"Ίσως, όταν ξαναϊδωθούμε να μην ξέρει πια καθόλου ο ένας τον άλλον, έτσι που επιτέλους, να μπορέσουμε να γνωριστούμε..." ~Τάσος Λειβαδίτης
Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013
Τρίτη 27 Αυγούστου 2013
Το παραμύθι ενός ραγισμένου έρωτα ~Μενέλαος Λουντέμης
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.
«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»
Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:
«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013
Σκέψεις θερινής νυκτός
Μα δεν γινόταν διαφορετικά, καρδιά μου
Σαν δυο ευθείες γραμμές, δίχως τέλος, δίχως αρχή, οι ζωές μας
Δε σου ’μαθε κανείς πως δυο ευθείες παράλληλες δε διασταυρώνονται;
Δεν γινόταν διαφορετικά
Κι ύστερα άκουγα λόγια, λόγια, κι άλλα λόγια
Υποσχέσεις βουβές να χάνονται στην αύρα του μεσημεριού
Υποσχέσεις γραπτές να μπερδεύονται σαν δυο κουκκίδες στο χάρτη
Μα, λες, φοβήθηκες, σκοτίστηκες
Κι έτσι αρνήθηκες, κρύφτηκες, εξαφανίστηκες
Πώς αλλιώς;
Η αγάπη δεν είναι δεδομένη, ψυχή μου
Αν δεν το προσπαθήσεις, κάπου την χάνεις
Με πιάνεις;
‘‘Αγάπησα, αγάπησα, αγάπησα’’
Κραυγάζεις συνεχώς και σηκώνεις λάβαρα για αποδείξεις
Δε σου ’μαθε κανείς πως η αγάπη δεν είναι λάβαρα;
Δε σου ’μαθε κανείς πως η αγάπη όταν γίνεται κραυγή, τρομάζει;
Και δειλιάζει
Και φεύγει
(ποίημα από την προσωπική μου συλλογή)
Σάββατο 24 Αυγούστου 2013
Αποφθέγματα μεγάλων ποιητών
Και σήμερα δεν είσαι εδώ.
Και σήμερα χωρίς το άλλο μισό του κόσμου η μέρα κύλισε.
~Οδυσσέας Ελύτης~
Παντού την είδα.
Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο κενό.
Ν’ ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου.
Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα.
Είναι χλωμή κι ωραία.
Μα αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου.
Σαν να γίνεται κάτι άλλου - που μόνο αυτή τ’ ακούει, και τρομάζει.
Κρατάει το χέρι σου σφιχτά,δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί.
Δεν την έπιασα ποτέ και δεν της πήρα τίποτα.
~Οδυσσέας Ελύτης~
Τότε χτύπησαν την πόρτα.
Εγώ,αφελής όπως πάντα, πήγα κι άνοιξα.
Κι έτσι μια καινούρια θλίψη μπήκε στον κόσμο.
~Τάσος Λειβαδίτης~
Είπα θα φύγω.
Τώρα.
Με ό,τι να 'ναι.
Θα πάω να βρω ποιος είμαι.
Τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο.
~Οδυσσέας Ελύτης~
Φύσα Νοτιά μου κι άδικα λυπήθηκα.
Σ' άλλους καιρούς μπορεί και ν' αγαπήθηκα.
~Οδυσσέας Ελύτης~
Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια
καρδιά. Θυμάσαι;
~Τάσος Λειβαδίτης~
Τι βιαστικός.
Λες και χωρίς πανσέληνο αύριο δε θα 'βλεπες να εκλείψω.
~Κική Δημουλά~
Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας.
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει.
Αν στην προβλήτα μάς περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε.
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι.
Τι απερισκεψία κι αυτή! Πάντα τους ληστές τούς περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε τις καταιγίδες.
Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση.
Πόσος χαμένος χρόνος, αλήθεια!
Aν… Αν…
Αν ήταν όλα αλλιώς! Μα τότε, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;
~Αλκυόνη Παπαδάκη~
Μέσα στον ύπνο μας κοιμούνται τα πιο ωραία ταξίδια.
Κι εγώ δεν έχω αλλο όπλο απ' το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες
και να τις πιστεύω.
~Tάσος Λειβαδίτης~
Κι ἂν σκέφτομαι, εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
~Μανώλης Αναγνωστάκης~
Είμαι λίγο θυμωμένη όπως αντιλαμβάνεσαι.
