Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Σενάρια και λόγια χιλιοειπωμένα...





Δεν βαρέθηκες να μοιρολογείς; Πάει αυτός ο έρωτας, έφυγε! Δεν άντεξε το ασήκωτο βάρος των προσδοκιών σου και την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια. Γιατί αυτή η ατέρμονη θλίψη; Γιατί, εαυτέ μου, χειμώνιασε η καρδούλα σου από τώρα; Νωρίς είναι ακόμη, Οκτώβριο έχουμε! Κάνε υπομονή και μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς ρε μορτάκι. Σάμπως αυτουνού θα του λείψεις νομίζεις; Ούτε την απουσία σου δεν πήρε χαμπάρι βρε κουτό! Θα ‘πρεπε να έχεις συνηθίσει μέχρι τώρα, παρ’ όλα αυτά μοιρολογείς και θρηνείς κάθε φορά σαν να ‘ναι η πρώτη! Σαν να μην το ‘χεις ξαναζήσει το έργο! Θυμίζεις κάτι ταινίες κακογραμμένες με σενάριο τετριμμένο, χιλιοειπωμένο και ρηχές ερμηνείες από δευτεροκλασάτους πρωταγωνιστές. 

Η διαπίστωση είναι αυτή που σε πονά περισσότερο, το ξέρω! Η διαπίστωση ότι δεν αγαπήθηκες καθόλου. Ή δεν αγαπήθηκες αρκετά ώστε να μείνει δίπλα σου και να παλέψει για το κοινό σας μέλλον. Χα! Κοινό μέλλον; Μωρ’ τι μας λες! Εδώ δεν είχατε κοινό παρόν, το κοινό μέλλον σε μάρανε! Έτσι είναι οι άνθρωποι κουκλάκι μου, έτσι λειτουργούν. Φεύγουν νωρίτερα μην τυχόν και νιώσουν! Μεγάλη κατάρα να νιώθεις, θέλει κότσια και τσαγανό. Γι’ αυτό οι άνθρωποι προτιμούν το επιφανειακό, το πρόσκαιρο, το απλό, το εύκολο! Σου λέει, πού να τρέχω τώρα να διεκδικώ; Κάτσε στα αυγουλάκια σου, μπορείς να έχεις το “χρησιμοποιημένο” που δεν χρειάζεται να κοπιάσεις για να το αποκτήσεις.

Σε οικτίρω! Ναι, εσένα,  όχι εκείνον. Εκείνον τον θαυμάζω! Βεβαίως, σωστά άκουσες! Τον θαυμάζω γιατί χρειάζονται μεγάλα αποθέματα αναισθησίας και εγωισμού ώστε να μην καταφέρει να νιώσει τίποτα μετά από έναν χρόνο και κάτι μήνες. Ψιλά γράμματα μωρέ!  Εσύ, όμως, που ένιωσες είσαι για λύπηση γιατί όσο αλτρουιστής κι αν είναι κάποιος, η αγάπη πρέπει να ‘ναι αμφίδρομη. Στην αγάπη υποτάσσεσαι δεδομένου ότι υποτάσσεις. Εσύ απλά αρκέστηκες στο να υποταχθείς.

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Χάρις Αλεξίου ~ Καίω εσένα....


Στίχοι:

Απόψε καίω τις παλιές φωτογραφίες
Αυτό τον τρόπο έχω για να ζεσταθώ
Καίω την εκδρομή την πρώτη μας στη Σαντορίνη
Καίω και το φιλί εκείνο στο Λυκαβηττό
Κι αυτή τη θάλασσα που πιάναμε στα χέρια
Κι αυτό τον ήλιο που ανάβαμε τα καλοκαίρια

Καίω εσένα, καίω εμένα
Καίω τα όνειρά μου τα σταματημένα
Καίω εσένα, καίω εμένα
Καίω μαζί κι όλα τα σώματα τα ερωτευμένα

