Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Ρίσκο ~ Αλκυόνη Παπαδάκη


Είσαι για ένα ταξίδι στ'ανοιχτά;
Είσαι για ένα ρίσκο;
Θελω να μου υποσχεθείς
πως δε θα πάρεις
μετεωρολογικό δελτίο.

Πως δε θα χεις μαζί σου
προμήθειες και αποσκευές.
Πως δε θα γεμίσεις
το πλεούμενο με σωσίβια.

Θα δέσουμε την άγκυρά μας
στα φτερά των γλάρων.
Και θα ορίσουμε τιμονιέρη μας
το πιο τρελό δελφίνι.

Θα σου χαρίσω
όλο το γαλάζιο του πελάγου.
Όλο το χρυσαφι του ήλιου.
Όλο το ροζ του δειλινού.

Να χεις χρώματα πολλά
να βάφεις τους πόθους και τις σκέψεις σου.
Θα γεμίσω τ'αμπάρι μας με ονειρα.
Να χεις πολλά.
Να μη φοβάσαι πως θα σου τελειώσουν.

Αν έχει λιακάδα θα απλώσουμε
τα δίχτυα της ζωής μας στην κουβέρτα
και θα μπαλώσουμε τις τρύπες
που μας ανοιξαν τα σκυλόψαρα.

Αν έχει βροχή θα βγάλουμε τη ψυχή μας
στ΄άλμπουρο να ξεπλυθεί.
Είσαι επιτέλους, για ένα ταξίδι στ ανοιχτά;
Για ένα ρίσκο;

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Αν ήταν όλα αλλιώς ~ Αλκυόνη Παπαδάκη



Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας....
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει....
Αν στην προβλήτα μας περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε....
Αν τόσες φορές, παρασυρμένοι από το τραγούδι των σειρήνων, δεν είχαμε χάσει τη ρότα μας....
Αν δεν είχαμε κρυφτεί λαθραία σε λάθος όνειρα....
Αν όλα αυτά που γυάλιζαν και τα μαζέψαμε με τόση αφοσίωση και στοργή ξέραμε από την αρχή πως δεν ήταν χρυσάφι....
Μπορεί και να το ξέραμε ,αλλά μας έφαγε η ουτοπία.

Αν δεν είχαμε ξεπουλήσει σε γαλίφηδες εμπόρους τα τιμαλφή μας, για λίγες γουλιές παρηγοριάς....
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι....Τι απερισκεψία κι αυτή! Πάντα τους ληστές τους περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε καταιγίδες...
Αν φορούσαμε στολές παραλλαγής....Αυτό είναι σίγουρο μέσον για να πετύχεις.

Μα εντελώς το αψηφήσαμε! Εμείς ακόμα και τη νιτσεράδα για τις βροχές που κάποιος προνοητικός- δεν μπορεί πάντα υπάρχει ένας τέτοιος στο περιβάλλον μας- έχωσε στις αποσκευές μας, τη χαρίσαμε στον πρώτο τεμπέλη ψαρά. Έτσι.....Γιατί μας άρεσε το χαμόγελό του.....

Η αλχημεία του χρόνου



Δέθηκαν κόμπο τα μαντίλια των τσιγγάνων
συρρικνώθηκαν στις όχθες των χειμάρρων
από τις πλημμυρίδες
κόπος βαρύς το μάζεμα των λιγοστών αχτίνων
για κτίσιμο της μέρας
μια η φωνή απ΄το βαθύ πηγάδι των απόντων
χοντροί οι ρόζοι στο μυαλό των παραμορφωμένων
υποπόδιο για τις άνετες σοφιστείες


Στο πένθος της ομίχλης ο ρους των αποστάσεων
απ’ το μεγάλο δρόμο…


Δεν είναι πλέον μπορετό να ζήσουμε σε στάχτες
θα ψάξουμε για ψήγματα ζωής
χωρίς υποτροπή
υφάδι ατελείωτο σε σταθερό στημόνι…


................................................


Δε λέει να ξημερώσει
κι όλο σκιές
φαντάσματα από ξέχωρους πυλώνες
νάτην
μες στο πλατύ σαλόνι, φοβισμένη
στο έρμαιο των ανέμων
από στόματα μισάνοιχτα
περιτριγυρισμένη από κουφάρια

επέλεξε να μείνει
κι ήτανε μόνη όταν εβγήκε το επόμενο φεγγάρι…


................................................