Μ' εμένα.
Διότι θα έπρεπε να έχω ωριμάσει.
Να μην απορώ με τίποτα.
~Κική Δημουλά~
Κάποτε πρέπει να αλλάξω , αρκεί να ορίσω αυτό το κάποτε.
~Τάσος Λειβαδίτης~
Πέρασαν μήνες.
Κι είναι στιγμές που ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπο της.
Πασχίζω να θυμηθώ.
Τίποτα.
Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά μου είναι κάτι περισσότερο κι απ'την ανάμνηση της.
Που είναι αυτή ολόκληρη μέσα μου.
~Τάσος Λειβαδίτης~
Με πόνεσες μέχρι θανάτου και σ΄ευχαριστώ.
Για να πoνέσω τόσο φρικτά, φαντάσου πόσα μου χάρισες.
~Μάρω Βαμβουνάκη~
Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
Κι ούτε που θα σε ξαναδώ.
~Κατερίνα Γώγου~
Τι να θυμηθώ.
Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
~Οδυσσέας Ελύτης~
Αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους.
Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα,γιατί δεν μαθαίνονται όλα..
Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν.
Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
~Οδυσσέας Ελύτης~
Όλα δείχναν πως είχε τελειώσει η αγάπη μας.
Κι όμως δε θέλαμε να το πιστέψουμε.
~Τάσος Λειβαδίτης~
Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς.
Μα δε σκοτώνω άστρα.
~Κική Δημουλά~
Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος.
Μπορεί όμως τα πιο ωραία μας ταξίδια δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη.
Σε περιμένω.
Έλα.
Θα μετρήσω ως το δέκα.
~Χρήστος Μπουλώτης~
Σ' αγαπώ και τούτο έχει νόημα.
~Γιώργος Σεφέρης~
Μ' ακούς;
Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου.
Μην ξεχαστείς.
Τ' ακούς;
Να 'ρθείς.
~Νικηφόρος Βρεττάκος~
Μ΄ έβαλαν να ορκιστώ με το χέρι στην καρδιά.
Ορκίσου μου είπαν.
Και ορκίστηκα.
Είχα για τόσα πολλά να ορκιστώ.
Ορκίσου σ΄ όλα μου είπαν.
Είπα κι έσκυψα,ορκίζομαι σ΄ όλα.
Και γονάτισα.
~Μενέλαος Λουντέμης~
Αφού έζησα όλο το μαρτύριο της ελπίδας.
Έφτασα στο πιο απάνθρωπο έγκλημα.
Να πιστέψω στους ανθρώπους.
~Τάσος Λειβαδίτης~
Θέλω να ξέρεις μόνο πως είμαι εδώ.
Ότι και να γίνει.
Όπως και να είσαι.
Ότι κι αν συμβεί. Ωραία;
Προς το παρόν, αγάπα με.
Το έχω ανάγκη.
~Αλκυόνη Παπαδάκη~
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει- ακούς;
ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει- ακούς;
Είμ' εγώ πού φωνάζω κι είμ' εγώ πού κλαίω, μ' ακούς;
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς;
~Οδυσσέας Ελύτης~
Σχεδόν τίποτα. Σχεδόν καλά. Σχεδόν μαζί. Σχεδόν οριστικά. Σχεδόν ανέπαφα.
Σχεδόν επιφανειακά. Σχεδόν μηχανικά. Σχεδόν αθώος. Σχεδόν μετανιωμένος.
Σχεδόν αποφασισμένος. Σχεδόν ηλίθιος.
Σ’ αυτή τη λέξη, την πονηρή, ναυάγησε ολόκληρη η ζωή σου!
Τι κρίμα! Κι ήταν, σχεδόν, δυο βήματα η στεριά!~Αλκυόνη Παπαδάκη~
Θυμάσαι ένα χειμωνιάτικο πρωινό, που ήρθα και σε ξύπνησα χωρίς να με περιμένεις;
Σε πήρα από το χέρι και περπατήσαμε στους δρόμους, μέσα στο κρύο και στη βροχή.
Δεν κάναμε τίποτα σπουδαίο. Δεν λύσαμε κανένα πρόβλημα του κόσμου.