Αυτή η φλόγα να λυγάει το κοίταγμά σου
Αυτή η φλόγα να ζαρώνει ό,τι αγαπώ
Κοίτα πώς γίνεται απόψε σκόνη η ομορφιά σου
Κοίτα πώς γίνεσαι μια στάχτη μες στον ουρανό
Καίω τον τρόπο που κοιτάζονταν τα σώματά μας
Καίω τον τρόπο που αγκαλιάζονταν τα βλέμματά μας

Καίω εσένα, καίω εμένα
Καίω τα όνειρά μου τα σταματημένα
Καίω εσένα, καίω εμένα
Καίω μαζί κι όλα τα σώματα τα ερωτευμένα


Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Η "απτική" αμυντικότητα της καρδιάς...





Ξυπνώ, πλένομαι, ντύνομαι και βγαίνω έξω. Άλλη μια μέρα περνά χωρίς εσένα. Χωρίς νόημα. Άλλη μια μέρα θα κυλήσει αβίαστα, μηχανικά. Σαν καλοκουρδισμένο ρομπότ θα βγω έξω, θα κάνω τις δουλειές μου, θα χαμογελάσω ίσως σε 'κανα γνωστό, θα προσπαθήσω να γελάσω με τα αστεία της παρέας... Τι κι αν περάσουν 10 λεπτά, τι κι αν περάσουν 10 ώρες... Καμία αίσθηση δεν μου κάνει. Πάνε μέρες τώρα που προσπαθώ να πνίξω την εικόνα σου σ' ένα μπουκάλι ουίσκυ. Που προσπαθώ να σβήσω την μορφή σου ξεφυσώντας τον καπνό απ' το τσιγάρο που όλο λέω πως θα 'ναι το τελευταίο και όλο ανάβω το επόμενο. "Είσαι καλά, θα γίνεις καλά", συνεχίζω να επαναλαμβάνω στον εαυτό μου. Ποιόν κοροϊδεύω! Η μορφή σου εξακολουθεί να με στοιχειώνει. Το γέλιο σου, το βλέμμα σου, τα μάτια σου... Τι κι αν επιζητώ το χάδι, το φιλί σε αγκαλιές ξένες... Κανένας δεν είναι εσύ.

Τί νομίζω πως κάνω; Αφού ό,τι αναπνέει, ό,τι περπατάει, ό,τι μιλάει, ό,τι υπάρχει σε τούτο τον τόπο θυμίζει εσένα. Ό,τι ζω είναι απλά μια παραλλαγή κάποιας στιγμής που ήσουν δίπλα μου... Μια φτηνή απομίμηση... Δεν καταλαβαίνω. Δεν με καταλαβαίνω. Γιατί δεν σε ψάχνω; Γιατί δεν παλεύω για να είσαι δίπλα μου; Τί είναι αυτό που με κρατάει αδρανή; Απλώς περιμένω. Αλήθεια, τί περιμένω; Εγώ δεν είμαι αυτή που έλεγε πως ό,τι δεν πάρεις μόνος σου κανείς δε θα στο δώσει;

Και τώρα απλά περιμένω κάτι να αλλάξει, κάτι να συμβεί. Κάτι που μ'ένα μαγικό τρόπο θα σε κάνει να γυρίσεις! Κι ας ξέρω πως αυτή την φορά είναι οριστικό, όλα έχουν τελειώσει μεταξύ μας. Εσύ μάλλον το πήρες απόφαση, κομμένα τα πισωγυρίσματα. Κι αυτό γιατί εγώ σε έδιωξα. Εγώ είμαι αυτή που δεν άντεξε την κοροϊδία, την πολυγαμικότητα σου, τη σαδιστική σου συμπεριφορά, το πήγαινε-έλα σου... Κι ας υποστηρίζεις το αντίθετο, κι ας μη θες να παραδεχτείς... Για κοίτα! Τόσα τα μειονεκτήματα σου, κι εγώ εξακολουθώ να ρίχνω το φταίξιμο στον εαυτό μου που φάνηκε σκληρή, αμετανόητη και σ' έδιωξε!