 
Δύο η ώρα το πρωί
στρωμένη η νύχτα από βραδύς
κι η σιγή ακάλυπτη


Ξύπνησαν οι αισθήσεις των αγγέλων
πλάθουν τα χέρια μιαν ανάγκη
ν’ αγγίξουν ν’ αγγιχτούν
βγαίνουν οι νύμφες για χορό
κι οι νότες σκάβουν τον ορίζοντα


Στον τεντωμένο ίλιγγο ακροβατεί η έκσταση
στη θεία μυσταγωγία των αισθήσεων…


....................................................


 
Χωμένη στην απόσταση
η μέρα αφαιρεί τα νυχτικά της
και δραπετεύει τα χαράματα
αφανέρωτο το ολονύχτιο πάθος

Χοντρές σταγόνες
λαμπυρίδες του έρωτα
διάνθισμα στη σχισμή του στήθους
αμάραντη μυρουδιά στο δέρμα της επόμενης μέρας
και της επόμενης, και της επόμενης…

 
Γλυκιά Τετάρτη
στης ηδονής την μεσημβρίαν
ανελήφθης
καθώς αδιάφορο το σκοτεινό δωμάτιο
άνοιξε τα παντζούρια


................................................

 
Τη νύχτα που ξαναζωντάνεψε ο πόθος
κι ο πόνος σκάλιζε την αφορμή
και μύριζε νωπά φιλιά και ώρες περασμένες

Όταν τα μάγια ανεμίζαν στον ιστό
και στις σελίδες καταγράφονταν η μέρα
τότε
που απ’ τον πόθο
άρμεγες πόνο…

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Επέστρεφε ~ Κ.Π Καβάφης



Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο ~ Μάρω Βαμβουνάκη



Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη. 


      Έκανε πάρα πολλά μόνη για να καταλήξει στη θανάσιμη άμμο της πλήξης. Μόνος πόσο μακριά να πας; Πόσο να περιπλανηθείς και να  πλανηθείς; Δεν είμαστε εμείς οι δημιουργοί της ψυχής μας. Δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν όλα με αποφάσεις μας. Χρειάζεται τρομερά την ανταπόκριση, την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια, όπως παιδί χρειαζόταν τους γονείς της.  Μόνο που η ανταπόκριση η αληθινή έρχεται ύστερα από ερήμους σιωπής, κι η εμπιστοσύνη η αληθινή ύστερα από ερήμους απιστίας, κι η ασφάλεια η αληθινή μετά από ερήμους ανασφάλειας. Έχει ήδη διανύσει τις δικές της ερήμους; Έχει κι άλλο δρόμο να κάνει;
     
    Χρειάζεται να καταλάβει, πως ολόκληρη η ύπαρξή της είναι τσακισμένη αντήχηση ενός άλλου κόσμου. Ιδανικού κόσμου, ασφαλούς και τέλειου σαν τότε που, παιδί, κοιμόταν στο πατρικό σπίτι. Οι νοσταλγίες, οι πόθοι της, η λαχτάρα της, οι πόνοι της, οι εκρηκτικές, παράλογες ελπίδες της, μοιάζουν με νύξεις, με μισοσβησμένα μηνύματα αυτού του άλλου κόσμου που την καλεί και τη σαγηνεύει.
 
  Στον ορίζοντα της όρασής της ανεβαίνει μια στήλη λευκού καπνού που της υπόσχεται πως κάτι συμβαίνει πέρα απ’ αυτόν τον ορίζοντα. Η συντριβή των περασμένων μηνών την μετέτρεψε. Αντί να τη διαλύσει, κάτι έδεσε. Λες κι η φωτιά του πόνου να έλιωσε τα αιχμηρά υλικά της καρδιάς της, να τα μαλάκωσε, να τα έχυσε το ένα στο άλλο και μετά να τα στερέωσε σε ακαθόριστο αλλά ωραίο σχήμα. Έρμα στο τρελό καράβι της ζωής. Δόξα τω Θεώ, δε σκορπίστηκε, δεν τρελάθηκε, μαζεύτηκε και νιώθει καλά μέσα στη ποίηση του κόσμου που θα την οδηγήσει στον ποιητή.
 
