο και κάθισε
ν’ απολαύσεις τ άρωμά τους.
Α! Κι αν θέλεις μην ξεχάσεις πως υπάρχουν πάντα κάποιοι
που αξίζει να τους προσφέρεις ένα σου χρυσάνθεμο!

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Το παραμύθι ενός ραγισμένου έρωτα ~ Μενέλαος Λουντέμης


Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
......................................................

Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

Θα πρέπει να ’μουν θάλασσα...



Θα πρέπει να ‘μουν θάλασσα
καθώς θυμάμαι καθαρά
ψάρια νεκρά, ναυάγια
σβησμένα φώτα να σπαράζουν στους βυθούς

Θα πρέπει να ‘μουν θάλασσα -
βούλιαζε ένα φεγγάρι
στα μάταια νερά μου

Θα πρέπει να ‘μουν θάλασσα
θάλασσα κουρασμένη
δίχως ακτή το τέλος
το τέλος ν' ακουμπήσω.

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Αγάπη...Θυμάσαι;



Σε μια ξένη πόλη, ούτε δική μου ούτε δική σου, εκεί σε πρωτοείδα
Μπορεί και να μ΄ήξερες από παλιά κι απλά με ξαναβρήκες.
Κι έβρεχε, χωρίς ομπρέλα
το θυμάσαι;

Την άλλη κιόλας μέρα φτιάξαμε ένα τρένο κίτρινο κόκκινο μπλε το βάψαμε
και ταξιδεύαμε τη γη…νύχτες ταξιδεύαμε στον ουρανό… αστέρι και σταθμός
θυμάσαι;

Βρήκες το πιο μακρινό αστέρι κι είπες να το γυαλίσουμε
να του φυτέψουμε μια λεύκα να μείνουμε για πάντα εκεί
θυμάσαι;

Όταν σου έδινα πορτοκάλι πήγαινε να πει μόνο μαζί σου ταξιδεύω.
Με πέντε πορτοκάλια κάναμε πορτοκαλάδα την πίναμε μισή μισή
θυμάσαι;

Κι έτρεχα κάθε άνοιξη σ΄όλη τη γη να βρω το πρώτο πρώτο λουλούδι
για σένα βέβαια..
Κατέβαινες στα βάθη του ωκεανού εσύ και μου ΄φερνες ένα κοχύλι
θυμάσαι;

Άμα στο ζήταγα γινόσουνα ποτάμι λίμνη θάλασσα ωκεανός..
Κι όταν το ζήταγες γινόμουνα κι εγώ
θυμάσαι;

Μου έστελνες στον ύπνο μου όνειρα καλοπλυμένα, καλοχτενισμένα
και τα δικά σου όνειρα εγώ τα ετοίμαζα.
θυμάσαι;

Θυμάσαι τότε που κατέβηκα στον ύπνο σου μ΄ ένα τεράστιο ροζ αερόστατο;
Σου χάρισα ένα μύλο να τον κρατάς γερά γιατί φοβόσουν τα σκοτάδια.
Μου χάρισες έναν ολόιδιο κι εσύ
το θυμάσαι ακόμη;

Μια νύχτα χάθηκες σένα μεγάλο δάσος
Είχες το μύλο δε φοβήθηκες…κι έτρεξα και σε βρήκα
Μου χάρισες ένα χρυσόψαρο που μέτραγε ως τα χίλια
κι ένα τζιτζίκι και μια ζίνα κι ένα πουκάμισο άσπρο..
το θυμάσαι;

Και σου ‘μάθα να ζωγραφίζεις κάμπους και ποτάμια.
Μη πατάς πολύ το μολύβι σου ΄λεγα.
Μια αγκαλιά ψυχές το τοπίο, κι οι ψυχές δεν έχουν περίγραμμα
θυμάσαι;

Και μου ‘μαθες να φτιάχνω χάρτινα καράβια και χάρτινα κινέζικα πουλιά.
Μια μέρα είπαμε καιρός πια να εφεύρουμε την δική μας γραφή
να μην την ξέρει άλλος.
Τη ζωγραφίσαμε στο πι και φι κοντά σ’ενα ποτάμι, πάντα ένα ποτάμι
τη θυμάσαι ακόμη εκείνη τη γραφή;

Κι εφεύραμε ένα σωρό πράγματα από τότε
τη σαντιγί , τον ήλιο, τις αϋπνίες, την παλίρροια, το σκούρο μπλε
τα θυμάσαι όλα;

Ό,τι δεν χώραγε στις λέξεις το κάναμε μικρές μικρές σημαιούλες πολύχρωμες.
Θυμάσαι πως τις ανεμίζαμε;
Το μαγικό δωμάτιο που άλλαζε σχήμα ανάλογα με τη στάση του κορμιού μας
το θυμάσαι;
Κι ήταν φορές που γινότανε ολοστρόγγυλο.
Θυμάσαι πότε;

Μαζί διαβάζαμε τα πιο ωραία παραμύθια κι όταν μας τέλειωσαν
αρχίσαμε να παίζουμε δικά μας παραμύθια.
Μια φορά και έναν καιρό ήτανε δυο
θυμάσαι;

Ήτανε δυο κι ήτανε σαν ένας ένας και πολλοί μαζί.
Χωρίζαμε για λίγο μόνο γιατί αλλιώς πως θ’ ανταμώναμε ξανά;
Και σου ‘γραφα κάθε στιγμή κάτι τεράστια γράμματα
Μου ΄γραφες και συ ακόμη πιο τεράστια.

Μια φορά όμως που άργησες πρόλαβε κι ήρθε ο χειμώνας
που κράτησε όσο πέντε.
Κι όταν τέλειωσε ήρθε πάλι χειμώνας ακόμη πιο βαρύς
και δεν μπορούσες να γυρίσεις.
Έμεινες μακριά και μου ΄γραψες
Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος…

Μπορεί…
όμως..
τα πιο ωραία μας ταξίδια
δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη

Σε περιμένω…

Έλα

Θα μετρήσω ως το δέκα..

Άφησα να μην ξέρω ~ Κική Δημουλά



Tο κράτησα ώς τώρα αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.

Συμβίωσα σκληρά

μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου

τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.

Mε το αίμα που μου δόθηκε για να τον εξηγήσω.


Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια

και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.

Aίνιγμα δανείστηκα,

αίνιγμα επέστρεψα.

Άφησα να μην ξέρω

πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.

Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,

ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.


Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως

να σε διακρίνω.

Στάθηκα Πηνελόπη

στη σκοτεινή ολιγωρία σου.

Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,

πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

Aπό τον κόσμο των γρίφων φεύγω ήσυχη.


Aναμάρτητη:

αξεδίψαστη.