Πλέον δεν ζητώ συμβουλές. Από ποιόν να ζητήσω και γιατί; Λες και δεν ξέρω ότι είσαι η καταστροφή μου. Σαν την κάφτρα του τσιγάρου, έτσι κι εσύ με καις. Με τραβάς ολοένα και πιο βαθιά στα σκοτεινά σου μονοπάτια. Εκεί που το μυαλό παρανοεί και η "ξετσίπωτη" ανάγκη για ηδονή υποβόσκει. Είσαι κάτι ανεξήγητο, κάτι καρμικό, πόλος έλξης... Κι όμως, υπάρχει κάτι που με κρατάει μακριά σου. Με κρατάει μακριά απ' το να σου τηλεφωνήσω, απ' το να σου στείλω ένα ρημαδιασμένο μήνυμα, μακριά από κάθε επαφή μαζί σου... Αυτό, που κάθε φορά που ερχόμαστε κοντά, αποτραβιόμαστε ακόμα πιο βίαια ο ένας απ' τον άλλον. Με περισσότερο μίσος κάθε φορά. Είναι λες και όλα συνωμοτούν να με κρατούν μακριά σου αλλά ταυτόχρονα ολοένα έρχομαι και πιο κοντά σου.

Εσύ είσαι αυτό το κάτι... Και δεν ξέρω ούτε το γιατί, ούτε το πως έφτασε μέχρι εδώ αυτή η κατάσταση...Εγώ, που πάντα ήμουν ο προασπιστής της λογικής, που παραμέριζα τα συναισθήματά μου για να κάνω το "σωστό"... Πώς κατάφερα να μπλέξω μαζί σου; Γιατί άφησα τον εαυτό μου να σε ερωτευτεί; Κι ακόμη χειρότερα, να σε αγαπήσει! Προσπαθώ να καταλάβω τι είσαι, γιατί δείχνεις ό,τι δείχνεις. Λες και δεν ξέρω ότι πάντα κρύβεσαι, λες και δεν ξέρω τι αισθάνεσαι!

Και τελικά φεύγω... Φεύγω απ' αυτό που νιώθω. Πουτάνα λογική κατέστρεψες τους πιο μεγάλους έρωτες... Κάποτε, ένας πολύ καλός μου φίλος, μου είπε: "Έμαθες να φεύγεις από αυτό που νιώθεις γι' αυτό τις νύχτες βλέπεις εφιάλτες". Δεν είχε κι άδικο! Τώρα απλά ψάχνω να βρω την δύναμη να επιβιώσω μακριά σου... Κάπου θα έχει κρυφτεί...σίγουρα...

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Ίσως σε κάποια άλλη ζωή μπορέσω να ζήσω χωρίς εσένα...





Πάντα το ήξερα! 
Εσύ ποτέ δε θα παρακαλούσες, ποτέ δε θα κυνηγούσες και γενικά ποτέ και τίποτα για μένα. 
Δεν ξέρω αν πονάει πια αυτή η διαπίστωση μετά από τόσο καιρό. 

Τώρα καταλαβαίνω ότι εμείς οι δύο θα χωριζόμασταν, γιατί κανείς απ' τους δυο μας δεν έχει καταλάβει την αγάπη του άλλου. Πάντα αμφιβάλλω για την αγάπη σου κι ας το νιώθω ότι αυτή με κρατάει ζωντανή, κι ας βλέπω ότι όσα σκέφτομαι τα καταλαβαίνεις πριν τα πω...  

Όμως, και η δική μου αγάπη δε φαίνεται να σε πείθει αρκετά. Και βέβαια εγώ σκέφτομαι: "Μα πώς είναι δυνατόν; Εγώ τον αγαπάω πιο πολύ απ' τη ζωή μου! Πώς γίνεται να μην το βλέπει;" 

Και είναι κι αυτός ο εγωισμός που θα μας καταπιεί καμιά ώρα. Κι ενώ θέλω τόσο πολύ να σε πάρω τηλέφωνο, να σ' ακούσω, δε θα το κάνω πάλι. Ούτε εσύ θα το κάνεις όμως! Και κάπως έτσι θα κάνουμε να μιλήσουμε πάλι μια βδομάδα, μπορεί και παραπάνω... 