      Νομίζει πως θα ‘ρθει η μέρα που θα είναι έτοιμη να ερωτευτεί πάλι. Δεν ξέρει πότε, δεν ξέρει ποιόν, όμως, τώρα, που της γκρεμίσθηκε το μόνιμο είδωλο του έρωτά της, τώρα που βρήκε κουράγιο να ξεφύγει από ένα είδωλο γάμου και να εισχωρήσει σε μια θαρραλέα μοναξιά, νομίζει πως θα ‘ρθει η μέρα που θα ερωτευτεί τον έρωτα πάλι. Αισθάνεται ν’ ανοίγει, σιγά-σιγά σαν αχιβάδα, να αχνοφέγγει σαν φίλντισι. Ανοίγει και περιμένει ακόμα και τώρα που το έμαθε, πως ο έρωτας είναι για το άπιαστο, πως ο πόθος είναι προς το ανέφικτο. Πως η παρουσία φωλιάζει σε απουσίες. Ο ωραιότερος εραστής είναι ο αναμενόμενος κι ο γλυκύτερος σύντροφος ο ερχόμενος.
 
       Όταν, κάποτε, αυτό που πολύ προσδοκάς να συμβεί, συμβαίνει, σ’αφήνει την αλλόκοτη γεύση του ανικανοποίητου μια και σπάνια συμπίπτει μ’ εκείνο που περίμενες. Αργά και πού, κάποιες στιγμές μονάχα, ανεπαίσθητες στιγμές, ανοίγουν οι ουρανοί, γίνονται όλα όπως τα θέλησες ή κι ακόμα καλύτερα απ’ όσο τα θέλησες, ίσα-ίσα για να σε κεντρίσουνε και ν’ αρχίσεις, μετά, ξανά να περιμένεις.
 
    Σπάνια κανείς το αποδέχεται αυτό γιατί, πώς γίνεται να ερωτεύεται αν δεν πιστεύει στα απίστευτα, αν δεν μπορεί να λέει κάθε φορά, «αυτή τη φορά θα είναι τελείως διαφορετικά τα πράγματα» ή «Εγώ όμως θα τα καταφέρω!». Κι εκεί ακριβώς, σ’ αυτήν την, εκ πρώτης όψεως, σχεδόν γελοία αφέλεια, προβάλλει το θαύμα της πίστης και της ελπίδας που, ενώ χτίζει κόσμους από υλικά ονείρου, μπορεί να στεγάσει τον άνθρωπο στερεότερα και ασφαλέστερα απ’ τα υλικά των οικοδομών.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Περιμένοντας τὸ βράδυ ~ Τάσος Λειβαδίτης



Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βραδιὰ
κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας – καὶ συχνὰ μέσα στὸν ὕπνο
ἀκοῦμε τὰ βήματα παλιῶν πνιγμένων ἢ περνοῦν μὲς
στὸν καθρέφτη πρόσωπα
ποῦ τὰ εἴδαμε κάποτε σ᾿ ἕνα δρόμο ἡ ἕνα παράθυρο
καὶ ξανάρχονται ἐπίμονα
σὰν ἕνα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μᾶς – τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο
τὸ παρελθὸν ἕνα αἴνιγμα
ἡ στιγμὴ βιαστικὴ κι ἀνεξήγητη.
Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στὸ βάθος
ἄλλους τοὺς κράτησε γιὰ πάντα τὸ φεγγάρι
οἱ καγκελόπορτες τὸ βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμὸ
οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν τὸ δρόμο
κι ἡ ἐξήγηση θὰ ᾿ρθεῖ κάποτε
ὅταν δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ καμία ἐξήγηση

Ά, πόσα ρόδα στὸ ἡλιοβασίλεμα – τί ἔρωτες Θέε μου, τί ἡδονὲς
τί ὄνειρα, ἂς πᾶμε τώρα νὰ ἐξαγνιστοῦμε μὲς στὴ λησμονιά.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια ~ Στράτης Μυριβήλης

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Έλληνα πεζογράφου της γενιάς του ’30.

Το μυθιστόρημα αναφέρεται στον έρωτα του Λεωνή και της Σαπφώς, της χήρας γυναίκας του νεκρού του φίλου. Στις τελευταίες σελίδες του έργου τα διλήμματα λύνονται, οι εσωτερικές οριοθετήσεις καταργούνται, οι αντιστάσεις καταρρέουν.

