Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή. Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή· κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη. Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει. Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ, που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες. Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς· και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις. Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις— δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό. Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
«Μπορεῖς νὰ πᾶς σ᾿ ὅποιο τόπο καὶ σ᾿ ὅποιο χρόνο θέλεις», εἶπε ὁ Γέροντας.
«Ἐγὼ πῆγα σ᾿ ὅποιο τόπο καὶ σ᾿ ὅποιο χρόνο μπόρεσα νὰ σκεφτῶ». Κοίταξε πέρα
στὴ θάλασσα. «Εἶναι παράξενο. Οἱ γλάροι ποὺ περιφρονοῦν τὴν τελειότητα γιὰ
χάρη τοῦ ταξιδιοῦ πηγαίνουν... πουθενά, μὲ καθυστέρηση. Ὅσοι ἐγκαταλείπουν
τὰ ταξίδια γιὰ χάρη τῆς τελειότητας πηγαίνουν παντοῦ, στὴ στιγμή. Θυμήσου,
Ἰωνάθαν, ὁ παράδεισος δὲν εἶναι ἕνας τόπος ἢ ἕνας χρόνος, γιατί ὁ τόπος
καὶ ὁ χρόνος εἶναι πράγματα δίχως κανένα νόημα. Ὁ παράδεισος εἶναι...». Αφήνω το βιβλίο του Ρίτσαρντ Μπαχ στο κρεβάτι. Πλησιάζω στο παράθυρο, το ανοίγω ελάχιστα, όσο για να νιώσω τη φθινοπωρινή ψύχρα της βρετανικής πόλης στα μάγουλά μου. Ανάβω τσιγάρο, η νικοτίνη καίει τον οισοφάγο, αλλά ποιός νοιάζεται; Ξεφυσώ τον καπνό με ευχαρίστηση, παρατηρώντας τους περαστικούς.
Σκέφτομαι πού να ’σαι τώρα, τι καιρό έχει εκεί κάτω. Σε φαντάζομαι
να διασχίζεις την πλατεία Συντάγματος βιαστικά. Πάει αρκετός καιρός που δεν έχεις φανεί. Θυμάμαι καλά! Το πρόσωπό σου είχε
μια λάμψη όταν με συναντούσες· αυτό ειδικά δεν μπορώ να σου το συγχωρήσω. Διασχίζεις βιαστικά την πλατεία, λογικά θα συναντήσεις τους φίλους σου εκεί στα γνωστά σας λημέρια. Κολλημένο το πρόσωπο στο τζάμι, εξακολουθώ να
παρατηρώ τους περαστικούς να μιλάνε για αυτά που πάντα
τους απασχολούν. Ανάβω άλλο ένα τσιγάρο και μέσα στο παραλήρημά μου θέλω να τους φωνάξω πως κάπου ανάμεσα
σε Ιούνη και Ιούλη, σκοτώθηκε σε τροχαίο η επιθυμία σου για μένα.
Κάνω μια παύση και με το τσιγάρο στο στόμα πασκίζω να ανοίξω ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Έξω έχει πιάσει ψιλή βροχή κι οι περαστικοί ανοίγουν ένας-ένας τις πολύχρωμες ομπρέλες τους. Με το τσιγάρο στο ’να χέρι και το μπουκάλι του κρασιού στο άλλο και με μια μάλλινη κουβέρτα να αγκαλιάζει τους ώμους μου, κάθομαι ξανά στο περβάζι του παραθύρου. Σε φαντάζομαι τώρα να ’σαι με την παρέα σου για καφεδάκι. Ποιός ξέρει, θα ’ναι και το καινούριο σου ‘‘αμόρε’’ εκεί. Θέλω να πιστεύω πως κάθε φορά που την κάνεις να χαμογελά, θυμάσαι το χαμόγελό μου. Θέλω να πιστεύω πως της είναι αδύνατο να ξεκαρδίζεται με τα αστεία σου περισσότερο από μένα. Μα πώς αλλιώς;
Από το μπαλκόνι τινάζω
τη στάχτη του τσιγάρου μου. Έχω πιει λίγο παραπάνω, ασυναίσθητα. Το μπουκάλι είναι σχεδόν άδειο· η μορφή σου καθρεφτίζεται στο χνωτισμένο τζάμι, κι εγώ αρχίζω να
μετανιώνω για το κρασί που έχω κατεβάσει! Στο κινητό μου
ένα μήνυμα παραμένει αδιάβαστο. Κάποιος μου στέλνει φιλιά. Ας πάει
παρακάτω. Τα δικά μου φιλιά είναι κλειδωμένα, έχουν διαφορετικό προορισμό. Ο προορισμός τους τώρα
θα παίζει χαρτιά και θα καπνίζει ένα πούρο. Ή θα βλέπει την νέα ταινία του Τζέιμς Μποντ με το νέο του κορίτσι. Στον καναπέ του, όπου συνήθως ξαπλώνει τα μεσημέρια κι όπου έχει
τόσο ωραία παραδοθεί στο δικό της κορμί. Εκεί θα βλέπουν ξαπλωμένοι την ταινία. Κάπου κάπου της χαρίζει τα φιλιά του...