Και φταίω τόσο πολύ που όσα με ενοχλούν τα κρατάω μέσα μου. Γιατί ποτέ δε σε πίεσα να μου πεις τι θες από μένα, γιατί ποτέ δε σου είπα ότι μου τη σπάει που μας πιάνει ο εγωισμός μας και δε μιλάμε! 

Γιατί ποτέ δε σου είπα ότι δε γουστάρω που κάθομαι σαν τον βλάκα και μιλάω μαζί σου τόσο καιρό χωρίς να ξέρω ούτε τι θες, ούτε πόσο καιρό θα μείνουμε έτσι. 

Κι αυτά ξέρεις γιατί; Γιατί το μόνο που με νοιάζει είναι να ξέρω ότι είσαι καλά και γελάς. Κι ας πονάω. Εγώ ξέρω ότι αντέχω. Εσύ όμως; 

Πόσο χρόνο ακόμα θες; Τί με νοιάζει; Αφού όσο χρόνο και να θες εγώ εδώ θα είμαι και θα περιμένω... Πίστεψε κανείς ότι θα μπορούσα να φύγω; Ίσως σε κάποια άλλη ζωή μπορέσω να ζήσω χωρίς εσένα. Ίσως...

 

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Κύκνειο Άσμα...



"Σ' έχω επιθυμήσει" της έγραψε μετά από δυο μήνες απουσίας. Λογομάχησαν, όπως πάντα. Την έπεισε να συναντηθούν να μιλήσουν από κοντά, όπως πάντα. Τόσα αναπάντητα ερωτήματα, τόσα "γιατί", τόσα ανείπωτα λόγια. Τι να θέλει πάλι και επιστρέφει στη ζωή της; Τόσα πισωγυρίσματα, τόσα πήγαινε-έλα. Εκείνη πάντα ο σταθμός, κι αυτός το τρένο που εκτελεί τα βιαστικά του δρομολόγια. Εκείνη πάντα ο φάρος, κι αυτός ένας υπερόπτης Τιτανικός που την περιφρονεί σκίζοντας αδιάκοπα τα κύματα της ψυχής της. Μα τον αγαπά. Τον αγαπά, όχι με την μελιστάλακτη έννοια. Τον αγαπά για το σκοτεινό του χαρακτήρα του, για τους δαίμονες που κουβαλά μέσα του. Γι' αυτούς τους δαίμονες που εξουσιάζουν και την ίδια και που την σπρώχνουν ολοένα και πιο βαθιά στο αβυσσαλέο χάος της ψυχής του. Μπορεί να ξεφύγει απ' τα δίχτυα του αλλά δεν το κάνει. Είμαστε λίγο περίεργοι οι άνθρωποι κάποιες φορές. Διαλέγουμε εσκεμμένα τον πόνο. Γιατί μέσα από τον πόνο βιώνουμε μέχρι το κόκκαλο τις αδυναμίες μας, τους πιο κρυφούς μας πόθους. Γιατί δεν αγαπάμε αρκετά τους ανθρώπους όταν δεν λατρεύουμε την αθλιότητα, την ταπείνωση και τη δυστυχία τους.

