Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Είναι οι λέξεις λίγες...





Μέσα στο φρεσκοβαμμένο δωμάτιο, αγγίζεις τους τοίχους και σου λένε ότι είναι άρρωστοι. Οι τοίχοι, λένε, έχουν αυτιά. Γιατί να μην έχουν και ψυχή ; Έχουν. Εκείνο το λευκό που πάντα περιμένει να αδειάσεις πάνω του τις σκέψεις σου. Κλείνεις το παράθυρο και σκέφτεσαι ότι μάλλον δε θα καταφέρεις να κοιμηθείς. Γιατί βλέπεις, δε σε λυπάται η αϋπνία! Περιμένει να παραδώσεις το άδειο - από σκέψεις - κουφάρι σου. Κι είναι πάλι αυτές οι παράξενες μέρες που ενώ είσαι καλά, νιώθεις μια ατέρμονη θλίψη. Που ενώ θες να γελάσεις με τη ψυχή σου, σκας ένα μειδίαμα το οποίο μετά βίας διακρίνεται στα χείλη σου. Είναι αυτές οι μέρες που ο χρόνος κυλά βασανιστικά αργά, έτσι που να νιώθεις το βάρος του στους ώμους σου ακόμα πιο έντονο. Κι εσύ χάνεσαι στις αβυσσαλέες σκέψεις σου, στην αυταπάτη του μυαλού σου. Εκεί που ουσία είναι να χάνεις το χρόνο για να βρεις το νόημα. Εκεί που πιστεύεις ότι χάνεις τη μπάλα και όλα τα πριν φαίνονται λάθος και βαρετά – κι ας μην είναι. Εκεί που στρίβεις το κεφάλι ελαφρά και βλέπεις όλα όσα έτρεχαν δίπλα σου, κοντά σου, τα θαύμαζες άλλα ποτέ δεν τα άγγιζες...Γιατί βλέπεις, όλα είναι μέσα στο μυαλό σου. Σκέψεις, συναισθήματα, λέξεις, αναμνήσεις! Είναι κι αυτά παιχνίδια που παίζει ο νους, το υποσυνείδητο και το ασυνείδητό μας. Κι εκεί που λες να κάνεις μια νέα αρχή, εκεί που λες ξεχνάς τα πάντα, σκίζεις τις σελίδες του πιο απαγορευμένου και συνάμα αγαπημένου σου βιβλίου, σβήνεις τις γραμμές και γράφεις από την αρχή, σε περιβάλλει ο φόβος της επανάληψης. Μην ζήσεις ξανά τα ίδια και απομείνεις για ακόμη μια φορά με τις στάχτες του ίδιου σου του εαυτού. Με όλα τα λάθη, με όλο το φόβο, με τη σκέψη του τι άφησες πίσω. Να θολώνεις την εικόνα, να χάνεις επίτηδες το "focus", και να κρατάς μόνο το παιχνίδι με το φως... 


Αναρωτιέσαι, αλήθεια πόσο κρατάει ένα όνειρο; Εύκολο! Όσο αντέχει η καρδιά να μένει, κι ας χορεύει με το σκοτάδι αγκαλιά...Να μένει, κι ας μη βλέπει ούτε ένα φως απ' τη στεριά…Σκέφτεσαι πότε θα εκπληρωθεί το όνειρο σου, απηυδησμένος από ημέρες, ημερομηνίες, ώρες, λόγια, χαμόγελα...Χορτασμένος από κατηγόριες, νουθεσίες, ορισμούς, διδάγματα, παγωμένα πρόσωπα! Ναι, παγωμένα πρόσωπα! Πρόσωπα που κάποτε έμπαιναν σαν ηλιαχτίδα απ' το παράθυρο της καρδιάς σου, τώρα έχουν γίνει σκληρά, βουβά, απρόσιτα, περιφρονούν τη λέξη "σ' αγαπώ" και σε αφήνουν μόνο, ανύμπορο, πληγωμένο, κατακρεουργημένο. Πρόσωπα που έχουν ξεχάσει - ή σκόπιμα επιλέγουν να μην θυμούνται - πως κάποτε στον καθρέφτη των ματιών τους εσύ έβρισκες τον εαυτό σου. Πως λύγιζες στον πόνο σου, άηχα κυλούσε μέσα σου πικρή γουλιά, αναγνώριζες τις εικόνες τους, τις μυρωδιές τους, τις αγάπες τους. Πρόσωπα που ξέχασαν της ψυχής τις αποδράσεις τα χειμωνιάτικα βράδια, το γέλιο σας που μαζί χάραζε καινούργιες πορείες σε έναν τσαλακωμένο χάρτη, τα μάτια που χόρταιναν από την αντανάκλαση της μορφής, τα λόγια που αβίαστα κυλούσαν το ίδιο όπως τα βράδια που ξάπλωνες στο ξύλινο κρεβάτι σου και σαν παιδί μουρμούριζες ήχους και μελωδίες που τις άρπαζαν οι άνεμοι…Πετώντας πάνω από τις στέγες έφταναν κοντά τους, και τα δικά τους όνειρα κοντά σου έφταναν! Να σου κρατάνε συντροφιά τις μοναχικές στιγμές που σαν τρελός μετρούσες τις ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα για να συναντήσεις εκέινα τα πρόσωπα. Τα ίδια πρόσωπα που τώρα πια έχουν ξεχάσει!



