Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Αγάπη είναι...



Τι είναι αγάπη ;

Αγάπη είναι να μην κουράζεσαι. Να μην κουράζεσαι να κάνεις, να μην κουράζεσαι να λες.

Αγάπη είναι να μην ακούς, να μη σκέφτεσαι, να μην αξιολογείς.

Αγάπη είναι να συνεχίζεις να βλέπεις την ίδια αγαπημένη σου εικόνα, ακόμα και όταν όλα γύρω σου καταρρέουν. Να βλέπεις το φως πίσω από τα σύννεφα.

Αγάπη είναι να ξετρυπώνεις την πιο απίστευτη λεπτομέρεια και την αγκαλιάζεις. Και να μην την αφήνεις, να την κάνεις ένα με το είναι σου – τόσο πολύ ώστε στο τέλος να μη θυμάσαι καν τη στιγμή που την πρόσεξες. Να είναι σα να υπήρχε από την αρχή του κόσμου.

Η αγάπη δεν είναι βαριά κουβέντα. Δεν υπάρχει ο σωστός χρόνος να την πεις, δεν υπάρχει ο λάθος. Δεν υπάρχει το νωρίς, δεν υπάρχει το αργά. Έχει το δικό της χρονοδιάγραμμα – εσύ μόνο υποκλίνεσαι στο συναίσθημα που σε κατακλύζει και το ακολουθείς.

Μπορείς να αγαπάς τα πάντα. Η αγάπη δεν ξεχωρίζει, δεν έχει προορισμό. Αγαπάς κόντρα στους άλλους, κόντρα στη λογική που σου επιβάλλεται. Μην το μπερδεύεις – δε μιλάω μόνο για σχέσεις.

Μπορεί να αγαπήσεις μια στιγμή. Μία μόνο στιγμή, ένα δευτερόλεπτο που εύχεσαι να κρατούσε για πάντα. Εκείνο το δευτερόλεπτο που έρχεται και σε αρπάζει και σε πάει ψηλά, σε ένα ζεστό μέρος. Το αισθάνεσαι στο σώμα σου, σε ποτίζει.

Μπορεί να αγαπήσεις μια μουσική. Μια μόνο μουσική, εκείνη που θα σε ταξιδέψει, θα σου θυμίσει, θα σε πάει κάπου αλλού και την ύστατη στιγμή, θα σε σώσει. Είναι δική σου μουσική, την ακούς όλη μέρα σε επαναλήψεις πέρα από κάθε λογική. Είναι το δικό σου soundtrack, η επένδυση των κινηματογραφικών σου στιγμών. Εκείνων που παρακολουθείς έξω από το σώμα σου, μασουλώντας ζεστό σπιτικό popcorn.

Μπορεί να αγαπήσεις μια δουλειά. Εκείνη τη δουλειά που όλοι σου λένε ότι είναι λάθος, ότι θα σε χαντακώσει, ότι δε σου αξίζει, ότι δε σε πληρώνει. Εκείνη τη δουλειά που σε εξουθενώνει, σε αδειάζει από πάνω μέχρι κάτω αλλά αισθάνεσαι ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο που την κάνεις. Να της αφιερώσεις μια ολόκληρη ζωή και να μη μετανιώσεις ούτε για μια στιγμή. Να μη σκεφτείς όλα τα υπόλοιπα που είχες τη δυνατότητα να κάνεις.

Μπορεί να αγαπήσεις ένα σκύλο. Εκείνον που έκανες κομμάτι της ζωής σου, εκείνον που του σήκωσες την κουβέρτα του κρεβατιού το χειμώνα για να κοιμηθεί μαζί σου, εκείνον που αγκάλιασες και έκλαψες και σε κατάλαβε και σου έδειξε ότι μερικές φορές τα πράγματα είναι απλά. Εκείνον που αρνήθηκες να πιστέψεις ότι έφυγε, εκείνον που έκανες τα πάντα για να σώσεις, εκείνον που θρηνείς ακόμα. Και λείπει από κάθε στιγμή, κάθε μικρή και ασήμαντη στιγμή.