Τον ρώτησε γιατί εξαφανίστηκε ξαφνικά απ' τη ζωή της, με τον ίδιο τρόπο που εμφανίστηκε πάλι. "Αυτός είμαι. Έτσι είμαι εγώ", της απάντησε. "Και δεν σε χαλάνε ρε μάγκα μου τα πισωγυρίσματα; Δεν θες κάτι σταθερό στη ζωή σου;" τον ρώτησε. "Όχι!". Κι ενώ εκείνη πήγε στη συνάντηση με την προσδοκία της επανασύνδεσης, βλέπει τώρα τον κόσμο της να γκρεμίζεται. Συγκρατιέται να μην κλάψει, το ορκίστηκε στον εαυτό της άλλωστε πως δεν θα την δει ποτέ να κλαίει. Συγκρατιέται όσο μπορεί μα το παράπονο της είναι χείμαρρος ακράτητος που καταλήγει σε δάκρυα και λυγμούς. Η παγερή εικόνα της αυτοάμυνάς της μεταμορφώνεται σε μία πεμπτουσία συναισθημάτων. Εκείνος την αγκαλιάζει, δεν την αφήνει. Προσπαθεί να της σκουπίσει τα δάκρυα, να την κάνει να γελάσει. Τον διώχνει. Δεν θέλει τον οίκτο του. Έτσι βασανιστικά πέρασαν εκείνες οι δυο-τρεις ώρες, μέχρι που τους πήρε ο ύπνος στο κρεβάτι. Κοιμήθηκαν μακριά ο ένας απ' τον άλλον, σαν δυο ξένοι. Λες και τα σώματά τους δεν συναντήθηκαν ποτέ. Λες και σβηστήκαν οι μνήμες από τις άλλοτε καυτές βραδιές όταν έπαιρναν κι οι δυο φωτιά, εκρήγνυντο και - σαν περήφανοι φοίνικες - αναγεννιόνταν μέσα από τις στάχτες τους. 

Κάποια στιγμή ξημέρωσε. Οι πρώτες ζωηρές ηλιαχτίδες κατάφεραν να διαπεράσουν τα στόρια για να γαργαλήσουν απαλά τα μάτια της και να την ξυπνήσουν. Αγουροξυπνημένη και μπερδεμένη γυρνάει και τον κοιτάει. Αυτός κοιμάται. Ήρεμος, γαλήνιος. Σκέφτεται να του χαϊδέψει τα μαλλιά, να τον φιλήσει αλλά δεν της βγαίνει. Μετά τα χτεσινά συμβάντα, τι της μένει πια να κάνει; Τα συναισθήματά της ανάμεικτα. Σηκώνεται από το κρεβάτι, βγαίνει απ' την κρεβατοκάμαρα γιατί δεν θέλει να βρίσκεται κοντά του. Θέλει να φύγει, να εξαφανιστεί απ' τη ζωή του προτού η φωτιά του την κάψει ολοσχερώς. Σκέφτεται να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγει απ' το διαμέρισμα. Έτσι, χωρίς καμιά προειδοποίηση. Χωρίς καμιά εξήγηση."Ύστερα, όμως, θα του μοιάσω...", σκέφτεται. Τριγυρνάει άσκοπα μέσα στο καθιστικό, κάποια στιγμή βγαίνει έξω στην βεράντα για να πάρει καθαρό αέρα. Νιώθει ένα βάρος στο στήθος ίσα με δέκα τόνους, πνίγεται, θέλει να εξαφανιστεί από όλους και όλα. Ξαφνικά τον βλέπει μπροστά της! "Καλημέρα! Σε ξύπνησα;" τον ρωτάει. "Ναι!" της απαντά χαμογελώντας. Επιστρέφουν αμίλητοι στην κρεβατοκάμαρα, ξαπλώνουν κι οι δυο στο κρεβάτι. "Πάντα τόσο νωρίς ξυπνάς;" την ρωτάει. "Πάντα", του αποκρίνεται. Τον ρωτάει αν θα ξανακοιμηθεί και κουνά καταφατικά το κεφάλι. 

