Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν
Κι’ απ’ όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
η νεότης πιο ωραία. Aλλά μαραίνεται
γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται·
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.
Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
Και άλλα χέρια σ’ άλλα στήθεια τα βάζουνε.
Έρχοντ’ οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε·
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τ’ αναγνωρίζουν.
Όσα λουλούδια υπάρχουν,το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
Aυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε·
κ’ επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.
Πάλ’ ήλθε καλοκαίρι κ’ οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Aλλ’ απ’ το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.
Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Λησμονημένου Aυγούστου κρίνοι μάς στέφουνε,
τ’ αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μάς γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.
Τον έχασ’ εντελώς. Και τώρα πια ζητεί
στα χείλη καθενός καινούριου εραστή
τα χείλη τα δικά του· στην ένωσι με κάθε
καινούριον εραστή ζητεί να πλανηθεί
πως είναι ο ίδιος νέος, πως δίδεται σ’ εκείνον.
Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Γιατί ήθελε - είπ’ εκείνος - ήθελε να σωθεί
απ’ την στιγματισμένη, την νοσηρά ηδονή·
απ’ την στιγματισμένη, του αίσχους ηδονή.
Ήταν καιρός ακόμη - ως είπε - να σωθεί.
Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Aπό την φαντασίαν, από τες παραισθήσεις
στα χείλη άλλων νέων τα χείλη του ζητεί·
γυρεύει να αισθανθεί ξανά τον έρωτά του.
Είναι και μερικοί άνθρωποι που δεν ξέρουν τι θέλουν βρε αδελφέ. Πηγαινοέρχονται, μπαινοβγαίνουν στη ζωή σου λες κι είν' η καρδιά σου ξέφραγο αμπέλι. "Να φυλάγεσαι από τους ανθρώπους που δεν έμαθαν να σε κοιτάνε κατάματα και να μιλάνε σταράτα, αλλά προσπαθούν με δολιοφθορές και υπεκφυγές να ανελιχθούν, πατώντας επί πτωμάτων" μου 'λεγε η μάνα μου, αλλά μυαλό φιρίκι εγώ.
Το μειονέκτημα του να έχεις υπέροχα παιδικά χρόνια είναι πως, μεγαλώνοντας μέσα στην ροζ σαπουνόφουσκά σου παρέα με τις πριγκίπισες της Ντίσνεϋ, μαθαίνεις να εξιδανικεύεις τον κόσμο και τις καταστάσεις. Όλα γύρω σου είναι ένας κάμπος γεμάτος από ροζ πεταλουδίτσες, γαλάζια πουλάκια που κελαηδούν χαρούμενα και πολύχρωμα λουλούδια! Κι εσύ, φυσικά, καθισμένη δίπλα από την μαγική λιμνούλα περιμένεις να ξεπροβάλει απ' τους θάμνους ο πρίγκιπας του παραμυθιού πάνω στο άσπρο άλογο, φορώντας την γυαλιστερή του πανοπλία για να τραγουδήσετε μαζί το γνωστό "Σ' έχω δει, στο όνειρο ήμασταν μαζί".
Κι ύστερα; Ύστερα προσγειώνεσαι απότομα όταν πλέον ανακαλύπτεις το πραγματικό πρόσωπο των ανθρώπων. Όταν γύρω σου βλέπεις μόνο εγωισμό, ψευτιά, υποκρισία και ασυδοσία. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πότε άρχισαν να είναι όλα τόσο δύσκολα. Πότε ο κόσμος άρχισε να χάνει την πραγματική ουσία της ζωής. Από πότε οι άνθρωποι προτιμούν να καίγονται στο θεόρατο καζάνι του εγωισμού τους παρά να μοιραστούν τον έρωτα, τους φόβους, τις ανησυχίες τους.
Η ατέρμονη αδηφαγία του ανθρώπου για περισσότερη δόξα και υλικά αγαθά τον έχουν κάνει κοντόφθαλμο, φανατικό οπαδό ενός πρόσκαιρου και ανούσιου βίου. Όλοι ζουν για το τώρα, για τη στιγμή, παίρνουν ως δεδομένα τον έρωτα, την αγάπη, την φιλία, την υγεία. Η πλήρης απαξίωση των ανθρώπων για τον εξαγνισμό και τη σωτηρία της ψυχής τους έχει καταντήσει μάστιγα. Είναι, λέει, "trendy" να εκμηδενίζεις βασικούς θεσμούς/πυλώνες της κοινωνίας όπως για παράδειγμα ο θεσμός της οικογένειας, ο θεσμός της θρησκείας, ο θεσμός της αγάπης και της φιλοξενίας.
Με ένα τόσο θολό παρόν και ένα τόσο αβέβαιο μέλλον, πώς μπορείς να ονειρεύεσαι για τις "καλύτερες μέρες που θα έρθουν"; Στα παραμύθια οι πριγκίπισες έζησαν καλά, συντροφιά με τους πρίγκιπές τους στα πανέμορφα βασίλεια τους... Εμείς;