Μπορεί να αγαπήσεις μια εικόνα – εκείνη την εικόνα που όταν την έζησες έκλεισες και άνοιξες τα μάτια γρήγορα, το εσωτερικό σου κλείστρο, για να την αποθηκεύσεις για πάντα. Την εικόνα που φυλάς προσεκτικά, την εικόνα στην οποία ανατρέχεις όταν νιώθεις μόνος.

Μπορείς να αγαπήσεις μια φωτογραφία: Εκείνη που κοιτάς ξανά και ξανά και ποτέ ο χρόνος δε τη φθείρει. Και θυμάσαι κάθε λεπτομέρεια που συνδέεται με αυτή: Πότε, πώς, τι ένιωσες, πώς ευθυγραμμίστηκε όλο το σύμπαν πάνω σε ένα και μοναδικό «κλικ».

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Και ας τον γνώρισες για λίγο. Και ας μην πρόλαβες να του πεις ότι ήθελες να έμενε δίπλα σου για πάντα. Ότι σε μια στιγμή αποφάσισες έτσι, παράλογα και επιπόλαια ίσως, ότι θέλεις να του κρατήσεις το χέρι και να μη το αφήσεις ποτέ ξανά. Και να καταλάβει γρήγορα και να γίνουν όλα μια αγκαλιά και να τελειώσει εκεί.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Και ας έχει όλα τα κακά του κόσμου. Και ας είναι χιλιόμετρα μακριά, χαμένος. Και ας σου σπάει τα νεύρα. Και ας σου λένε όλοι ότι απλά δεν είναι ο σωστός. Να κλείνεις τα αυτιά σου στο σύμπαν και να τραγουδάς παράφωνα μέσα στη δική σου σιωπή.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Και ας είναι μακριά και ας σου λείπει κάθε στιγμή που πέρασες μαζί του αλλά πλέον δεν μπορείς να του το πεις. Συνεχίζεις να τον αγαπάς. Τον συγχωρείς και τον λυπάσαι που δεν προσπάθησε όσο εσύ. Και περιμένεις να τον ξανασυναντήσεις σε ένα παράλληλο σύμπαν, σε μια άλλη ζωή και να επαναλαμβάνετε τον κύκλο στο άπειρο. Μαζί.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Κι ας μην τον έχεις γνωρίσει ποτέ από κοντά. Τον αγαπάς γιατί σου άνοιξε την ψυχή του χωρίς να το σκεφτεί, χωρίς να φοβηθεί, χωρίς να περιμένει κάτι – απλά γιατί ξέρει ότι είσαι στην άλλη πλευρά της γραμμής και ότι καταλαβαίνεις.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Γιατί είναι «αλλού», γιατί σε ταξιδεύει, γιατί σε ξενυχτάει, γιατί μπορείτε να χτίζετε μαζί όνειρα με πρώτη ύλη τις ανεξήγητα κοινές σας σκέψεις.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Και αυτός να μην το καταλάβει ποτέ. Να μη νιώσει ποτέ όπως εσύ, να γύρισε την πλάτη του και να χάθηκε μέσα στο πλήθος, να μη γύρισε ποτέ να κοιτάξει πίσω για να δει ότι είσαι ακόμη εκεί.

Η αγάπη δεν είναι απαραίτητα αμφίδρομη. Δε σε ρωτάει, έρχεται, σου δείχνει, φεύγει.

Και κάπου εκεί μένεις με ένα χαζό χαμόγελο.

Σηκώνεις τα μάτια στον ουρανό – αγαπάς, είσαι ακόμη ζωντανός.

Στον ουρανό του τίποτα, με ελάχιστα ~ Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ




Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή,
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή, ενώ χάνουμε εμείς.
 
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.

Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…

Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.

Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο-
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.

Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω-
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Χορός μεταμφιεσμένων ~ Μάρω Βαμβουνάκη


Αποσπάσματα από το ομώνυμο βιβλίο της συγγραφέως.