Αφήνω το μπουκάλι στην άκρη κι ανάβω άλλο ένα τσιγάρο, το τελευταίο για απόψε. Ξέρεις κάτι; Κάθε τόσο είχα κάτι να σου πω, αλήθεια, όλο αυτό τον καιρό.
Κάποια τα σημείωνα σε μικρά χαρτάκια, μετά τα έχανα, κάποια τα σημείωνα
στο μυαλό μου, χαμογελούσα, ήταν όμορφα· και αυτά τα έχανα. Σκόνταφτα πάνω σε λέξεις, έσπρωχνα φράσεις να περάσω, κυνηγούσα
σελίδες στον άνεμο, σιδέρωνα χαρτιά από το νερό της θάλασσας. Τώρα πια, αμίλητη κοιτάζω τον κόσμο με εκείνο το βαριεστημένο μου βλέμμα, το ‘‘ δε μου γαμιέστε όλοι’’, ας κοιμηθώ, μήπως είμαι τυχερή και δω κανά καλό
όνειρο από εκείνα που σου φτιάχνουν τις μέρες και βρίσκεις νοήματα, και
νιώθεις εκείνο το μούδιασμα, σαν έρωτας ένα πράγμα. Αυτό!
Ένα κλικ με τα δάχτυλα, ένα χτύπημα στο πάτωμα να ξορκίσει το κακό, σαν ζεϊμπέκικο, από εκείνα που σε πορώνουν, που νιώθεις και την τελευταία τους πενιά σαν νύξη στη ραχοκοκαλιά σου. Όπως και να έχει, άλλη μια μέρα ξεγλιστράει μέσα από τα χέρια μου χωρίς εγώ να την αξιοποιώ. Μα είναι τόσο εύκολο να ξεγλιστρήσει, όσο εύκολο είναι ένα κύμα να έρχεται εκεί που είσαι, να σε χτυπάει,
μετά να επιστρέφει στη θάλασσα, να σε σκορπίζει, εσένα, τις σκέψεις, τις
βαλίτσες, το είναι σου, το απ’ αυτό και το παραπέρα. Και μετά να ξυπνάς ναυαγός στις σκέψεις σου, και το μόνο που σε ενδιαφέρει
είναι να περάσει άλλη μια μέρα, να πας παρακάτω, όχι ότι ξέρεις πού πας,
απλά παρακάτω. Ζαλίζομαι απ’ το κρασάκι, από τους ήχους που κάνουν τα αυτοκίνητα σαν διασχίζουν τον δρόμο κάτω από το μπαλκόνι μου, από τους περαστικούς που περνούν πέρα δώθε. Δεν έχει σημασία να καταστρέφεσαι εσύ και το είναι σου. Σημασία έχει να είσαι υπόδουλος σε ένα φαύλο κύκλο που αχόρταγα, ακόρεστα σε καταβροχθίζει. Τόσο πολύ τον αγαπάς.
Απόσπασμα από την προσωπική μου συλλογή ‘‘Αέρινη φιγούρα’’.
