Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Ελεγεία των λουλουδιών ~ Κ.Π. Καβάφης



Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν
Κι’ απ’ όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
η νεότης πιο ωραία. Aλλά μαραίνεται
γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται·
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
Και άλλα χέρια σ’ άλλα στήθεια τα βάζουνε.
Έρχοντ’ οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε·
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τ’ αναγνωρίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν,το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
Aυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε·
κ’ επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.

Πάλ’ ήλθε καλοκαίρι κ’ οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Aλλ’ απ’ το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.

Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Λησμονημένου Aυγούστου κρίνοι μάς στέφουνε,
τ’ αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μάς γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.


Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Μια μετέωρη κυρία ~ Κική Δημουλά




Βρέχει... Μία κυρία ἐξέχει στὴ βροχὴ, μόνη
πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν οἶκτος
κι εἶναι ἡ κυρία αὐτὴ
σὰν ράγισμα στὴ γυάλινη βροχή.

Τὸ βλέμμα της βαδίζει στὴ βροχή,
βαριὲς πατημασιὲς καημοῦ
τὸν βρόχινό του δρόμο γεμίζοντας.

Κοιτάζει... Κι ὅλο ἀλλάζει στάση,
σὰν κάτι πιὸ μεγάλο της, ἕνα ἀνυπέρβλητο,
νά ῾χει σταθεῖ μπροστὰ σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ κοιτάζει.

Γέρνει λοξὰ τὸ σῶμα, παίρνει τὴν κλίση τῆς βροχῆς
―χοντρὴ σταγόνα μοιάζει―
ὅμως τὸ ἀνυπέρβλητο μπροστά τῆς πάντα.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν τύψη.

Κοιτάζει... Ρίχνει τὰ χέρια ἔξω ἀπ᾿ τὰ κάγκελα
τὰ δίνει στὴ βροχὴ, πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρὰ ἡ ἀνάγκη γιὰ πράγματα χειροπιαστά.

Κοιτάζει... Καί, ξαφνικά,
σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔγνεψε «ὄχι»,
κάνει νὰ πάει μέσα.

Ποῦ μέσα ― μετέωρη ὡς ἐξεῖχε στὴ βροχὴ
καὶ μόνη πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Εν απογνώσει ~ Κ.Π. Καβάφης



Τον έχασ’ εντελώς. Και τώρα πια ζητεί
στα χείλη καθενός καινούριου εραστή
τα χείλη τα δικά του· στην ένωσι με κάθε
καινούριον εραστή ζητεί να πλανηθεί
πως είναι ο ίδιος νέος, πως δίδεται σ’ εκείνον.

Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Γιατί ήθελε - είπ’ εκείνος - ήθελε να σωθεί
απ’ την στιγματισμένη, την νοσηρά ηδονή·
απ’ την στιγματισμένη, του αίσχους ηδονή.
Ήταν καιρός ακόμη - ως είπε - να σωθεί.

Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Aπό την φαντασίαν, από τες παραισθήσεις
στα χείλη άλλων νέων τα χείλη του ζητεί·
γυρεύει να αισθανθεί ξανά τον έρωτά του.

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Κι έζησαν αυτοί καλά... κι εμείς;



Είναι και μερικοί άνθρωποι που δεν ξέρουν τι θέλουν βρε αδελφέ. Πηγαινοέρχονται, μπαινοβγαίνουν στη ζωή σου λες κι είν' η καρδιά σου ξέφραγο αμπέλι. "Να φυλάγεσαι από τους ανθρώπους που δεν έμαθαν να σε κοιτάνε κατάματα και να μιλάνε σταράτα, αλλά προσπαθούν με δολιοφθορές και υπεκφυγές να ανελιχθούν, πατώντας επί πτωμάτων" μου 'λεγε η μάνα μου, αλλά μυαλό φιρίκι εγώ.