Σαν σκοτεινά φαντάσματα σε έναν σκοτεινό ουρανό θέλησαν να γίνουν! Απομακρύνθηκαν σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις έθαψες καλά μέσα σου γιατί οι αναμνήσεις πονούν, ξέρεις. Μέσα στις σπηλιές του είναι σου, μέσα στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας και αντί να κάνεις κάτι γι' αυτό, αναγκάζεσαι να τις μπαζώνεις, να τις κλειδώνεις με όλων των ειδών τα σκουπίδια που έμαθαν να σου πασάρουν σαν «αξίες, ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό». Και για να μπορέσεις να συναρμολογήσεις ένα ένα τα κομμάτια σου, τα κομματιασμένα όνειρα που μετά χαράς σου σκότωσαν μια νύχτα εκείνα τα πρόσωπα, έκανες το σώμα σου και την ψυχή σου ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, άφησες τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα πίσω σου, κλείδωσες τις επιθυμίες σου πετώντας τα κλειδιά, χωρίς καμία ανάγκη για αντικλείδια γιατί σκέφτεσαι πως δεν θα ξανανιώσεις ό,τι ένιωσες, πως το παιχνιδι της αγάπης το 'χεις χάσει από καιρό.



Χάνεις τον χρόνο μέσα στα σκοτάδια, ακόμα και το ρυθμικό χτύπημα του ρολογιού φαντάζει τόσο ξένο που νεκρώνει το μυαλό, κολλάει στην ίδια σκέψη, στην ίδια μορφή, στις ίδιες κινήσεις και γίνεται μουσική ο ήχος της φωνής που σου λείπει! Μα σου λέιπει παράξενα, τόσο βασανιστικά που κάποτε αφήνεις ένα φως πάντα αναμμένο πίσω από τα τζάμια για να βρουν τον δρόμο τους τα ίδια πρόσωπα που σε έχουν προδώσει μετ' ευκολίας. Γιατί έρωτας με μια δόση προδοσίας δεν γίνεται! Κι όταν έπεφτε το σκοτάδι και περίμενες πως θα οδηγούνταν τα πρόσωπα ξανά σε σενα για να μεγαλώσουν τις μέρες και να κάνουν ανύπαρκτες τις νύχτες, αυτά δεν βρήκαν τον δρόμο κι η λάμπα παρέμενε αναμμένη για να διώχνει τις σκιές...Κι εκεί είναι που ένιωθες καταραμένος, δεμένος με μια μεταξωτή κλωστή, να κρέμεσαι στο χέρι της ανίερης ζωής αυτών των προσώπων που σε εξαπάτησαν με κάλπικα λόγια κι υποσχέσεις, που από τους θεούς κληρονόμησαν την αλαζονεία τους, την μαύρη τους καρδιά που σφράγισε στο κρύσταλλο.



Κοιτάς τον εαυτό σου στο γυαλί κάθε που νυχτώνει. Θολή η εικόνα σου εκεί, δάκρυα σου φέρνει. Κενό το βλέμμα, άδεια τα σκούρα μάτια, οι αναμνήσεις χάθηκαν και στην αντανάκλαση αυτή την πλάτη σου να γυρίσεις, θέλεις! Δεν είσαι εσύ αυτό το κουρελιασμένο πλάσμα, όχι δεν είσαι εσύ!! Κι αναρωτιέσαι πού χάθηκε το δικό σου πρόσωπο, το δικό σου βλέμμα. Σε ποιά στροφή του χρόνου αλάργεψε κι έχασες την μορφή σου, έχασες την ψυχή σου και το γνώριμο χαμόγελό σου. Παιχνίδι όλα τα νόμιζες κάθε που αντάμωναν οι λεπτοδείκτες, κι εσύ περιγελώντας την ζωή ξέχναγες τον κάθε χτύπο να μετρήσεις! Μα τώρα το κατάλαβες πως άργησες πολύ τα μάτια σου ν΄ ανοίξεις, γι' αυτό τι αξία έχει τώρα πια απ' την ανυπαρξία σου να δραπετεύσεις; 