Βρισκόταν ξανά ολομόναχος ανάμεσα στις καλαμιές. Γύρω ησυχία, μόνο τα μικρά κύματα που έσκαγαν στα ρηχά της αβαθούς λιμνούλας ακουγόντουσαν. Έπιασε απαλό αεράκι κι οι ψηλόλιγνες καλαμιές άρχισαν να λικνίζονται σε ρυθμούς ενός ξέφρενου ‘‘tempo’’. Άλλο ένα απόγευμα τον έβρισκε κρυμμένο ανάμεσα στις καλαμιές. Ο μεγαλοπρεπής ήλιος άρχισε να δύει για τα καλά. Τα άλλοτε καταγάλανα νερά της λιμνούλας απέκτησαν το ίδιο κι απαράλλαχτο χρώμα του χορταριού και μια χρυσαφί λωρίδα απ’ την αντανάκλαση του ήλιου, δεν άργησε να ξεπροβάλει. Ο ουρανός υιοθέτησε το πιο όμορφο κοραλλί χρώμα, τα σύννεφα χρυσαφιά κι αυτά, μοιάζουν με υφασμάτινα βολάν. Μια οικουμενική πανδαισία χρωμάτων. Συνέχισε να κρύβεται ανάμεσα στις καλαμιές, περιμένοντας υπομονετικά την αέρινη φιγούρα. Η νύχτα άπλωσε σαν μαύρο πέπλο, σκεπάζοντας στοργικά το τοπίο. Με την πρώτη λάμψη των μυρίων αστεριών, δεν άργησε να φανεί κι αυτή. Εκστασιασμένος απ’ την ‘‘εξωγήινη’’ ομορφιά της, έμεινε να κοιτάζει την παράξενη οπτασία αποσβολωμένος. ‘‘Θα ’ναι από άλλον πλανήτη’’, σκέφτηκε, κι έκανε δυο-τρία βήματα μπροστά για να δει καλύτερα, να την χορτάσει το μάτι του όσο περισσότερο γίνεται. Η αντανάκλαση του φεγγαριού πάνω στο άσπρο διαφανές φόρεμά της, την έκαναν να μοιάζει με αερικό, τονίζοντας τη γυναικεία φιγούρα της. Η σκοτεινιά της νύχτας έκανε τα μαύρα μακριά της μαλλιά να φαντάζουν ακόμα πιο μαύρα. Συνέχισε να στέκεται στα ρηχά της αβαθούς λιμνούλας, τα κύματα αγκάλιαζαν τα γυμνά της πόδια. Τόση θλίψη. Θλίψη στα μάτια της, θλίψη στα χείλη της. Θλίψη ακόμα και στο περπάτημά της. ‘‘Η λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε’’, σκέφτηκε, και συνέχισε να την κοιτάζει. Του είχε κάνει εντύπωση το γεγονός ότι κάθε που βραδιάζει, το μυστηριώδες αυτό κορίτσι ξεπροβάλει μέσα από τις καλαμιές και κάνει βόλτες στα ρηχά της λίμνης. Απλές βόλτες, τίποτε παραπάνω. Μερικές φορές σιγοτραγουδά έναν θλιμμένο σκοπό ο οποίος πορεύεται με το σφύριγμα που προκαλεί ο αέρας σαν χτυπά αλύπητα τις καλαμιές. Άρχισε, λοιπόν, να σιγοτραγουδά κι απόψε. Δεν ακούγονταν μήτε λόγια, μήτε στίχοι. Μονάχα ένα μελωδικό μουρμουρητό. Η διάφανη φωνή της γαργαλούσε τ’ αυτιά του, σαν άλλη σειρήνα τον είχε εγκλωβίσει στους κόλπους του μυαλού της. Εκεί, να αναρωτιέται τι σκέφτεται, ποιά είναι, από πού προέρχεται. Αφουγκράστηκε ν’ ακούσει καλύτερα. Έκανε ακόμα ένα αργό βήμα πιο μπροστά, έχασε όμως την ισορροπία του πατώντας έτσι μερικά ξερά φύλλα. Η αέρινη φιγούρα ξαφνιάστηκε, σταμάτησε τον μελωδικό σκοπό και γύρισε προς το μέρος του. Δεν μπορούσε να τον δει ξεκάθαρα, η νύχτα μαύρη σαν πίσσα αγκάλιαζε τα πάντα σε απόσταση μόλις μερικών μέτρων, κάνοντας την ορατότητα εξαιρετικά δύσκολη. Έμεινε να κοιτάζει μπερδεμένη προς το μέρος του. Ξάφνου, εμφανίστηκε κι αυτός μέσα από τις καλαμιές. Σαν αλαφιασμένη, η αέρινη φιγούρα έκανε να φύγει. ‘‘Στάσου, σε παρακαλώ!’’ αναφώνησε, και συνέχισε ‘‘Ποιά είσαι; Πού μένεις; Πες μου το όνομά σου!’’. Γύρισε προς το μέρος του και τον κοίταξε παραξενεμένη. Τα μάτια της λαμπύριζαν σαν φωτεινά άστρα. Με αργά και σταθερά βήματα άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος της, λέγοντας ‘‘Άσε με να σε κοιτάξω από κοντά. Μίλησέ μου. Πώς σε λένε;’’. Η αέρινη φιγούρα άρχισε να τρέχει, τα κατάμαυρα μαλλιά της μπερδεύτηκαν με τον άνεμο, το άσπρο διαφανές φόρεμά της χτυπούσε επιτακτικά το χώμα. Κι έτσι χάθηκε, όπως χάνεται κάθε πανέμορφη όαση στη μέση της ερήμου όταν εμφανίζεται η πραγματικότητα...