 

  • Ωστόσο, στη ζωή, το νερό των παλιών παραμυθιών που σε βάφει αόρατο δεν το βρήκα ακόμη, συνεχίζω να το γυρεύω. Δεν το βάζω εύκολα κάτω με όσα σπουδαία —τα λίγα πια σπουδαία— φαντασιώνομαι πως θα κάνουν παραδείσια τη ζωή μου. Στην ανάγκη τα μεταθέτω μετά θάνατον, ελπίζοντας πως εκεί θα είμαστε ακέραιοι, πλήρεις από πραγματωμένες καλές ευχές, έτσι όπως ευδαίμονες ήταν, λέει, οι Πρωτόπλαστοι.

  • Θα κάθεται στο κασόνι ντυμένη με τη μασκαράτα της. Δεν την ενδιαφέρει πώς θα τη δεχθούν, βαρέθηκε να τη δέχονται άχρωμα και προσβλητικά αδιάφορα. Τι θα πουν η μάνα και τ’ αδέλφια της; Δεν την ενδιαφέρει. Βαρέθηκε να της έχουν προδιαγράψει ένα μέλλον που μισεί και ένα γάμο που η ίδια θεωρεί πορνεία. Βαρέθηκε να ζει με αναγκαία κακά, από σήμερα μόνο σε αναγκαία καλά θα υποτάσσεται. 
 
  • Κι αν την πουν τρελή, αν τη διώξουν απ’ τη γειτονιά της των λογικών, αν την κλείσουν σε άσυλο; Να τους πιστέψει; Είναι τρέλα αυτή η ποιητική όσο και απελπισμένη διαφυγή στη μεταμφίεση, όταν απαιτείται να δραπετεύσει από τάφο; Δεν είναι μεταμφίεση οι ρόλοι που της
    φόρτωσαν προτού ακόμη γεννηθεί; Ο εαυτός της και όσα είναι δικά της πού παραπετάχτηκαν καταχωνιασμένα; Ποιος φταίει; Η ίδια γιατί το ανέχθηκε; Είναι πάντα υποκρισία μια μεταμφίεση ή είναι αποκάλυψη; Εξαρτάται… Πάντα η διάκριση δε θα μας αφήνει να κοιμηθούμε σε μαλακά μαξιλάρια συμπερασμάτων. Εξαρτάται… Η ζωή είναι ασύλληπτα λεπταίσθητη και η ευαισθησία της δεν εφαρμόζει στα κλισέ.

  • Απορώ τι με έκανε να αναστατωθώ τόσο, λες και με άγγιξε ηλεκτρικό ρεύμα, μόλις τον αντίκρισα τυχαία σε λεύκωμα τέχνης πρόπερσι, ύστερα από πολλές δεκαετίες, και να τον συνδέσω με τα χρόνια τα παιδικά, τα μεταφυσικά χρόνια. Τα μυστήρια της μνήμης σαγηνεύουν και τυραννούν, σαν κλειδιά της συνείδησης. Τυραννιέμαι που δεν καταφέρνω να δέσω τα δυο κομμάτια μιας νοσταλγίας αστραπιαίας, όπως ένα άρωμα που θυμίζει κάτι τρομερά οικείο αλλά βασανιστικά ακαθόριστο. Το ξέρεις καλά, αλλά δεν ξέρεις τι ξέρεις. Οι αισθήσεις είναι πιο διεισδυτικές από την επίγνωση, για το υποσυνείδητο δεν ξέρω τι να πω…

  • Με παρηγορεί —κι ας μη συμφωνώ με όλη την καρδιά μου— η φράση του Μάρκες, που καταλήγει ξεκάθαρος: Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς, αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να τη διηγηθεί.

  • Θυμάμαι αγαπημένο μου νεκρό, που λάτρευε παθιασμένα όσο ζούσε —και τώρα όπου είναι πιστεύω— την κλασική μουσική κι αισθανόταν δέος για κάθε νότα, να γίνεται θηρίο μαζί μου όταν χαμήλωνα την ένταση στα εκρηκτικά σημεία του Μπετόβεν! Ήμουν όμως περίπου έφηβη και ο εγωισμός της νιότης πιστεύει πως δικαιούται να διορθώνει ακόμη και τον Θεό κατά τα γούστα της. Κι όπως αναφέρω το όνομα του Μπετόβεν, μου έρχεται στο νου η φράση του που διάβασα σε βιογραφία: «Σε κάποιους ο Θεός ψιθυρίζει στο αυτί, σε μένα όμως ουρλιάζει και με κούφανε!»

