Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Η Μαρίνα των βράχων ~ Οδυσσέας Ελύτης



Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη
της πέτρας και της θάλασσας

Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου
πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!

Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά
του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες
θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες
των άλλων κοριτσιών

Τις γωνιές όπου οι φίλες σου
άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

-Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη
της πέτρας και της θάλασσας

Σου 'λεγα να μετράς
μες στο γδυτό νερό
τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι
την αυγή των πραγμάτων

Ή πάλι να γυρνάς
κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως
στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων

- Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς
τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο
αρμυρό θαλασσόχορτο

Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο
αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου
λέγοντας τ” όνομά του

Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας
Άκουσε ο λόγος είναι..
των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης
των ανθρώπων παράφορος

Κι ο ήλιος στέκεται
από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις
έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση
τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις
γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαίστρο.

Στυλωμένη στους βράχους
δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων
με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Ο έρωτας δεν είναι εδώ ~ Μελίνα Ασλανίδου



Ο έρωτας δεν είναι εδώ, κοιμήσου
Μπήκε και βγήκε από πόρτες ανοιχτές
Δεν είναι η νύχτα του δικού μας παραδείσου
Είναι μια νύχτα από τις περαστικές

Ο έρωτας δεν είναι εδώ, σκεπάσου
Αύριο θα 'μαστε καλύτερα κι οι δυο
Κλείσε τα μάτια άγγελέ μου, και φαντάσου
Ό,τι ονειρεύτηκες, πως είναι αληθινό

Κράτα το σώμα σου ζεστό
Αύριο δε θα 'μαστε μονάχοι
Ο έρωτας δεν είναι εδώ
Αλλά στ' ορκίζομαι υπάρχει

Ο έρωτας δεν είναι εδώ, κοιμήσου
Εγώ είμαι αστέρι, εκείνος είναι ουρανός
Μια νύχτα μόνο θα κρατήσω το κορμί σου
Εκείνος φως μου, θα 'ναι ο παντοτινός

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Ερωτικό κάλεσμα ~ Μενέλαος Λουντέμης



Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.

Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.

Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.
Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.




Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Πάντα σε θυμάμαι...



Πάντα φοβόμουν μην χάσω τα άτομα που αγαπώ. Μερικές φορές, όμως, αναρωτιέμαι αν υπάρχει κανείς εκεί έξω που να φοβάται μην χάσει εμένα... Κι αν είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι η αγάπη σε ελευθερώνει, σε απογειώνει και σε ανυψώνει, τότε γιατί νιώθω φυλακισμένη και υποδουλωμένη στα δεσμά σου; Γιατί μου κόβεται η ανάσα κάθε φορά που σε σκέφτομαι; Γιατί νιώθω μια ατέλειωτη θλίψη, έναν κόμπο στον λαιμό και πόνο στην καρδιά; Να 'ξερες μονάχα τι θες... Να 'ξερες πόσα θέλω να σου πω... Λόγια χιλιοειπωμένα που κουράστηκαν να τα ακούνε οι τοίχοι του δωματίου μου... Λόγια που γράφτηκαν σε αμέτρητες σελίδες από χαρτί και σκίστηκαν με την πρώτη ευκαιρία, προτού βρεθούν στους κάδους των σκουπιδιών...