“Είναι κάτι νύχτες, που τ' αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου. Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες. Και τα ξερά κλαδιά. Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου. Κι
έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα, να ρωτήσει αν
δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη, ούτ' ένα λουλουδάκι.
Ούτ' ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει. Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της. «Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;» Σου λέει μ' όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα.” Είν' αυτές οι νύχτες,
που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα
σιγοτραγουδούν. Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το
χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς. Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από
τα όνειρα.
“Να είχα, λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα... Να κυλιόμουνα μέσα της, να ‘κανα
τούμπες, να ‘πλωνα την αρίδα μου να λιαζόμουνα... Να ‘ρχόντανε τα
όνειρά μου σαν τις κάργιες να φτεροκοπούν πάνω από το κεφάλι μου.
Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα ντουλάπια και να της κρεμώ
αρωματικά σακουλάκια να μην τη φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την
πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου το θόρυβο από τα
μαχαίρια που ακονίζονται. Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα;
Μιαν αγάπη λέω, σαν αλάνα. Ν’ απλώσω την αρίδα μου να λιαστώ.”
“«-Εγώ την τρέλα μου την φοράω καπέλο, μεγάλε. Δεν την αφήνω να μου
γίνει θηλιά. Κι όσο για την παράγκα μου, μόλις δω πως πιάνει κοριούς,
ανάβω ένα σπίρτο και την καίω. Δεν το ‘χω για τίποτα. ‘’Πόσο κάνει;’’
Λέω στη μοίρα μου. Τι χρωστάω; Τόσο… Μου λέει. Παρ’ τα και δίνε του. Έχω
ένα ραντεβουδάκι με την επόμενη μέρα…»”
“Κι αν θες να ξέρεις, δεν υπάρχουν ούτε τόσο καλοί, ούτε τόσο κακοί.
Όλοι είμαστε λίγο απ' όλα. Ανάλογα με το τοπίο, αλλάζουμε μορφή. Κάπως
σαν τους χαμαιλέοντες.”
“Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας… Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει… Αν στην προβλήτα μάς περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε…
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν
άσυλο οι κατατρεγμένοι… Τι απερισκεψία κι αυτή! Πάντα τους ληστές τούς
περνούσαμε για κατατρεγμένους. Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε τις καταιγίδες… Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση… Πόσος χαμένος χρόνος, αλήθεια! Aν… Αν… Αν ήταν όλα… αλλιώς! Μα τότε, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;”
“Κάνει τόση παγωνιά. Κι αυτή η ψυχή μου,τι μανία. Να θέλει να ρίχνει τα όνειρά της στη φωτιά για να ζεσταθεί.” “Χαρά σ' αυτούς που πιάστηκαν στο δόλωμα της ζωής και σπαρτάρισαν μέσα στα δίχτυα της. Αν τα τρύπησαν μια στιγμή και ξαναβγήκαν στο πέλαγος, το 'καναν μόνο και μόνο για να 'χουν τη χαρά να ξαναπιαστούν...”