Κρατιόμαστε χέρι-χέρι, λέγαμε ό,τι μας ερχόταν στο κεφάλι και γελούσαμε.
Δε σου είπα πόσο είχα ανάγκη εκείνη την ημέρα να σε δω.
Πως δεν άντεχα να κουβαλήσω ως το βράδυ την ψυχή μου.
Δε σου είπα πόσο μου είχες λείψει.Πως δεν άντεχα να κουβαλήσω ως το βράδυ την ψυχή μου.
~Αλκυόνη Παπαδάκη~
Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013
Μια βρεγμένη συγχορδία.
Κι ύστερα συννέφιασε ο ουρανός.
Και συννεφιασμένος σαν ήταν,
άφησε τον καημό να στάξει.
Και γεννήθηκαν οι μπόρες
και πότισαν τα ξερά αυλάκια
της καρδιάς που φάνταζαν απολιθωμένα
Μόνο ένα ξερό φυλλαράκι έμεινε να επιπλέει
Και δώσ’του οι καταιγίδες, δώσ’του οι μπόρες
να χτυπούν ανελέητα το φυλλαράκι
Μα αυτό πεισμώνει κι αντιστέκεται
Κι όσο κι αν πασκίζουν τα δάκρυα να το διώξουν
αυτό παραμένει στο αυλάκι και κάνει το κουμάντο του
Και τότε ο ήλιος εξαφανίζεται
Εκεί που λες θα ξεπροβάλει απ’τα σύννεφα
κι αγέρωχος, σαν πρώτα, θα εξορίσει τις μπόρες
στο πίσω μέρος του μυαλού,
αυτός εξαφανίζεται.
Κι η θύμηση μεγαλώνει, δυναμώνει
και σαν πιότερα, ο πόνος χτυπά αλύπητα.
Μονάχα η καρδιά έχει απομείνει αβοηθήθητη
να βολοδέρνει στις μπόρες σαν ακυβέρνητο
καράβι που το χτυπούν τα κύμματα.
(ποίημα από την προσωπική μου συλλογή)
Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013
Σχήμα της απουσίας
Αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή ‘‘Υδρία’’ του Γιάννη Ρίτσου, αφιερωμένη στη Φωτεινούλα Φιλιακού, αγαπημένη βαφτιστικιά του ποιητή, που ‘‘έφυγε’’ στα δυο της χρόνια.
- I -
Ό,τι έφυγε, ριζώνει εδώ, στην ίδια θέση, λυπημένο, αμίλητο
όπως ένα μεγάλο βάζο του σπιτιού, που πουλήθηκε κάποτε σε δύσκολες ώρες,
και στη γωνία της κάμαρας, εκεί που στέκονταν το βάζο,
απομένει το κενό πυκνωμένο στο ίδιο σχήμα του βάζου, αμετάθετο,
ν' αστράφτει διάφανο στην αντηλιά, όταν ανοίγουν πότε πότε τα παράθυρα,
και μέσα στο ίδιο βάζο, που 'χει αλλάξει την ουσία του
με ίδια κι ισόποσην ουσία απ' το κρύσταλλο τού άδειου,
μένει και πάλι το ίδιο εκείνο κούφωμα, λίγο πιο οδυνηρά ηχητικό μονάχα.
Πίσω απ' το βάζο διακρίνεται το χρώμα του τοίχου
πιο σκοτεινό, πιο βαθύ, πιο ονειροπόλο,
σα να 'μεινε η σκιά του βάζου σχεδιασμένη σε μια σαρκοφάγο -
Και, κάποτε, τη νύχτα, σε μιαν ώρα σιωπηλή,
ή και τη μέρα, ανάμεσα στις ομιλίες,
ακούς βαθιά σου κάποιον ήχο οξύ, πικρό και πολυκύμαντο
σάμπως ένα αόρατο δάχτυλο να έκρουσε
κείνο το απόν, ευαίσθητο, κρυστάλλινο δοχείο.
- II -
Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ' τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί -
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ' τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ' την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκιες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.
