Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα William Shakespeare. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα William Shakespeare. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Ρωμαίος και Ιουλιέτα (**απόσπασμα)


ΡΩΜ. Κυρά μου, μα το ευλογημένο αυτό φεγγάρι  
που ασημοβάφει τις κορφές των δέντρων 

ΙΟΥΛ. Όχι , μην παίρνεις όρκο στο φεγγάρι, το άστατο,
που με τον μήνα αλλάζει κάνοντας το γύρο του,
μήπως κι η αγάπη σου αλλάξει σαν κι αυτό.


ΡΩΜ. Σε τι να σου ορκιστώ;


ΙΟΥΛ. Μην ορκιστείς καθόλου· ή, αν θέλεις,
ορκίσου στον χαριτωμένον εαυτό σου,
που ’ν’ της λατρείας μου ο θεός, να σε πιστέψω.


ΡΩΜ. Αν η καρδιά μου, αγάπη μου–


ΙΟΥΛ. Άσε, μην ορκιστείς. Μ’ όλη μου τη χαρά για σένα,
δε χαίρομαι τη συμφωνία μας τούτη απόψε:
πολύ ’ρθε ορμητικά, πολύ αναπάντεχα, πολύ άξαφνα·
πολύ σαν αστραπή, που χάνεται προτού
να ειπείς αστράφτει. Καληνύχτα, αγάπη μου!
Μπορεί τούτ’ το μπουμπούκι της αγάπης μας
να ’ναι όμορφος ανθός όταν ξανανταμώσουμε.
Καλή σου νύχτα, καληνύχτα! Κι η γλυκιά γαλήνη
που νιώθω στην καρδιά μου και δικιά σου ας γίνει!


ΡΩΜ. Ω! θέλεις να μ’ αφήσεις έτσι απαρηγόρητον;


ΙΟΥΛ. Σαν τι παρηγοριά θέλεις ετούτ’ τη νύχτα;


ΡΩΜ. Σού ’δωσα την πίστη μου αγάπη, δώσ’ μου τη δικιά σου.


ΙΟΥΛ. Εγώ σ’ την έδωσα προτού μου την ζητήσεις·
και πάλι θα ‘θελα να ’ταν δικό μου χτήμα.


ΡΩΜ. Να μου την πάρεις θέλεις; Και γιατί καλή μου;


ΙΟΥΛ. Για να φανώ απλοχέρα να σ’ την ξαναδώσω.
Μα κάνω ευκή για κάτι που έχω δα: η απλοχεριά μου
έχει της θάλασσας την άπλα, και η αγάπη μου
το βάθος της· όσο περσότερη σου δίνω,
τόσο περσότερη έχω, τι άπειρα είναι και τα δυό.


(Φωνή της παραμάνας από μέσα.)


Κάποιον ακούω μέσα· χαίρε, αγάπη μου ακριβή!
–Αμέσως παραμάνα μου!– Γλυκέ Μοντέγο,
να ’σαι πιστός. Περίμενε λιγάκι, θα ξανάρθω. (Βγαίνει.)


ΡΩΜ. Ευλογημένη, ευλογημένη νύχτα! Πώς φοβάμαι,
μην, όντας νύχτα, όλ’ αυτά είναι μόνον όνειρο
πάρα πολύ γλυκό για να ’ναι αλήθεια.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Ρωμαίος και Ιουλιέτα (απόσπασμα)



Ρωμαίος και Ιουλιέτα (απόσπασμα)


Ο κήπος του Καπουλέτου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Χίλιαις φοραίς, γλυκέ μου, καλήν νύκτα!

   (Αποσύρεται).

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Χίλιαις φοραίς νύκτα κακή αφού δεν την φωτίζεις.
   Ο Έρως προς τον Έρωτα λαχταριστός βαδίζει
   καθώς το μαθητόπουλον π' αφίνει το βιβλίον
   και όταν έλθη χωρισμός, 'σαν το παιδί γυρίζει
   όταν με μάτια χαμηλά πηγαίνει 'ς το σχολείον.

   (Αποσύρεται βραδέως).

   (Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ έρχεται εκ νέου εις το παράθυρον).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ρωμαίε! Πσιτ! — Ω! την φωνήν του ιερακάρη ας είχα,
   το εύμορφον ιεράκι μου οπίσω να το κράξω.
   Αχ! η σκλαβιά είναι βραχνή και δεν τολμά να κράξη.
   Αλλέως μέσα στην σπηλιάν όπου γλυκοκοιμάται
   θα την ξυπνούσα την Ηχώ, να κάμω να βραχνιάση
   κ' εκείνης η αέρινη η γλώσσα, τον Ρωμαίον
   με αντιλάλημα πυκνόν να κράζη μέσ' το σκότος.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Είν' η ψυχή μου που λαλεί και τ' όνομά μου κράζει.
   Ω! τι γλυκά που αντηχεί ο ασημένιος ήχος
   μιας φωνής ερωτικής στα σκοτεινά, την νύκτα,
   'σαν μουσική αρμονική στ' αυτιά προσηλωμένα.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Ρωμαίε μου!

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Αγάπη μου!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Τι ώραν να σου στείλω
   το μήνυμά μου αύριον;

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Κοντά εις τας εννέα.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Πολύ καλά· μου φαίνεται ως τότε δέκα χρόνια.
   Εξέχασα τι σ' ήθελα και σ' έκραξα οπίσω.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Εδώ να μένω άφησε ως που στον νουν να σ' έλθη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Θα το ξεχνώ, να σε κρατώ εδώ να περιμένης,
   και θα θυμούμαι μοναχά πως θέλω να σε βλέπω.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Κ' εγώ εδώ θα καρτερώ, και να ξεχνάς θα θέλω,
   και κάθε τι θα λησμονώ εκτός ότι σε βλέπω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Κοντεύει το ξημέρωμα. Το ήθελα να φύγης,
   αλλ' όχι πλέον μακρυά απ' το μικρόν πουλάκι,
   π' αφίνει απ' το χέρι της μια νέα να μακραίνη,
   με μιαν κλωστήν μεταξωτήν 'σαν αλυσοδεμένον,
   και 'πίσω πάλιν πηδηκτόν το σέρνει στην ποδιάν της·
   τόσον το θέλει στην σκλαβιάν απ’ την πολλήν αγάπην.

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ας ήμουν το πουλάκι σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
   Μακάρι, ω γλυκέ μου·
   αλλά θα σ' εθανάτονα απ' το πολύ το χάδι.
   Καλήν σου νύκτα- πήγαινε, Ρωμαίε. Καλήν νύκτα.
   Τόσον μου φαίνεται γλυκειά του χωρισμού η πίκρα,
   που έως αύριον 'μπορώ να λέγω καλήν νύκτα.

   (Αποσύρεται).

ΡΩΜΑΙΟΣ
   Ο ύπνος στα ματάκια σου, στο στήθος σου γαλήνη!
   Ας ήμουν η γαλήνη σου, ο ύπνος σου ας ήμουν,
   τόσον γλυκά ν' αναπαυθώ. — Εις το κελλί πηγαίνω
   αμέσως, τον πνευματικόν πατέρα μου να εύρω,
   την ευτυχίαν μου να 'πώ κ' ευχήν να του ζητήσω.

   (Αναχωρεί).