“Όταν έπρεπε να κόψω όλους τους άγριους θάμνους να ελευθερωθεί το τοπίο,
δεν το 'κανα. Λυπήθηκα τα φίδια, που δεν θα είχαν άλλες φωλιές για να
κρυφτούν. Όταν έπρεπε να φυλάξω λίγο νερό, για ώρα ανάγκης, δεν το
'κανα. Λυπήθηκα τ' αδέσποτα, που διψούσαν.” Τι χρώμα έχει η λύπη;
Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου
που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα τι χρώμα έχει η λύπη; Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στην αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε. Τι χρώμα έχουν τα όνειρα; Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού. Τι χρώμα έχει η χαρά; Το χρώμα του μεσημεριού, αστεράκι μου. Και η μοναξιά; Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί. Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις. Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράχτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε. Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη; Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο. Τι χρώμα έχει ο έρωτας; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος. Έτσι, ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τ’ αστέρι... Κοίταξε μακριά στο κενό... και δάκρυσε...
Μια ζωή θυμάμαι τον
εαυτό μου να φτιάχνει στέκια και καταφύγια για την ψυχή μου. Κι εκεί που
είναι όλα έτοιμα κι έχω αρχίσει να βολεύομαι, εκεί που είναι τα πάντα
τακτοποιημένα και κάθομαι λίγο να ξεκουραστώ και να κάμω τσιγαράκι,
μπαίνει ο διάολος μέσα μου και μου την ανάβει. -Τι ναι τούτα δω τα
σκιάχτρα; μου λέει. Δεν είναι για σένα η λούφα, κορίτσι μου. Πάλι
πλαστογραφίες κάνεις; Και βροντάω τότε ένα ασιχτίρ και τα κάνω όλα
κεραμιδαριό. Ύστερα κάθομαι σταυροπόδι και γλείφω τις πληγές μου σαν το
σκυλί. Δεν πειράζει, λέω. Πάμε γι άλλα.
Να ονειρεύεσαι, μου
'λεγε ένας φίλος που μ'αγαπούσε και με ήξερε καλά. Τα όνειρα, συνήθως,
προδίνουν. Παραπλανούν. Καμιά φορά και σκοτώνουν. Ομως, δε γίνεται να
ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι. Δεν έχει νόημα. Δεν έχει ουσία. Να
ονειρεύεσαι! Κοίτα μόνο να έχεις σταμπάρει την έξοδο κινδύνου από τα
όνειρα σου. Τότε σώζεσαι.Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου; Τίποτε δεν
είναι στη ζωή το παν! Εχει και παρακάτω, έχει και άλλο. Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα! Αυτή
είναι η έξοδος κινδύνου! Οταν ένας άνθρωπος έχει ενδώσει εντελώς στο
πάθος του, είναι μάταιο να προσπαθείς να του αλλάξεις τακτική. Είναι
όπως ακριβώς ο τζόγος. Οσο χάνεις, τόσο κολλάς. Εχει μια περίεργη γλύκα η
αυτοκαταστροφή. Ανήκει στα σκληρά ναρκωτικά. Αν εθιστείς, μάλλον
τελείωσες. Εκτός αν πετύχεις στις καλές του το Θεό. Συμβαίνει. Εγώ τα είχα βρει μια χαρά
με τη ζωή. Γίναμε κολλητάρια και τα περνούσαμε περίφημα. Πήγαινα ως
εκεί που μ'έπαιρνε. Για να χαίρομαι. Κι αν είχα κέφι, προχωρούσα ως εκεί
που δε μ'έπαιρνε. Για να μαθαίνω.
Είναι άνοιξη! Απόβραδο. Με πνίγει η άνοιξη. Μου κόβει την ανάσα. Δεν αντέχει πια η ψυχή μου να κουβαλήσει τόση ομορφιά. Σαν να φορτώσεις στη ράχη μιας κάμπιας ένα κόκκινο ρόδι. Φουσκώνουν
οι φλέβες μου, πονάει το αίμα μου, παλεύουν να βλαστήσουν οι σπόροι
μέσα μου και δεν υπάρχει χώμα για να ριζώσουν. Δεν υπάρχει αρκετό νερό
να ποτιστούν. Όταν έπρεπε να κόψω όλους τους άγριους θάμνους να
ελευθερωθεί το τοπίο, δεν το 'κανα. Λυπήθηκα τα φίδια, που δεν θα είχαν
άλλες φωλιές για να κρυφτούν. Όταν έπρεπε να φυλάξω λίγο νερό, για ώρα ανάγκης, δεν το 'κανα. Λυπήθηκα τ' αδέσποτα, που διψούσαν. Τώρα... Τώρα, πώς να φυτρώσουν οι βολβοί; Πως να ποτιστούν τα όνειρα... Παρ' όλα αυτά, δεν λέω πως δεν βρίσκω κάποιες λύσεις. Πάντα υπάρχει ένα ξεχασμένο, άδειο κονσερβοκούτι στην ψυχή μου. Με φτάνει για να φυτέψω ένα λουλούδι, εποχιακό. -Δεν
ξέρω αν υπάρχει άλλο πλάσμα επί της γης, που να υπηρετεί και να
λατρεύει τόσο το εφήμερο όσο εσύ! μου είπε κάποτε ένας εραστής μου. - Αμέ Υπάρχει. Οι πεταλούδες! του απάντησα.