Ε λοιπόν, είναι αξιοθαύμαστο το πόσες αναμνήσεις μπορεί να αποθηκεύσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Να θες να διαγράψεις λόγια, στιγμές, πρόσωπα και να μην μπορείς βρε αδελφέ! Πάντα σε θυμάμαι... Πάντα θυμάμαι την πρώτη φορά που μου κράτησες το χέρι... Πάντα θυμάμαι το πρώτο μας φιλί... Πάντα θυμάμαι πώς λαμπύριζαν τα καστανά σου μάτια υπό το φως του φεγγαριού εκείνες τις καλοκαιριάτικες νύχτες που πλαγιάζαμε στην αμμουδερή παραλία, ξέρεις, στο συνηθισμένο μας μέρος. Πάντα θυμάμαι το χάδι σου... Πάντα θυμάμαι το κυνηγητό μέσα στη βροχή! Εσύ να τρέχεις μπροστά, ξεκαρδισμένος στα γέλια που δεν μπορώ να σε φτάσω, κι εγώ να τρέχω από πίσω τάχα θυμωμένη! Κι ύστερα να πέφτω στην αγκαλιά σου, να χάνομαι μέσα στα χέρια σου λες και δεν υπάρχει αύριο... Εκείνο που δείλιασα να σου πω, είναι ότι όλος μου ο κόσμος βρισκόταν σ'αυτή την αγκαλιά, ανάμεσα στα δυο σου χέρια, μέσα στα καστανά αμυγδαλωτά σου μάτια, στο λατρεμένο χαμόγελό σου...

Τώρα καταλαβαίνω πόσο προφητικό ήταν το κυνηγητό μας στη βροχή. Ανέκαθεν αυτό συνέβαινε με εμάς τους δυο. Εσύ να πηγαινοέρχεσαι όποτε σε βολεύει, να μπαινοβγαίνεις γελώντας στη ζωή μου με μια αλλόκοτη θρασύτητα, κι εγώ απηυδησμένη και μπουχτισμένη από όλο αυτό, να διερωτώμαι τι θες επιτέλους και τι ζητάς. Κι όταν σου φώναζα πως σε μισώ, χαιρόσουν γιατί "το μίσος είναι πάθος και αγάπη μαζί", έλεγες... Δεν είχες κι άδικο... Πάντα σε θυμάμαι...


Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Ο Ποιητής και η Mούσα ~ Κ.Π. Καβάφης


"Ποιητής και Μούσα", πίνακας του Ν. Εγγονόπουλου


Ο Ποιητής

Προς τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη,
κ’ εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;
Μάταιοι είν’ οι λόγοι μου· της λύρας μου οι ήχοι
αυτοί οι μουσικώτεροι δεν είναι αληθείς.

Εάν θελήσω ευγενές αίσθημα να υμνήσω,
όνειρα είν’, αισθάνομαι, η δόξα κ’ η αρετή.
Παντού απογοήτευσιν ευρίσκ’ όπου ατενίσω,
κ’ επί ακάνθων πανταχού ο πους μου ολισθεί.

Η γη ’ναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία.
Τα άσματά μου πλανερά του κόσμου είν’ εικών.
Έρωτα ψάλλω και χαράν. Aθλία παρωδία,
αθλία λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!

Η Μούσα

Δεν είσαι ψεύστης, ποιητά. Ο κόσμος τον οποίον
οράς εστίν ο αληθής. Της λύρας αι χορδαί
μόναι γνωρίζουν τ’ αληθές, και εις αυτόν τον βίον
οι ασφαλείς μας οδηγοί μόναι εισίν αυταί.

Του θείου είσαι λειτουργός. Σοι έδωκε τον κλήρον
του κάλλους και του έαρος. Μελίρρυτος αυδή
ρέει από τα χείλη σου, και θησαυρείον μύρων
είσαι — χρυσή υπόσχεσις και άνωθεν φωνή.

Εαν η γη καλύπτεται με σκότον, μη φοβείσαι.
Μη ό,τι είναι έρεβος νόμιζε διαρκές.
Φίλε, πλησίον ηδονών, ανθών, κοιλάδων είσαι·
θάρρει, και βάδισον εμπρός. Ιδού το λυκαυγές!

Ομίχλη μόνον ελαφρά το βλέμμα σου τρομάζει.
Υπό τον πέπλον ευμενής η φύσις διά σε
ρόδων, και ίων, κ’ ευγενών ναρκίσσων ετοιμάζει
στεφάνους, των ασμάτων σου ευώδεις αμοιβαί.