  • Ας μου συγχωρηθεί που τούτα τα κείμενα τα γράφω με την ασυδοσία των συνειρμών και πετάγομαι από το ένα θέμα στο άλλο, φαινομενικά ασυνάρτητα. Φαινομενικά μόνο! Ποτέ μια σκέψη που ξέβρασε παράξενα μια προηγούμενη δεν είναι άσχετη όσο νομίζει η εξαιρετικά περιορισμένη μας συνείδηση, και είναι χρόνια τώρα που μ’ αρέσει να γυρεύω το γιατί και πώς μια αιφνίδια μνήμη, μια αιφνίδια εικόνα ή ιδέα κυριεύουν το νου μου. Πάντα υπάρχει ένας λόγος που προηγήθηκε, ένας λογικός ερεθισμός που άγγιξε τις αποθήκες του κρυμμένου παρελθόντος, εκείνες που ονομάζουμε υποσυνείδητο ή ασυνείδητο. Εμείς αδυνατούμε να διακρίνουμε τη σύνδεση, ό,τι και να λέμε, οι επεξεργασίες του νου μας γενικώς τεμπελιάζουν. Αγαπούν να περιφέρονται στα φαινόμενα σαν αλαφιασμένοι σπουργίτες και να φτιάχνουν αβίαστα και αβασάνιστα συμπεράσματα, ακόμη και ολόκληρες θεωρίες. Ιδίως η γενίκευση, η ροπή να καταλήγουμε σε γενικότατους κανόνες είναι απ’ τις πιο παγιδευτικές κατασκευές της διανοητικής νωθρότητας. Είναι ολέθριες οι συνέπειες της ροπής μας για γενικεύσεις στην κοινωνική ζωή.

  • Ο κόσμος έχει πνιγεί από ωραίους. Το θέαμα έχει πλημμυρίσει από καλοφτιαγμένους, από καλλονές και καλλονούς. Συνήθως δεν απομένει στα χέρια του καιρού σχεδόν τίποτε, ασχημίζουν κιόλας. Περισσότερο κι από τους άσχημους ασχημίζουν κάποιοι ωραίοι. Η φθορά τους αποκαλύπτει το θλιβερό της κατάπτωσης, της κένωσης, όχι βέβαια με την πνευματική έννοια της Ορθοδοξίας, αλλά του να αδειάζεις από νόημα. Υπάρχει ένα όριο, όλο και νωρίτερα, παρά τις πλαστικές επεμβάσεις, πέρα από το οποίο οι άνθρωποι ασχημίζουν πολύ. Ο αποτρόπαιος Ντόριαν Γκρέι, που φθείρεται στα κρυφά, βγαίνει σύντομα στον αφρό γιατί ο δικός τους αφρός τού το επιτρέπει.

  • Οι άνθρωποι συνεχώς κλαίγονται, δηλώνοντας ανικανοποίητοι, αλλά σπανιότατα αναγνωρίζουν ποια είναι η γνήσια ικανοποίηση που τους λείπει. Αν τους ξανάφερνες στην αρχή της ζωής τους, εννοώ μαζί με όλη την τωρινή εμπειρία τους, πάλι δε θα άλλαζαν εύκολα
    πορεία. Στο κάτω κάτω, θα το λέω και θα το ξαναλέω, η ζωή, η θαυμαστή ζωή, διαρκώς δίνει νέες ευκαιρίες για μεταλλαγή, αυτό δεν είναι η ουσιαστική έννοια της μετά-
    νοιας; Και πάλι όμως, η νωθρότητα και η ηδονική γκρίνια, που διαστροφικά κάποιοι καλλιεργούν μεγαλώνοντας, επιμένουν στην ψευδοθεωρία πως τα νιάτα είναι μόνο μια φορά, πως έχασαν το τρένο, πως… τώρα πια! Όχι, είναι οι άνθρωποι ανικανοποίητοι, γιατί όντως
    δεν ξέρουν αυτό που λείπει απ’ την ψυχή τους. Μπορεί και να αποφεύγουν να δουν ότι ήδη το έχουν, αλλά αυτό θα τους καταλογίσει ευθύνη, θα πρέπει να υποψιαστούν πως έχουν οι ίδιοι πρόβλημα. 
 