Εγώ δεν ξέρω πολλά
γράμματα. Μα όπως κάθομαι τις νύχτες στην αυλή μου και κοιτάζω τ'
αστέρια, σκέφτομαι και μερικά πράματα. Σκέφτομαι λοιπόν, τι διαφορά
υπάρχει να' σαι μέσα στους ανθρώπους ή μέσα στα θερία. Και λέω πως με τα
θεριά, είναι καλύτερα. Στο κάτω κάτω, αυτά τα ξέρεις. Είναι θερία, λες.
Και φυλάγεσαι. Τους ανθρώπους όμως; Μέχρι να πάρεις είδηση τι θεριό
έχεις δίπλα σου, σε κατασπάραξε. Πάει. Τους ανθρώπους εγώ τους τρέμω.
Τους ομοίούς μου. Που μιλούνε, που χαϊδεύουνε, που χιχιρίζουνε, που
χαιρετούνε. Αλίμονο απ' αυτούς, Χριστέ μου. Αλίμονο και τρισαλίμονο.
Ήταν η μικρή αράχνη που
στήριζε μια μεταξωτή κλωστή σ' ένα φύλλο του γιασεμιού κι ύστερα
κρεμότανε πάνω της και νανούριζε τους πόθους της. Ήταν η ανόητη σαύρα που κρύφτηκε στη ρίζα του αλεξανδρινού, γιατί φοβήθηκε τη σκιά της ερημιάς. Ήταν η φτερούγα από το όνειρο του Σέβη που καρφώθηκε σαν το σουγιά σε μια γινωμένη ρόγα σταφυλιού. Ήταν ο αναστεναγμός απο τον ζεσταχιασμένο έρωτα του Σούλια που έκανε τις πέτρινες βρύσες να ιδρώνουν. Ήταν οι κόμποι απο το φαρμάκι στην ψυχή της Σιδερίας που έσταζαν πάνω στα κυκλάμινα και τα ξέραιναν. Ήταν η αγάπη της Δαμάσκας που άνοιγε τα μπουμπούκια της μπιγκόνιας. Ήταν όλα αυτά ανακατωμένα. Ποιος μπορούσε να τα ξεχωρίσει. Και προς τι;
Τι φταις αλήθεια.
Κανείς δε σου 'μαθε το δρόμο για το "εμείς". Και το χειρότερο, κανένας
δε σε εκπαίδευσε να επενδύεις στο "εγώ". Σαν επαίτης εκλιπαρείς μπροστά
στην πόρτα του "εσείς". Έσπασες αμέτρητες φορές τα μούτρα σου,
προσπαθώντας ανάμεσα σε σκοτάδια ν' ανακαλύψεις το "εσύ". Σ' έπιασε
πάντα πανικός στη θέα και στη σκέψη του "αυτοί". Και στην απελπισία, στο
χαμό σου, φώναζε "Αυτός! Αυτός!" Κι έπιασες ένα πιστόλι, να πολεμάς. Τι
φταις!