Θα ήθελες να γράψεις πως κάτι άλλαξε από χθες, πως ήρθε ένα φεγγάρι και στάθηκε στον ουρανό σου κι άλλαξε την ζωή σου. Πως ήρθε κι έφερε κάτι διαφορετικό, κάτι καλό, σου έφερε πίσω την ζωή σου, το χαμόγελό σου.
Πως έδιωξε μακριά τις έννοιες σου, τα προβλήματά σου, πως πήρε σαν ξημέρωσε και χάθηκε η κούραση από τα μάτια σου, οι ρυτίδες από το πρόσωπό σου. Πως χάθηκε μαζί του η έννοια του κακού, του φόβου, το ψέμα, η υποκρισία, η ανασφάλεια...Τίποτα απ΄ όλα αυτά δεν έφερε το μπλε φεγγάρι! Τίποτα δεν πήρε φεύγοντας μαζί του. Όλα έμειναν ίδια κι απαράλλαχτα, κι εσύ ακόμα θρηνείς για τον χαμένο σου εαυτό.



Γιατί κουράστηκες! Κουράστηκες να απαντάς στον ουρανό τα "θέλω" σου, να εύχεσαι ανάμεσα στ' αστέρια για πρόσωπα που ποτέ δε θα γυρίσουν! Κουράστηκες το πρόσωπό τους να ψάχνεις και των χειλιών τους το άνοιγμα να ζητάς, για λέξεις που δεν έρχονται, για ερωτήματα που ποτέ δε θα απαντηθούν. Κουράστηκες στο χώμα να τους λες πως ζεις, στην ρίζα της γαρδένιας πλάι, σ΄ ένα σκουριασμένο καρφί, κι αυτοί να μην ενδιαφέρονται ούτε στο ελάχιστο. Κουράστηκες αυτές τις σκέψεις τους ν΄ αναζητάς, να τους μιλάς και της σιωπής τους τα σκοτάδια να εισπράττεις! Κουράστηκες να είσαι η σκιά στο χέρι τους, εκεί που χορεύουν οι ήχοι του ρολογιού τους και με την σκέψη ανάλαφρα να σε αγγίζουν χωρίς ποτέ εσύ να το μαθαίνεις, αλλά να πρέπει να το νιώθεις ή καλύτερα να το μαντεύεις! Γιατί βλέπεις, αυτά τα πρόσωπα είναι πλέον βουβά! Κι αν νιώθουν όπως νιώθεις εσύ, δεν το λέν, παρά μόνο προτιμούν να σε αφήνουν να ζεις στην άγνοια, στον εφιάλτη που σαν φαύλος κύκλος συμπορεύεται με το ασυνείδητό σου ξανά και ξανά και ξανά...




Ούτε ένα χτύπο της καρδιάς, ούτε μια λέξη τους δεν χαραμίζουν για σένα, άηχα το στόμα τους ανοίγουν και πεταλούδες από σύρμα, τα αυτιά σου γδέρνουν! Αιώνια σιωπή! Πόσο λίγοι είναι για να σταθούν αντάμα στα "θέλω" της καρδιά σου, να ανταπεξέλθουν στις προσδοκίες σου. Κι αν κάποτε τους ξαναβρείς, δεν ξέρείς πού θα τους "τρακάρεις" πάλι: σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες το τελευταίο σκοτάδι...Και θα ‘χεις άραγε ακόμα την παλιά καρδιά; Την ίδια υπομονή; Θα είναι η αγάπη σου, το πάθος σου ανεξίτηλο ακόμα; Ή θα ξεθωριάσει κι αυτό με τον καιρό... Θα ξεθωριάσει το χρώμα της καρδίας απ' τα δάκρυα που κάποτε έχυσες σαν ελιξήριο για να απαλύνεις τις ουλές... 




Τώρα πια κλωτσάς φύλλα. Και περιμένεις να 'ρθουν το βράδυ αυτά τα πρόσωπα που αγάπησες. Λες δεν μπορεί, θα ξανάρθουν με τη Σμύρνη τους καμμένη και θα ξαναπροσφυγέψουν μπροστά από τον καθρέφτη, χτενίζοντας την κάπνα από τα μαλλιά τους. Και ξέρεις πως θα ‘θελες να τους πεις μέσα από την ψυχή σου πως ό,τι τους αρέσει, ό,τι αγαπούν, θα μπορούσες να είσαι. Απλά δεν πρόλαβες να γίνεις γιατί δεν σου έδωσαν την ευκαιρία. Πως όσα τους έχουν πει διάφοροι, ότι μπορούν να κάνουν για εκείνους, τα μπορείς κι εσύ. Απλά δεν τα σκέφτηκες πρώτος. Πως όποτε σε περίμεναν κι αργούσες, κλωτσούσες φύλλα. Και τους αγαπούσες, ξερά και κίτρινα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου