"Ίσως, όταν ξαναϊδωθούμε να μην ξέρει πια καθόλου ο ένας τον άλλον, έτσι που επιτέλους, να μπορέσουμε να γνωριστούμε..." ~Τάσος Λειβαδίτης
Σάββατο 29 Ιουνίου 2013
Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013
Ρωμαίος και Ιουλιέτα (**απόσπασμα)
ΡΩΜ. Κυρά μου, μα το ευλογημένο αυτό φεγγάρι
που ασημοβάφει τις κορφές των δέντρων
ΙΟΥΛ. Όχι , μην παίρνεις όρκο στο φεγγάρι, το άστατο,
που με τον μήνα αλλάζει κάνοντας το γύρο του,
μήπως κι η αγάπη σου αλλάξει σαν κι αυτό.
ΡΩΜ. Σε τι να σου ορκιστώ;
ΙΟΥΛ. Μην ορκιστείς καθόλου· ή, αν θέλεις,
ορκίσου στον χαριτωμένον εαυτό σου,
που ’ν’ της λατρείας μου ο θεός, να σε πιστέψω.
ΡΩΜ. Αν η καρδιά μου, αγάπη μου–
ΙΟΥΛ. Άσε, μην ορκιστείς. Μ’ όλη μου τη χαρά για σένα,
δε χαίρομαι τη συμφωνία μας τούτη απόψε:
πολύ ’ρθε ορμητικά, πολύ αναπάντεχα, πολύ άξαφνα·
πολύ σαν αστραπή, που χάνεται προτού
να ειπείς αστράφτει. Καληνύχτα, αγάπη μου!
Μπορεί τούτ’ το μπουμπούκι της αγάπης μας
να ’ναι όμορφος ανθός όταν ξανανταμώσουμε.
Καλή σου νύχτα, καληνύχτα! Κι η γλυκιά γαλήνη
που νιώθω στην καρδιά μου και δικιά σου ας γίνει!
ΡΩΜ. Ω! θέλεις να μ’ αφήσεις έτσι απαρηγόρητον;
ΙΟΥΛ. Σαν τι παρηγοριά θέλεις ετούτ’ τη νύχτα;
ΡΩΜ. Σού ’δωσα την πίστη μου αγάπη, δώσ’ μου τη δικιά σου.
ΙΟΥΛ. Εγώ σ’ την έδωσα προτού μου την ζητήσεις·
και πάλι θα ‘θελα να ’ταν δικό μου χτήμα.
ΡΩΜ. Να μου την πάρεις θέλεις; Και γιατί καλή μου;
ΙΟΥΛ. Για να φανώ απλοχέρα να σ’ την ξαναδώσω.
Μα κάνω ευκή για κάτι που έχω δα: η απλοχεριά μου
έχει της θάλασσας την άπλα, και η αγάπη μου
το βάθος της· όσο περσότερη σου δίνω,
τόσο περσότερη έχω, τι άπειρα είναι και τα δυό.
(Φωνή της παραμάνας από μέσα.)
Κάποιον ακούω μέσα· χαίρε, αγάπη μου ακριβή!
–Αμέσως παραμάνα μου!– Γλυκέ Μοντέγο,
να ’σαι πιστός. Περίμενε λιγάκι, θα ξανάρθω. (Βγαίνει.)
ΡΩΜ. Ευλογημένη, ευλογημένη νύχτα! Πώς φοβάμαι,
μην, όντας νύχτα, όλ’ αυτά είναι μόνον όνειρο
πάρα πολύ γλυκό για να ’ναι αλήθεια.
Ετικέτες
Αγάπη,
Αδύνατο,
Ανέφικτο,
Έρωτας,
Όμορφα λόγια αγάπης,
Ποιήματα για την αγάπη,
Love,
Romance,
Romeo and Juliet,
William Shakespeare
Ωδή στον ανεκπλήρωτο έρωτα
Ερχόσουνα για
λίγο μόνο, ξαπόσταινες κι έφευγες πάλι
Μονάχα τ’ άρωμά
σου έμενε στο σκοτεινό δωμάτιο
Να σε θυμίζει
Φτερούγιζε σαν
αποδημητικό πουλί
Πουλί του Νότου
Που παλεύει να
βρει νέο σπιτικό
Έτσι σε θυμόμουνα
Δυο κατάμαυρα –σαν
ελιές- μάτια και ένα χαμόγελο
Ένα “γεια σου” για
το καλωσόρισμα
Και τι έμενε από
σένα τελικά;
Το άρωμά σου
παντού
Στο πάτωμα, στο
χαλί, στους τοίχους, στα σεντόνια, σε μένα
Στοιχειωμένο το
μυαλό
Ανήμπορο να
αντιδράσει
Αηδιασμένο απ’
την κατάντια της ψυχής
Γδέρνουν το δέρμα
τα νύχια
Το γδέρνουν για
να εξαγνιστεί από σένα, από τη μυρωδιά σου
Μα ο ιδρώτας την
κάνει να αναδύεται με τρόπο τέτοιο
Θαρρείς αναβλύζεις
από τα εσώψυχά μου
Το όνειρο που σ’
έφερε μια μέρα εδώ
Τώρα σε παίρνει
μακριά, σε διώχνει, σε απωθεί
Κι είναι οι
μνήμες καράβια
Επιστρέφουν στον
μοναχικό φάρο
Αυτόν του μυαλού
Που ανήσυχα
αναβοσβήνει τα φώτα
Μήπως κι
επιστρέψεις σαν πρώτα
Μα εσύ ξορκίζεις
δαίμονες
Σε όνειρα
σκοτεινά δίνεσαι
Αφήνεσαι
Ξεχνιέσαι
(ποίημα από την προσωπική μου συλλογή)
(ποίημα από την προσωπική μου συλλογή)
Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013
Κείμενο Νο. 03
Ανοίγει τα μάτια της. Αντικρύζει το παράθυρο. Του ρίχνει μια βιαστική ματιά, προσπαθεί να καταλάβει τι ώρα έχει πάει.
Το πρώτο φως της αυγής δεν αργεί να φανεί. Νιώθει το χέρι του γύρω από τη μέση της. ‘‘Θα κοιμάται’’, σκέφτεται. Δεν κινείται. Ξανακλείνει τα μάτια της, προσπαθεί να μην σκέφτεται. Προσπαθεί να πιέσει τον εαυτό της να μείνει ακίνητη, να μην τον κοιτάξει.
Δεν είναι έρωτας και σίγουρα όχι αγάπη. Ίσως είναι ανάγκη, ίσως είναι επιβεβαίωση. Γιατί φοβάται, όμως, να τον κοιτάξει; Τόσες αγάπες, τόσοι έρωτες. Δένεται εύκολα. Ίσως φοβάται να δεθεί.
Έχει ανάγκη από ένα τσιγάρο. Να νιώσει την νικοτίνη μέσα της. Μέσα στη θολούρα του μυαλού της. Να μην σκέφτεται καθαρά, να χαθεί στις σκέψεις της, να γευτεί λίγο από την πλάνη της.
Ανάβει τσιγάρο. Η πρώτη ρουφηξιά την ζαλίζει. Μα έχει ανάγκη αυτή τη ζάλη. Φέρνει στο μυαλό της την προηγούμενη νύχτα. Ξεφυσάει τον καπνό. Κλείνει τα μάτια της, νιώθει τα χείλη του να χαιδεύουν τον λαιμό της. Ανατριχιάζει και μόνο στη σκέψη.
Ανοίγει απότομα τα μάτια της. Του ρίχνει μια ματιά, τον κοιτάει που κοιμάται. Φαίνεται τόσο γαλήνιος. Ένα διακριτικό χαμόγελο αχνοφαίνεται στα χείλη της. Απλώνει το χέρι της να χαιδέψει το πρόσωπό του. ‘‘Τι κάνεις;’’ σκέφτεται και τραβιέται πίσω απότομα, σχεδόν τρομαγμένα.
Δεν μπορεί. Δεν έχει μέλλον. Ό,τι έγινε την προηγούμενη νύχτα πρέπει αμέσως να ξεχαστεί. Να φύγει. Λες και δεν έγινε ποτέ. Συγχυσμένη, φοβισμένη να αντιμετωπίσει τα συναισθήματά της αποτελειώνει το τσιγάρο της.
Εκείνος ανοιγοκλείνει τα μάτια του. Γυρνάει προς το μέρος της, την κοιτάει. Της χαμογελά, αναστενάζει. Ξανακλείνει τα μάτια του, τεντώνεται. Απλώνει τα χέρια του, της κάνει νόημα να χωθεί στην αγκαλιά του.