Φτάσανε σ’ ένα μέρος που το γιατάκι του Όρυάκα χανόταν μέσα σ’ ένα σκοτεινό σύλλογο, όλο βάγιες πηχτά φυτρωμένες, νιάτα γαυριασμένα από τ’ αδιάκοπο πότισμα. Είταν φορτωμένες μούρα, ωριμασμένα βαγιοκούκουτσα. Ο τόπος μοσκοβόλησε χαρμόσυνα, στάθηκαν κι ανέσαναν βαθιά, αχόρταγα. Είταν μέσα στην ατμόσφαιρα κάτι γιορτερό, θρησκευτικά γιορτερό. Ο Λεωνής έκοψε δυό λιγνά κλωνιά και τάδεσε στεφάνι στο κεφάλι της αδελφής του. 

- Είναι η δάφνη του Απόλλωνα, λέει. Περισσότερο όμως είναι γνωστή από το στιφάδο. Ταιριάζει πολύ στο λαγό και στον ήρωα του πολέμου. Βαθύτατο σύμβολο! 

Κοίταζε την Αδριανή που κορδώθηκε σε πόζα ‘‘μεγάλου ανδρός’’. Το αδρύ φύλλο με τα σκούρα βαγιοκούκουτσα πήγαινε ωραία ανάμεσα στο χρυσό μαλλί του κοριτσιού. Άξαφνα αφήνει την πόζα της, πετάει τις δάφνες από το κεφάλι και λέει ανήσυχη:

- Είπες για λαγό στιφάδο και θυμήθηκα το μαγείρεμα. Άν δεν έπιασε κιόλας στο τέντζερη, θα κοντολογά νά σωθεί το νερό του, τόσην ώρα ακοίταχτο. Πρέπει να πεταχτώ μια στιγμή. Μην αργήσετε κι εσείς.

- Να γυρίσουμε όλοι, κάνει βιαστικά η Σαπφώ.

Η Αδριανή, που ανεσκάλωνε κιόλας, φωνάζει ‘‘όχι! όχι!’’. Αυτή θάπρεπε να γυρίσει τρεχάτη στο φαϊ, και δεν υπήρχε κανένας λόγος να τρέχουν λαχανιασμένοι όλοι ξοπίσω της, χωρίς λόγο. Χάθηκε κιόλας και τώρα η φωνή της ακουγόταν πίσω απ’ τους πράσινους μπερντέδες της φυλλωσίας.

- Καλά! λέει ο Λεωνής με αδιάφορο τόνο, για να μη φανεί τρομοκρατημένος άπό το ξεμονάχιασμα με την Σαπφώ. Λίγα καβούρια ακόμα να πιάσουμε κι ανεβαίνουμε.

Ανοίχτηκε μια στενάχωρη παύση ανάμεσό τους, κι έπρεπε με κάθε τρόπο να γιομίσουν τη σιωπή τους. Χωρίς να την κοιτάξει, προχώρεσε λίγο, έσκυψε κι ανασήκωσε με κόπο μιά μεγάλη πέτρα. Την ίδια στιγμή βούτηξε από κάτω το χέρι του, έκανε ‘‘χοπ!’’ καί τσάκωσε ένα μεγάλο καβούρι. Η Σαπφώ έκανε χαρές και πλησίασε με το μαντήλι. Αυτός στραμπούληξε πρώτα το ένα δόντι απ’ την κάθε δαγκάνα κι έχωσε το καβούρι μέσα μαζί με τ’ άλλα.

- Πάει κι αυτός! λέει και γελά.
- Και πόσο μεγάλος!

Γελά και η Σαπφώ. Αιστάνουνται κι οι δυό ευγνωμοσύνη σε τούτο το φουκαρά τον κάβουρα, που ήρθε πάνω στην ώρα να δώσει κάποια φυσικότητα στο φέρσιμο τους. Πιο κάτω ήταν ένας γαλάζιος βράχος εκεί, απότομα κρεμαστός. Τον είχε στρογγυλεμένο και λείο το αιώνιο γλέιψιμο του νερού, που περνούσε από πάνω του απλωτά και τον έντυνε σαν διάφανο μεταξωτό. Στα ριζά του είχε νεροφραγιασμένη μιά γούβα, στρογγυλή σά γουρνόπετρα. Εκεί μέσα έπεφτε το νερό και γουργούριζε δροσερά. 