  • Φαντάζονται διάφορα αλλά δεν εντοπίζουν το αληθινό. Η αδράνεια, η νωθρότητα και η ακηδία είπαμε είναι από τους ηδονικότερους πειρασμούς. Ελάχιστοι τους αντιστέκονται, γι’ αυτό και ελάχιστοι ομορφαίνουν μεγαλώνοντας. Τα γεράματα είναι τρόπος ζωής. Η εποχή μας είναι ένας συνωστισμός γερόντων, για να μην πούμε νεκρών. Το αισθάνεσαι στον αέρα των πόλεων, ακόμη και των χορευτικών κέντρων, και των φωνακλάδικων παραλιών, όπου πηγαινοέρχονται μακιγιαρισμένοι, ημίγυμνοι και γυμνοί.

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Υψικάμινος ~ Ανδρέας Εμπειρίκος (απόσπασμα)

 
 
Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας
Όταν τραγουδάμε, τραγουδάμε εμπρός στους 
εκφραστικούς πίνακες των ζωγράφων 
όταν σκύβουμε εμπρός στα άχυρα μιας καμμένης πόλεως 
όταν προσεταιριζόμεθα την ψιχάλα του ρίγους 
είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας 
γιατί ό,τι και αν επιδιώξουμε  
δεν είναι δυνατόν να πούμε όχι, να πούμε ναι   
χωρίς το μέλλον του προορισμού μας 
 
Όπως μια γυναίκα δεν μπορεί να κάμει τίποτε
χωρίς την πυρκαγιά που κλείνει
μέσα στη στάχτη των ποδιών της.
Όσοι την είδαν δεν στάθηκαν να ενατενίσουν
ούτε τα συστρεφόμενα κηπάρια
ούτε την ευωχία των μαλλιών που λατρεύτηκαν
ούτε τα σουραύλια των εργαστηριακών μεταγγίσεων
από μια χώρα σε φλέβες κόλπου θερμού
προστατευομένου από τα εγκόσμια
και τα μελτέμια της κυανής ανταύγειας  
λιγυρών παρθένων.

Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντος  
μιας πολυσύνθετης σημαίας που κρατεί τους εχθρικούς στόλους εμπρός στα τείχη της καρδιάς μου κατοχυρώνοντες ψευδαισθήσεις πιστοποιούντες
ενδιάμεσες παρακλητικές μεταρρυθμίσεις
χωρίς να νοηθή το αντικείμενον της πάλης. 
 
Στιγμιότυπα μας απέδειξαν  
την ορθότητα της πορείας μας
προς τον προπονητήν του ιδίου φαντάσματος
της προελεύσεως των ονείρων
και του καθενός κατοίκου της καρδιάς μιας παμπαλαίας πόλης.

Όταν εξαντληθούν τα χρονικά μας θα φανούμε γυμνότεροι και από την άφιξη της καταδίκης παρομοίων πλοκαμιών
και παστρικών βαρούλκων γιατί όλοι μας είμεθα εντός...
της σιωπής του κρημνιζομένου πόνου
στα γάργαρα τεχνάσματα του μέλλοντός μας.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Επήγα ~ Κ.Π Καβάφης



Δεν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κι επήγα.
Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές,
μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν,
επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα.

Κι ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς
που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Γράμμα ~ Κική Δημουλά


Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.

Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.

Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.

Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω -συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Εαρινή Συμφωνία (αποσπάσματα) ~ Γιάννης Ρίτσος

ΙΙ

Είχα κλείσει τα μάτια
για ν' ατενίζω το φως.
Τυφλός.
Είχα κάψει τη φλόγα
για ν' αναπνέω.