- III -
Κάποτε, μες στο βράδυ της άνοιξης, ένα παιδί σηκώνεται και φεύγει ανεξήγητα
χωρίς κανείς να το μαλώσει' σηκώνεται αργά, απροειδοποίητα,
εκεί που καθόταν ήσυχα στο χώμα
κι η θέση του στο χώμα μένει ζεστή
και το σχήμα της στάσης του αχνίζει ακόμη στο δροσερόν αέρα
σχηματίζοντας ένα άλλο παιδί από υπόλευκη ζέστα. Τότε ολόγυρα
μαζεύονται, σα γύρω από μιαν άσπρη φωτιά, τα μικρά πρόβατα
να ζεσταθούνε' και λίγο πιο πέρα
ένα ψηλό, ολομόναχο, άσπρο άλογο
φέγγοντας όλο κάτω απ΄ την αστροφεγγιά
κλαίει με μεγάλα, κατάφωτα δάκρυα, κρατώντας ολόρθο το κεφάλι του.
- V -
Τα βράδια του καλοκαιριού, την ώρα που κλείνουν τα δημόσια πάρκα
και τα μικρά κορίτσια με τις παραμάνες τους γυρίζουν στα σπίτια τους
και τα μικρά κορίτσια με τις παραμάνες τους γυρίζουν στα σπίτια τους
κι άλλα μικρότερα μες στα καρότσια τους, κοιμισμένα κιόλας,
πίσω τους έρχονται σε μια βουβή, αόρατη ακολουθία, τα πεθαμένα κορίτσια,
ωχρά, με μαραμένα μαλλιά, κρατώντας στα δεμένα χέρια τους
τις ξερές ανθοδέσμες τους, σα μικρά ποιήματα
που δεν πρόφτασαν να τα μάθουν απ' έξω.
Στέκουν από μακριά και κοιτάζουν τις κορδέλες και τα παιχνίδια κρεμασμένα στα περίπτερα,
τη φωτισμένη, ταπεινή βιτρίνα του γειτονικού ψιλικατζίδικου
αφήνοντας σε κάθε βήμα τους ένα χώρο εσωτερικό που τον γεμίζει αμέσως
μια σκιά μενεξεδένια και ρόδινη. Φτάνουν ως έξω απ' το σπίτι τους,
κοιτούν το κλεισμένο παιδικό τους παράθυρο,
υψώνουν μια στιγμή το χέρι, μα δε χτυπούν τη γρίλια. Από μέσα
ακούνε οι γονείς το χτύπημα' αφήνουν την πετσέτα να πέσει στο τραπέζι
σα να πέφτει ένα μεγάλο ξερό φύλλο πάνω στο χρόνο. Ανοίγουν την πόρτα.
Δεν είναι τίποτα. Βλέπουν μονάχα
τα μαραμένα αστέρια, τον άδειο ουρανό, τον άδειο κόσμο
και ξανακλείνουν την πόρτα σα να μπαίνουν μέσα τα παιδιά τους.
- IX -
Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της,
χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει
σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο λίγο
το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,
χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της -
ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε.
Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη
γιατί, για ό,τι γίνεται 'κείνο που λείπει,
φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.
- XI -
Ένα μικρό κορίτσι, ανύποπτα, νυχτώθηκε άξαφνα μέσα στη λύπη.
Τι 'ταν λοιπόν η ζωή; Κι αυτός ο πόνος; Κι η κραυγή τούτη;
Ήταν δικά του αυτά; Και περίμεναν πίσω απ΄ το γέλιο του
πανέτοιμα κι επίβουλα; Κι αυτά τ' αγαπημένα πρόσωπα
που έσκυβαν πάνω του, μακρινά κιόλας; Άνοιξε ήσυχα, λοιπόν,
την πόρτα ενός άστρου, μπήκε μέσα προφυλακτικά να μην ακούσουμε,
μα όλες τις νύχτες 'κείνη η πόρτα ανοιχτή
χτυπάει απ' τον αγέρα του μικρού λυγμού του. Κι ούτε μπόρεσε να σηκωθεί πια να την κλείσει.
Ούτε μπορούμε (είναι μακριά) να την κλείσουμε.
- XII -
Αυτή η κάμαρα έχει γίνει ένα βαθύ πηγάδι.
Η λάμπα είναι ένα αστέρι καρφωμένο στο νερό.