Ο Λεωνής πιάστηκε άπ’ ένα λυγερό κλαδί της αγριοσυκιάς κι άρχισε να κατεβαίνει. Ακουμπούσε στο βράχο μόνο με τα τακούνια και με τη σιδερένια μύτη του μπαστουνιού. Σα χαμήλωσε αρκετά, άφησε μπόι και πήδηξε σβέλτα, λυγώντας τα γόνατα.

Ήταν αλήθεια ένα χαριτωμένο κατατόπι. Ό μικροκαταρράχτης τραγουδούσε γλιστρώντας, άνοιγε νερένια κρόσσια σαν έβρισκε μούσκλια, κι έκανε φασαρία πιο μεγάλη από το μπόι του, πηδώντας μέσα στη γούρνα. Άπό πάνω οι βάγιες κάναν έναν αληθινό θόλο. Η φυλλωσιά έσταζε σκοτεινόν ίσκιο, μύριζε αψιά. Πάνω από τη γούβα πετούσαν κάτι θαυμάσια λεπιδόφτερα, μεγάλες λιμπελούλες μαβιές, με διάφανες οριζόντιες φτερούγες που ιριδίζανε. 

Σήκωσε τα μάτια προς το μέρος που κατέβηκε και είδε ανάμεσα στα φύλλα της αγριοσυκιάς το κεφάλι της Σαπφώς που έσκυβε. Αναμετρούσε με το μάτι το βάθος, μελετούσε να κατέβει. Το πρόσωπό της είτανε ξαναμμένο, τα σκούρα της ματόκλαδα πεταλούδιζαν ανήσυχα. 

- Είναι θάμα, της λέει από κάτω, όμως, το καλό που σας θέλω, μην κατεβείτε. Ο βράχος είναι σχεδόν όρθιος. Μείνετε καλύτερα. Έρχομαι πίσω και γώ. Κουνήθηκε να γυρίσει.

- Μπά! Μια χωριάτισσα μπορεί θαρρώ να σκαλώνει όσο κι ένας χωριάτης!

Τα λόγια της κατέβαιναν από ψηλά μαζί με το γέλιο της το γάργαρο, μαζί με το νερό, που γελούσε και τραγουδούσε. Ό αντίλαλος τάσμιγε σε μια σύμμιχτη βουή, σα να μιλούσε, σα να γελούσε, σα να τραγουσούσε η ίδια η λαγκαδιά.

Την είδε που πιάστηκε από το ίδιο κλωνάρι της αγριοσυκιάς, κι άρχισε να κατεβαίνει. Από το χέρι της δεν άφηνε το μαντίλι με τα καβούρια, κι αυτό τη δυσκόλευε περισσότερο.

- Σταθείτε κεί, θα πέσετε! φωνάζει ανήσυχος και κινείται να σκαλώσει. Να πάρει το μαντίλι από το χέρι και να της δώσει το μπαστούνι.

- Μπα! κάνει αυτή ηρωικά, και βιάζεται να κατεβεί, πριν προφτάσει ο Λεωνής να της δώσει το χέρι. 

Την ίδια ώρα ξεφεύγει το ένα της πόδι, και σχεδόν χάνει την επαφή της με το βράχο. Όλο της το βάρος κρεμάζει στη συκιά, και δέν εννοεί ν’ αφήσει τα καβούρια από το χέρι της. Προσπαθεί με αγωνία ν’ ακουμπήσει το τακούνι της κάπου. Το φευγάτο πόδι ψάχνει στα τυφλά να βρει ένα πάτημα, και τ’ άλλο, που στηρίζεται ακόμα στο βράχο, τρέμει από το γόνατο.
Ο Λεωνής πετιέται μ’ ένα σάλτο, ανεβαίνει από το πλάι, σκαλώνει το γυριστό μέρος του μπαστουνιού του μέσα σε κάτι δυνατές ρίζες, κρεμιέται σχεδόν απ’ αυτό. Γέρνει κι απλώνει το μπράτσο. 

- Ελάτε! Ακουμπήστε γρήγορα πάνω μου!