Τις νύχτες
αφουγκραζόμουν τους θρόους τής σιγής
κ' η ανάσα του χαμόγελου
δε γνώριζε τη μετάνοια.

Να δακρύζω
πάνω στα διάφανα χέρια μου
από μια διάφανη χαρά
που δεν επιθυμεί.

Όχι θωπεία. Όχι όνειρο.
Πιο πέρα.
Εκεί που καταλύεται τ' όνειρο
κι η φθορά έχει φθαρεί.

Κ' ήρθες εσύ.

ΙΙΙ

Κοίταξε αγαπημένη
πώς σε κοιτάζουν
τα λυπημένα χέρια μου.

Σα δυο παιδιά ορφανά
που κλαίγαν μες στο βράδυ
χωρίς ψωμί
και κοιμηθήκαν τρέμοντας
πάνω στο χιόνι.
Κρύωναν μα δεν επαιτούσαν.

Κρατούσαν
ένα λουλούδι σιωπηλό
και παίζαν τρυφερά κι αδέξια
στους ραγισμένους δρόμους.

Αγαπημένη
κοίταξε πώς διστάζουν
τα νυχτωμένα χέρια μου.

Πώς μπορεί ν' ανοιχτεί
αυτή η θύρα του φωτός
για μένα που δε γνώρισα
μήτε τον ίσκιο μιας μαρμαρυγής;

Στέκω απ' έξω στο ψύχος δειλός
και κοιτώ τα μεγάλα παράθυρα
τα φωτισμένα ρόδα
και τα κρύσταλλα
κι όλο λέω να κινήσω να φύγω
προς τη γνώριμη νύχτα
κι όλο λέω να' ρθώ
κι όλο στέκω
έξω απ' τη θύρα σου.

Μη με καλέσεις ακόμη.
Ας παρατείνουμε
αυτές τις ώρες τις θαμπές
τις υπερπληρωμένες
που δυο κόσμοι
ανταμώνονται
που δυο βαθιές φωνές
ζυγιάζονται
πάνω σε μια χορδή αργυρή
και μια σταγόνα δρόσου
σκιρτά και ταλαντεύεται
στ' άνθος της νύχτας.

Εδώ θα μείνει
εκεί θα πέσει.

Αγαπημένη
τι προετοιμάζεται για μάς
μέσα στο βλέμμα των θεών
πίσω απ' αυτή τη φωταψία;

VI

Οι στοχασμοί και οι στίχοι
μακραίνουν μες τη νύχτα
κ' εμείς απ' την κλίνη μας
μόλις ακούμε τις φωνές τους
σαν ομιλίες μεθυσμένων
που αποτείνονται στη σκιά τους
και στη λυμφατική σελήνη.

Το φως των ηγεμονικών μαλλιών σου
σκεπάζει τους ώμους της νύχτας.

Βυθίζονται τ' άστρα
στους βυθούς των ματιών σου
κι ανθίζουμε εμείς
έμπιστοι κι ωραίοι
καθώς τα πλάσματα
την πρώτη μέρα του Θεού
που δεν είχαν ρωτήσει κι' απορήσει.

Χ

Αγάπη, Αγάπη,
δε μούχες φέρει εμένα
μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.

Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ' ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ' τη σιωπή και το τραγούδι.

Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε που είσαι ω Αγάπη.

Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.

Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν' απολογηθώ.

Τι ν' απαντήσω, Αγάπη;
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του «αδέσμευτου».

Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
«Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα».

Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, Αγάπη.

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες να 'ρθεις, Αγάπη.

Γι' αυτό κ' οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ' την καρδιά μου, Αγάπη.

Όταν περιπλανιόμουν
στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ' τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω Αγάπη.

Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ' τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, Αγάπη.

Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.

Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ' αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

Για σένα, Αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα να 'βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω Αγάπη.

XVI

Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τι θ' αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.

Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.

Ο Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή τού απείρου.

Ένα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
Ένα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.
Σώπα.

Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα τής θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.

Ένα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.

Κλείσε τα μάτια.