"Αγκάλιασέ με για να με πάρει ο ύπνος..." της λέει κάποια στιγμή κι αυτή το κάνει χωρίς δεύτερη σκέψη, σχεδόν ετεροχρονισμένα. Τον έχει επιτέλους στην αγκαλιά της αλλά για πόσο ακόμα; Οι σκέψεις της καίνε το μυαλό, νιώθει μπουχτισμένη από αυτές. Αναστενάζει βαθιά και αρχίζει να του χαϊδεύει απαλά το στήθος... Εκείνος μένει ξαπλωμένος με κλειστά τα μάτια. Ξέρει πως δεν κοιμάται, είναι σίγουρη πως απολαμβάνει τα χάδια της! Για να τον τεστάρει, κάνει πως σταματά. "Γιατί σταμάτησες;" την ρωτάει και γυρνάει προς το μέρος της. "Νόμιζα πως σε πήρε ο ύπνος" του απαντά. "Συνέχισε..." της λέει και παίρνοντας το χέρι της, το ξαναβάζει στο στήθος του. Συνεχίζει να του χαϊδεύει το στήθος, κάποια στιγμή αρχίζει να του χαϊδεύει απαλά το σβέρκο με τα χείλη. Σφίγγει το σώμα της στο δικό του και συνεχίζοντας τα χάδια, αρχίζει να τον φιλά στο λαιμό. Εκείνος αναστενάζει. Την κοιτάζει και βίαια αρχίζει να την φιλά. Νιώθει την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή! Η ανάσα της καυτή και κάθε που τον φιλά, νιώθει τα γνώριμα ρίγη στο σώμα της. 

Είναι δικιά του, μόνο δικιά του. Τον φιλά... Τον φιλά για όλα τα χρόνια που θα τα περάσουν χώρια, για όλες τις ελπίδες που θα χαθούν... Δίνεται ολοκληρωτικά στο ασίγαστο πάθος του, στο ασίγαστο μίσος του. Κι αν καεί ξανά στη φωτιά του, δεν την νοιάζει. Ξέρει πως είναι η τελευταία τους φορά, ας τον απολαύσει λοιπόν κι ας χτυπά το κεφάλι της στους τοίχους μετά... Τα χείλη της αναζητούν τα δικά του επιτακτικά. Θέλει να του δείξει πόσο τον αγαπά, ή καλύτερα πόσο πολύ τον λατρεύει. Γιατί τον λατρεύει σαν Θεό. Ο Θεός της αμαρτίας, της λαγνείας. Έτσι θέλει να του παραδίνεται, σαν σκλαβωμένη να θυσιάζεται γι' αυτόν στο βωμό του πάθους. Κι όταν πια τελειώνουν, ξαπλώνουν αγκαλιασμένοι και αφήνονται στην αγκαλιά του Μορφέα. Κάποια στιγμή ξυπνούν, χαμογελάνε και λένε ξανά καλημέρα. Ντύνονται,  συγυρίζουν την κρεβατοκάμαρα, συμμαζεύουν το διαμέρισμα και εξακολουθώντας να είναι αμίλητοι, οδεύουν προς τον ανελκυστήρα. Δεν ανταλλάζουν βλέμματα, δεν ανταλλάζουν κουβέντες. Ο ανελκυστήρας φτάνει στο ισόγειο και παίρνει ο καθένας τον δρόμο του. Γιατί έτσι είναι... Στον χωρισμό, μήτε φιλί μήτε αντίο...

  



Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Βιολέτες για μια εποχή ~ Τάσος Λειβαδίτης



Κάποτε μια νύχτα θ' ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων
για να περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα 'χουν πεθάνει,
στις ράγιες θα φυτρώνουν
μαργαρίτες απ' τα παιδικά μας πρωινά

Κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα,
κουρασμένος από τόσους χειμώνες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά,
τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι

Πού είμαι;
Γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματα μου;
Κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ' την τύχη ή τις αντιξοότητες,
αλλά απ' αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε έξω

Όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που
παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους.
Όλα τελειώνουν κάποτε.
Λοιπόν, αντίο!
Τα πιο ωραία ποιήματα δε θα γραφτούν ποτέ...

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Οι αποδημητικές καλημέρες ~ Κική Δημουλά




Ἄρχισε ψύχρα.
Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.
Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.
Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωῆς.
Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.
Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.

Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.

Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.
Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.

Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.