Έχω γνωρίσει στη ζωή μου
αρκετούς ανθρώπους, που έψαχναν απεγνωσμένα την ελευθερία της ψυχής
τους. Πέρασαν βουνά, θάλασσες και ποτάμια, μοναχικοί καβαλάρηδες πάντα,
εραστές μιας χίμαιρας που την είχαν βαφτίσει ελευθερία. Αυτού του είδους οι άνθρωποι μοιάζει να ψάχνουν τελικά για την παγίδα τους. Μοιάζει να ψάχνουν, κάπου να αιχμαλωτιστούν. Κάπου να χαρίσουν, κάπου να πετάξουν, την ελευθερία που ήδη κουβαλάνε μέσα τους, χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν. Μερικοί, μπαίνουν σε ναρκοπέδια και χάνονται. Άλλοι βρίσκουν τη μεγάλη παγίδα και παγιδεύονται. Ολότελα. Για πάντα. Μόνο που δεν παραδέχονται ποτέ, πως εκεί που έφτασαν, είναι παγίδα. Της δίνουν απλώς μια άλλη ονομασία. Χρέος, ας πούμε. Θυσία. Αποστολή. Έτσι για να μπορούνε δηλαδή, άμα λάχει, να φοράνε το καπελάκι τους, στραβά.
«Άσχετο, αλλά: Ποτέ μου δεν αγάπησα τους θριαμβευτές. Τους τροπαιούχους. Πάντα με φοβίζει το ποδοβολητό των καβαλάρηδων. Αγάπησα τους μοναχικούς. Τους ορειβάτες. Τους κουρασμένους
παλιάτσους. Αγάπησα αυτούς που έχουν ένα στυφό χαμόγελο και ψάχνουν ένα
ανθισμένο κλαδί, για να ενωθούν ξανά με τη ζωή. Αυτούς που όταν γλιστρήσουν στη λακκούβα με τα λασπόνερα, γελάνε
με το χάλι των ποδιών τους. Καθόλου δε λυπάμαι που με πέταξε έξω από τη δεξίωση ο πορτιέρης,
γιατί δε φορούσα το κατάλληλο ένδυμα. Λυπάμαι μόνο που σπατάλησα πολύτιμο χρόνο, ψάχνοντας τις λάθος
διευθύνσεις, που μου είχαν χώσει στην τσέπη διάφοροι επιτήδειοι. Λυπάμαι μόνο που δεν μπορώ πια να φοράω κατάσαρκα το βλέμμα των
ανθρώπων.» «Θυμάμαι ακόμα εκείνο το γλάρο τον μοναχικό. Πετούσε γρήγορα προς
την αντικρινή στεριά, σαν να ήθελε να γλυτώσει από το βλέμμα του Θεού. Θυμάμαι
ακόμα εκείνη τη θάλασσα. Τόσο απόλυτα, τόσο αλαζονικά γαλάζια…»
Ήταν καλά κρυμμένοι ανάμεσα στις πυκνές καλαμιές. Ούτε αστέρια δεν τους έβλεπαν.
Μόνο αν περνούσε κανένα νυχτοπούλι, θα πλήγωνε με τη φτερούγα του την ανάσα του έρωτα τους.
Δεν μιλούσαν. Δεν είχαν να πουν λόγια αγάπης ούτε να δώσουν όρκους αφοσίωσης. Το πάθος μιλάει με την αφή. Αυτή ανάβει χίλιες πυρκαγιές και κάνει στάχτες τα κορμιά.
Ύστερα, πάνω στις στάχτες και στ’ αποκαΐδια, κάνει βόλτες και σκαλίζει την ψυχή.
Σκαλίζει ήλιους τα μεσάνυχτα και κόκκινα φεγγάρια τα καταμεσήμερα.
Σκαλίζει… κι ονειρεύεται…Τα μικρά ξεφωνητά το πάθους τους τα ‘παιρνε το αεράκι και τα ‘παιζε ανάμεσα στις καλαμιές. Τα κάρφωνε σαν πολύχρωμες χάντρες στα κιτρινισμένα φύλλα. Τα ‘δενε δαχτυλίδια και τα φορούσε στα χλωρά καλάμια. Στα κορμιά τους έκανε αυλάκι ο ιδρώτας κι έτρεχε.
Και γύρω από το αυλάκι άνθιζαν όλα μαζί τ’ αγριολούλουδα της ασφοδελιών.