Προσανατολισμοί ~ Οδυσσέας Ελύτης



Αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή "Προσανατολισμοί" του Οδυσσέα Ελύτη.


ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

                                       Ι
Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε
Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι
Δέθηκα σ' έναν κόμπο λύπης.

                                    II
Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση
Με το δέντρο της αμίλητο
Προς τη θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Με την όψη της ακίνητη
Προς τη θάλασσα
Βραδιάζοντας
Δίχως έρωτα
Με το στόμα της ανένδοτο
Προς τη θάλασσα
Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.

                                  III
Απόγευμα
Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση
Κι η στοργή των ανέμων του
Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε
Να μη φεύγει
Όλα τα μέτωπα γυμνά
Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.



ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΣΗ

                                    Ι
Χαμόγελο! Η πριγκίπισσά του θέλησε
Να γεννηθεί κάτω απ' τη δυναστεία των ρόδων!

                                    II
Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του
Γύρω απ' την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες
Ενώ η αθωότητα
Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα
Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά
Η Ζωή.

                                   III
                                Επίγραμμα

Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ' τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.


ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

                                     Ι
Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
Στα γενέθλια των γιασεμιών
Νύχτες και νύχτες στις λευκές
Αϋπνίες των κύκνων
Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
Όπως μες στον απέραντο ουρανό
Το ξάστερο συναίσθημα.

                          II
Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
Και πίσω απ' τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
Ερωμένη
Αλλοτινών ήχων γόησσα

Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του - εκεί.

                                   III
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
Έξω από τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
Σιγά σιγά ξετυλίγεται
Η εξομολόγηση
Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ' άστρα!

                                  IV
Ένας ώμος ολόγυμνος
Σαν αλήθεια
Πληρώνει την ακρίβεια του
Στην άκρια τούτη της βραδιάς
Που φέγγει ολομόναχη
Κάτω απ' τη μυστικιά ημισέληνο
Της νοσταλγίας μου.

                                    V
Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες
Μαβιές
Κόκκινες
Κίτρινες
Τ' ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο
Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο
Τα μάτια της σιωπή.

                                   VI
Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
Βλέφαρο ανύσταχτο
Πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
Πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός
Καρτέρι μελλοθάνατο
Σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
Στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται.

                                 VII
Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας
 Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια
Της δράσης
Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί
Ακούσιος καταρρέει
Μες στην ιδέα που αχρηστεύεται απ' το μελαγχολικό
Σιωπητήριο.






Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Δε θα ξανάρθης πια ~ Μαρία Πολυδούρη



Δὲ θὰ ξανἄρθης πιά, νὰ μοῦ χαρίσης
ἀπ᾿ τὴν ὡραία ζωὴ ποὺ σὲ φλογίζει
κάτι, ἕνα της λουλούδι; Σοῦ γεμίζει
μὲ τόσα τὴν καρδιὰ καὶ τὸ κορμί.

Δὲ θἄρθης πιά, τὰ χέρια μου νὰ σμίξης
τὰ παγωμένα, τὰ ἐχθρικά μου χέρια;
Πλάι στὰ δικά σου, μερωμένα ταίρια
δὲν τὰ ζυγώνει πλέον ἡ ἀφορμή.

Δὲ θἄρθης! ...Πὼς ἀργὰ περνοῦν οἱ μέρες.
Κι᾿ ὅσο σὺ φεύγεις, τόσο μὲ σιμώνει
ἡ γνώριμή μου μοίρα. Τόσο μόνη,
τόσον καιρὸ μὲ τὸν κρυφὸ καημό.

Δὲ σοῦ περνάει, ἀλήθεια ἀπὸ τὴ σκέψη
ὅτι μπορεῖ σὲ μία στιγμὴ θλιμμένη,
στὴ μοίρα αὐτὴ ποὺ πάντα μὲ προσμένει
νὰ πάω ξανὰ καὶ δίχως γυρισμό;