Το παιδικό κρεββάτι στη θέση του, και πότε πότε
αστράφτουν με ημικυκλικές ανταύγειες τα σεντόνια
καθώς, πάνω ψηλά, στην επιφάνεια του νερού
πέφτουν σαν άχυρα οι ώρες αβαρείς και αργοπόρες
χαράζοντας το νερό με αδιόρατους κύκλους. Εδώ μέσα
κανείς δεν μιλάει, κι αν μιλούσε δεν θα ακούγονταν. Κι αν ένα ποτήρι
γείρει και πέσει, πέφτει αθόρυβα μες στην παλάμη της σιωπής. Δε
σπάει.
Μόνο η αρχαία κραυγή του χωρισμού διαλυμένη στο νερό
κάνει πιο σκοτεινό και βαθύ το πηγάδι.
- XXXII -
Δε μας γνωρίζει τίποτα. Μα εσύ επιμένεις αόρατη
να μας γνωρίσεις πάλι με τη ζωή - να συμμαχήσουμε. Αν είναι
το βλέμμα σου μέσα στο βλέμμα μας, δε θ' αρνηθούμε
να δούμε, να μιλήσουμε, να κινηθούμε. Αυτός ο νέος
ίσως μια μέρα και να σ' αγαπούσε. Ετούτα τα κορίτσια
ίσως και θα ΄ταν φιλενάδες σου. Σε τούτο το σχολείο
θα πήγαινες μεθαύριο. Κι έτσι μέσα στη νύχτα
που φεύγουμε ξένοι, μπρος σε δυο σειρές ακατοίκητα σπίτια,
κάτω από γλόμπους χωρίς αχτίνες σαν κλεισμένα χέρια,
μια γλάστρα ποτισμένη που στάζει απ' το παλιό μπαλκόνι
εμπιστεύεται πάλι τον ήχο της σ' εμάς' μια πόρτα
μισανοιγμένη, ξαγρυπνάει για ΄μας κι αυτός ο ξύλινος πάγκος
παρατημένος καταμεσής στην ερημιά, εμάς περίμενε να καθίσουμε, ξέροντας
πως κάπου εκεί, σ' ένα μοναχικό παράθυρο, κρεμασμένο
ψηλά στη νύχτα, εσύ, πίσω απ' το δαντελένιο κουρτινάκι,
περιμένεις να σου χαμογελάσουμε.
Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013
Ψίθυροι καρδιάς...
Στίχοι:
Καράβι το φεγγάρι στο σώμα κύλησε,
για άνομα πελάγη κρυφά μας μίλησε.
Με μάτια αναμμένα, με λόγια ανήμερα
κατάργησα για σένα σταθμούς και σύνορα.
Τι πρέπει, τι δεν πρέπει, στιγμή δεν σκέφτηκα,
εγώ μέχρι θανάτου σε ερωτεύτηκα.
Σε σένανε με πάνε όλα τα βήματα,
κι ας είναι να περάσω σαράντα κύματα.
Καράβι το φεγγάρι μες στο κρεβάτι μας,
τα χάδια μας λυτρώνει και την αγάπη μας.
Σε χάρτες και σε πόλεις με ψίθυρους καρδιάς
θα καίγονται όσα, φως μου, δεν ήτανε για μας.
Τι πρέπει, τι δεν πρέπει, στιγμή δεν σκέφτηκα,
εγώ μέχρι θανάτου σε ερωτεύτηκα.
Σε σένανε με πάνε όλα τα βήματα,
κι ας είναι να περάσω σαράντα κύματα.
για άνομα πελάγη κρυφά μας μίλησε.
Με μάτια αναμμένα, με λόγια ανήμερα
κατάργησα για σένα σταθμούς και σύνορα.
Τι πρέπει, τι δεν πρέπει, στιγμή δεν σκέφτηκα,
εγώ μέχρι θανάτου σε ερωτεύτηκα.
Σε σένανε με πάνε όλα τα βήματα,
κι ας είναι να περάσω σαράντα κύματα.
Καράβι το φεγγάρι μες στο κρεβάτι μας,
τα χάδια μας λυτρώνει και την αγάπη μας.
Σε χάρτες και σε πόλεις με ψίθυρους καρδιάς
θα καίγονται όσα, φως μου, δεν ήτανε για μας.
Τι πρέπει, τι δεν πρέπει, στιγμή δεν σκέφτηκα,
εγώ μέχρι θανάτου σε ερωτεύτηκα.
Σε σένανε με πάνε όλα τα βήματα,
κι ας είναι να περάσω σαράντα κύματα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

