Πέρα στα σκίνα, δυο μεγάλα γυαλιστερά φίδια ζευγάρωναν πάνω στον ώμο της νύχτας και της άφηναν κόκκινα σημάδια στο λαιμό. Δυο μεγάλα γυαλιστερά φίδια… γλιστρούσαν στα υγρά κορμιά τους και ερωτεύονταν. Μέσα στη σιωπή. Μέσα στο σκότος. Μέσα σε μια φοβερή λαβα, που έσταζε από τα γένια του θεού. Κανείς δεν είχε προσέξει πως στο ρέμα είχαν ανθίσει τα νερόκρινα. Κανείς δεν είχα προσέξει πως τα σκίνα είχαν γεμίσει όνειρα και φίδια. Κανείς δεν είχε προσέξει πως ένα ασφοδέλι ήξερε όλα τα μυστικά του ερώτα…
Η αγάπη δεν είναι μπακάλικο.
Nα μετράς τι έδωσες εσύ.
Τι εγώ.
Τι ο άλλος.
Ή δίνεις από την ψυχή σου και βγάζεις τον σκασμό.
Ή κάτσε στη γωνίτσα σου και μέτρα τι δεν πήρες.
Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένειγεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμεστην εποχή των ματιών που κοιτάζουν στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοιστις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν χιλιάδες χλωμές προσωπίδες. Γυρίσαμε· πάντα κινάμε για να γυρίσουμεστη μοναξιά, μια φούχτα χώμα, στις άδειες παλάμες. Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου που μας άφηνε θαματουργά στη θάλασσατην παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες·αγάπησα κάποιους ανθρώπους άγνωστους,απαντημένους ξαφνικά στο έβγα της μέρας,μονολογώντας σαν καπετάνιοι βουλιαγμένης αρμάδας,σημάδια πως ο κόσμος είναι μεγάλος.
Κι όμως αγάπησα τους δρόμους τούς εδώ, αυτές τις κολόνες·κι ας γεννήθηκα στην άλλη ακρογιαλιά κοντάσε βούρλα και σε καλάμια νησιά που είχαν νερό στην άμμο να ξεδιψάειο κουπολάτης, κι ας γεννήθηκα κοντάστη θάλασσα που ξετυλίγω και τυλίγω στα δάχτυλά μουσαν είμαι κουρασμένος — δεν ξέρω πια πού γεννήθηκα. Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι και τα χέρια σου αγγίζοντας μέδουσες πάνω στο νερό τα μάτια σου ξεσκεπασμένα ξαφνικά, τα πρώταμάτια του κόσμου, κι οι θαλασσινές σπηλιές·πόδια γυμνά στο κόκκινο χώμα. Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος το καλοκαίριλίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου λίγες βελόνες πεύκου ύστερα απ’ τη βροχή σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα. Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πρόσωπα δεν τα καταλαβαίνω,μιμούνται κάποτε το θάνατο κι έπειτα ξανάφέγγουν με μια ζωή πυγολαμπίδας χαμηλή με μια προσπάθεια περιορισμένη, ανέλπιδη,σφιγμένη ανάμεσα σε δυο ρυτίδες,σε δυο τραπεζάκια καφενείου κηλιδωμένασκοτώνουνται το ένα με τ’ άλλο λιγοστεύουν,κολλούν σα γραμματόσημα στα τζάμια τα πρόσωπα της άλλης φυλής. Περπατήσαμε μαζί, μοιραστήκαμε το ψωμί και τον ύπνο δοκιμάσαμε την ίδια πίκρα του αποχωρισμού χτίσαμε με τις πέτρες που είχαμε τα σπίτια μας πήραμε τα καράβια, ξενιτευτήκαμε, γυρίσαμε βρήκαμε τις γυναίκες μας να περιμένουν μας γνώρισαν δύσκολα, κανείς δε μας γνωρίζει. Κι οι σύντροφοι φόρεσαν τ’ αγάλματα, φόρεσαν τις γυμνέςάδειες καρέκλες του φθινοπώρου, κι οι σύντροφοισκοτώσανε τα πρόσωπά τους· δεν τα καταλαβαίνω.
Μένει ακόμα η κίτρινη έρημο το καλοκαίρι κύματα της άμμου φεύγοντας ώς τον τελευταίο κύκλο ένας ρυθμός τυμπάνου αλύπητος, ατέλειωτος μάτια φλογισμένα βουλιάζοντας μέσα στον ήλιο χέρια με φερσίματα πουλιών χαράζοντας τον ουρανό χαιρετώντας στίχους νεκρών σε στάση προσοχής χαμένα σ’ ένα σημείο που δεν τ’ ορίζω και με κυβερνά·τα χέρια σου αγγίζοντας το ελεύθερο κύμα.