Η φωνή του διατάζει τώρα, απότομη, όπως στο στρατό. Η Σαπφώ αφήνεται στην αγκαλιά του, πιάνεται από το λαιμό του μέ το χέρι που σφίγγει τα καβούρια, δένεται πάνω του με το μπράτσο της και σιγά σιγά ξαμολάει το κλαδί της αγριοσυκιάς. Ο Λεωνής την κρατά σφιχτά με το ζερβί του πάνω στο στήθος, κατεβαίνει πολύ αργά, με προσοχή. Δοκιμάζει πρώτα καλά την κάθε προεξοχή του βράχου, πριν πατήσει απάνω με όλο του το βάρος. Ένα κύμα καυτερό τόνε γλείφει όλον, στα μηλίγγια του βαράνε σφυριές. Όλα είναι πράσινα μπροστά στα μάτια του, ένα ρευστό πράσινο που τρέχει. Ένας καταρράχτης από φύλλα που θροούν και χύνουνται σε βάραθρο. Ακούει το νερό σα να γουργουρίζει βαθιά μέσα στο καύκαλό του. νιώθει το ζεστό κορμί της να τόνε τυλίγει σαν κισσός. Μεστό, λυγερό και ντελικάτο. Νιώθει στο πρόσωπο τη γλυκιά ζεστασιά των στέρεων κόρφων, που ζουλιούνται πάνω στο μάγουλο του, κι η ευωδία τους τόνε ζαλίζει. Σα νάχει το πρόσωπό του ολόκληρο χωμένο μέσα σ’ ένα πελώριο τριαντάφυλλο. Ακούει την καρδιά της που χτυπά δυνατά κάτ’ από τη λεπτή μπλουζίτσα, καί θαρρεί πως είναι η δική του η καρδιά. Τα αίματα τους ορμούν ενάντια, αντιχτυπιούνται, βροντάνε τον ίδιο άγριο ρυθμό, σα να συγκοινώνησαν ξαφνικά οι αρτηρίες τους. Μιά αίσθηση τρομερή, βίαια ευτυχισμένη, που φτάνει ως τον πόνο.

Σαν πάτησε χάμω δεν την άφησε. Ξαμόλησε μόνο το μπαστούνι να κρέμεται στην αγριόριζα κι έσφιξε γύρω στο κορμί της και τ’ άλλο του το μπράτσο. Τήνε κράτησε έτσι σαν ένα παιδί, σαν ένα θησαυρό. Την έσφιξε στην αγκαλιά σαν ένα λάφυρο. Έσκυψε στο πρόσωπο της έξαλλος, έσκυψε πολύ κοντά, πάνω από τα χρυσά μάτια της. Και τα βρήκε να τον κοιτάνε από κάτω, όπως κοιτάνε τα μάτια των άρρωστων μες από το βύθος της θέρμης. Η ματιά του μπήκε μέσα της, αρσενική και βάρβαρη. Είταν η αστραψιά της τρέλας του, κυκλοφόρεσε μονομιάς μέσα της. Πήγε κι ήρθε ο σπασμός ως τα ακρότατα των νεύρων της. Ένα γλυκό ρίγος τη συντάραξε σύγκορμη, και σφίχτηκε σπασμωδικά πάνω του με όλη της την ύπαρξη. 

Τότες αυτός γύρισε τα μάτια του ένα γύρω, σαν ένα αγρίμι που γυρεύει καταφύγι για να σπαράξει το θήραμά του. Είδε τις πυκνές τούφες της φτέρης, την πήγε βιαστικά εκεί, την απόθεσε προσεχτικά πάνω στο παχύ στρώμα της πρασινάδας, που τσακίστηκε και μύρισε βαριά κάτ’ από τα γόνατα του, και την έκαμε δική του μ’ έναν τρόπο βίαιο, σχεδόν εχτρικό. Τα μάτια της βασίλεψαν κάτω από τά βαριά ματόκλαδα, τα δάκτυλα ξαμόλησαν λίγο λίγο το μαντίλι με τα καβούρια. Αυτά ξαπολύθηκαν μονομιάς, ξελευτερωμένα, σκορπίστηκαν όλα μαζί μ’ ένα χαρούμενο χαρχάλεμα μέσα στα χόρτα και μέσα στις πέτρες, χυμώντας πίσω κατά το ρέμα τους, με τις κουτσουρεμένες τους δαγκάνες όρθιες...