Τον κοιτάει απορημένη. Της χαμογελά. Τα χέρια του παραμένουν ανοιχτά, την καλούν. Ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλό της. Ανέκφραστο το πρόσωπο κρύβει τις τρικυμίες της ψυχής. Μονάχα ένα κύμα ξεφεύγει και κυλάει σαν δάκρυ στο πυρωμένο μάγουλο.
Αυτός ανασηκώνεται, την τραβά κοντά του, χώνεται στην αγκαλιά του. Της χαιδεύει τα μαλλιά. Φιλά το δάκρυ, σταματά την τρικυμία. Ξεφυσά. Την κοιτάει στα μάτια. Την φιλά παθιασμένα, τόσο δυνατά που νιώθει το δέρμα της να ξεκολλά από την ανατριχίλα.
Ξαπλώνουν. Συνεχίζουν από ’κει που έμειναν το προηγούμενο βράδυ...
Κρυφές ματιές...
Αλλάζουν οι άνθρωποι, αλλάζουν κι οι καταστάσεις. Τα μάτια, όμως, δεν αλλάζουν τον τρόπο που κοιτάνε. Λένε πως στα μάτια καθρεφτίζεται η ψυχή μας, πως τα μάτια είναι η αντανάκλαση των συναισθημάτων μας. Εκεί θα δεις να ξεχειλίζει η χαρά, η ευτυχία. Εκεί θα βρεις κρυμμένα στο βάθος τον πόνο, την μοναξιά. Αν ισχύει αυτό που λένε, πες μου γιατί κάθε φορά που σε κοιτάω βλέπω το ίδιο κι απαράλλαχτο συναίσθημα: ντροπή ανεμειγμένη με νοσταλγία, πόνο, θυμό και μία δόση εγωισμό. Η τέλεια συνταγή για την καταστροφή. Της ψυχής σου και συνάμα της δικιάς μου.
Έτσι, λοιπόν, θυμάμαι την τελευταία ματιά που μου έριξες πριν μερικούς μήνες. Συναισθήματα πρωτόγνωρα, μισή ντροπή μισή λύπη να ξεχειλίζει απ'τα μάτια, απ'τις καρδιές μας. Μαύρες ψυχές δίχως καταφύγιο, δίχως μια στέγη να ξαποστάσουν από την κάφτρα της λησμονιάς. Κι αν ο χρόνος που ζήσαμε μαζί ήταν το πιο όμορφο παραμύθι, πες μου γιατί κατέληξε εφιάλτης...Τώρα πια τι απέμεινε; Ένα μοναχικό καλοκαίρι. Φίλοι, παρέες, ξενύχτια είναι η ρουτίνα. Ό,τι δεν γεμίζει το δικό σου κενό, δεν είναι ευπρόσδεκτο στην καθημερινότητά μου. Κοιτάω τα καταγάλανα κρυστάλλινα κύμματα που σκάνε στην άμμο. Να ξεδιψάσει κι αυτή απ'τον καυτό ήλιο που την χτυπάει αλύπητα...
Ένα κύμα σκάει, μια σελίδα γυρίζει, ένα τσιγάρο σβήνει, μια γουλιά κατεβαίνει. Η γη εξακολουθεί να γυρίζει, παρόλο που για μένα η ζωή έχει σταματήσει εδώ και καιρό. Ο ήλιος από την άλλη πλευρά, φωτίζει άλλους κόσμους και εμάς μας αφήνει εκεί, στο όνειρο, στις κρυφές μας συναντήσεις, τις απαγορευμένες, τις λάθος... Αυτές που έμειναν. Για κοίταξε λίγο τον κόσμο ανάποδα, κάτι περίεργα πράγματα στην άμμο. Όνειρα τα λένε, νεκρά. Χαραγμένα τα ονόματά μας, σβησμένα κι αυτά απ'τα κύμματα. Κακό σημάδι... Αλλά ο ορίζοντας μου χαμογελά. Προσμένει κι αυτός να τον ατενίσω με το παλιό, γνώριμο εφηβικό μάτι. Τότε που η ξεγνοιασιά ήταν το μόνο μου συναίσθημα. Μα δεν το κάνω. Ίσως γιατί θέλω να κοιτάξω πάλι εσένα. Με τις γνώριμες, παλιές ματιές. Ξέρεις, τις κρυφές...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)















































