Το μειονέκτημα του να έχεις υπέροχα παιδικά χρόνια είναι πως, μεγαλώνοντας μέσα στην ροζ σαπουνόφουσκά σου παρέα με τις πριγκίπισες της Ντίσνεϋ, μαθαίνεις να εξιδανικεύεις τον κόσμο και τις καταστάσεις. Όλα γύρω σου είναι ένας κάμπος γεμάτος από ροζ πεταλουδίτσες, γαλάζια πουλάκια που κελαηδούν χαρούμενα και πολύχρωμα λουλούδια! Κι εσύ, φυσικά, καθισμένη δίπλα από την μαγική λιμνούλα περιμένεις να ξεπροβάλει απ' τους θάμνους ο πρίγκιπας του παραμυθιού πάνω στο άσπρο άλογο, φορώντας την γυαλιστερή του πανοπλία για να τραγουδήσετε μαζί το γνωστό "Σ' έχω δει, στο όνειρο ήμασταν μαζί".

Κι ύστερα; Ύστερα προσγειώνεσαι απότομα όταν πλέον ανακαλύπτεις το πραγματικό πρόσωπο των ανθρώπων. Όταν γύρω σου βλέπεις μόνο εγωισμό, ψευτιά, υποκρισία και ασυδοσία. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πότε άρχισαν να είναι όλα τόσο δύσκολα. Πότε ο κόσμος άρχισε να χάνει την πραγματική ουσία της ζωής. Από πότε οι άνθρωποι προτιμούν να καίγονται στο θεόρατο καζάνι του εγωισμού τους παρά να μοιραστούν τον έρωτα, τους φόβους, τις ανησυχίες τους.

Η ατέρμονη αδηφαγία του ανθρώπου για περισσότερη δόξα και υλικά αγαθά τον έχουν κάνει κοντόφθαλμο, φανατικό οπαδό ενός πρόσκαιρου και ανούσιου βίου. Όλοι ζουν για το τώρα, για τη στιγμή, παίρνουν ως δεδομένα τον έρωτα, την αγάπη, την φιλία, την υγεία. Η πλήρης απαξίωση των ανθρώπων για τον εξαγνισμό και τη σωτηρία της ψυχής τους έχει καταντήσει μάστιγα. Είναι, λέει, "trendy" να εκμηδενίζεις βασικούς θεσμούς/πυλώνες της κοινωνίας όπως για παράδειγμα ο θεσμός της οικογένειας, ο θεσμός της θρησκείας, ο θεσμός της αγάπης και της φιλοξενίας.

Με ένα τόσο θολό παρόν και ένα τόσο αβέβαιο μέλλον, πώς μπορείς να ονειρεύεσαι για τις "καλύτερες μέρες που θα έρθουν"; Στα παραμύθια οι πριγκίπισες έζησαν καλά, συντροφιά με τους πρίγκιπές τους στα πανέμορφα βασίλεια τους... Εμείς;


Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα ~ Κώστας Καρυωτάκης




Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα είδα το βράδυ αυτό.
Kάποια χρυσή, λεπτότατη στους δρόμους ευωδιά.
Kαι στην καρδιά αιφνίδια καλοσύνη.

Στα χέρια το παλτό, στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Hλεκτρισμένη από φιλήματα θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
H σκέψις, τα ποιήματα, βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιάν ανέλπιστη χαρά, για ποιές αγάπες, για ποιό ταξίδι ονειρευτό.

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος... ~ Μανόλης Ἀναγνωστάκης



Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;

Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)

Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.

Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;


Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Τελευταίος Σταθμός ~ Γιώργος Σεφέρης

 
 
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις. 
 
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη. 
 
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι
 
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του
Σαλέρνο, πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού,
στην άκρη μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος
ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει. 
 
Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, 
την Παλαιστίνη, τη Συρία το κρατίδιο
της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
 
Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος 
απ’ τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
 
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
 
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο
χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους. 
 
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν
σαν έρθει ο θέρος προτιμούν να σφυρίξουν 
τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν. 
 
Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.
Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου,
τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
 
Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
 
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις είτε στο σκοτεινό βαγόνι, 
χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει 
καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
 
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνονται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας
λεύγες και λεύγες
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
 
Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει
Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.
 
Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας «Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε...»
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.
                        Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου ’44