Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Ιεροί Πόθοι...



Στα απύθμενα πηγάδια της ζωής ξεδιψώ τις σκέψεις, τις ενοχές μου και το ψεγάδι των νυχτερινών μου λόγων. Σκιρτήματα των νεκρών μου ονείρων με ταλανίζουν και ζητούν δικαίωση κάθε που το σκοτάδι με τυλίγει. Με την ανατολή πια χάνονται, αφήνοντάς μου σαν τιμωρία μια ζωή που δεν ονειρεύτηκα. Γκρέμισαν, μπάλωσαν, έχτισαν, αναμόρφωσαν τάχα την κακόφημη τούτη γειτονιά. Μα πάλι ο αγοραίος έρωτας αναμοχλεύει περιθωριακούς και καθάριους πόθους στα πεζοδρόμια της οδού. Γελιέται οικτρά ο σοβαροφανής αρχιτέκτονας πως θα νικήσει το αρχαιότερο λειτούργημα, πως θα ξεριζώσει την Ιερή Δούλη του Έρωτα από τα πεζοδρόμια του οίκου της.

Φυλακισμένη στο λείο δέρμα σου πλένω την ψυχή μου με τα απόνερα του μπάνιου σου. Πλήθη σαρκοβόρων μικροβίων κατατρώγουν το δέρμα σου και εμένα μαζί. Μα αν και νιώθεις τον πόνο μου, δεν συγκινείσαι για να με αφήσεις να μπω στην καρδιά σου. Με κρατάς εκεί μονάχα για δερματική χρήση. Ευτραφής αλλά αθέατος κινείσαι στις σκεπές των ουράνιων αστεριών. Ανθεκτικός, ισχυρός αλλά και ανέφικτα απραγματοποίητος εριδιαβαίνεις με τα λιπόσαρκα αισθήματα σου δείχνοντας πλήρης.

Μα ξέρεις πως γνωρίζω την έσχατη ένδεια της ψυχής σου, τα γλοιώδη σ’ αγαπώ που αντάλλαξες με τα άστρα για έχεις τούτη την προνομιακή θέα. Μην θυσιάζεις όλα σου τα σ' αγαπώ για μερικά κρεβάτια. Φύλαξε και μερικά μπας και συναντήσεις τον μεγάλο έρωτα στην γωνία και έχεις να τον κεράσεις μονάχα πολυχρησιμοποιημένη σάρκα, προβαρισμένους οργασμούς και ξεχαρβαλωμένα συναισθήματα. Και αν τελικά ο έρωτας δεν έρθει ποτέ, κράτα ρε φίλε ένα Σ' αγαπώ ανόθευτο για την πάρτη σου.

Σκαρώνω ένα ψέμα για να αντέξω την κλειδαριά που έχω βάλει στους ανθρώπους. Τάχα πληγώθηκα παλιά, τάχα είχα άσχημα παιδικά χρόνια, τάχα φταίει ο πλησίον. Πώς να παραδεχτώ πως ούτε τον εαυτό μου αντέχω πια, πως ούτε μαζί του δε κάνω ανακωχή.

Ο ήχος από το γέλιο σου χίμαιρα να με ψυχώνει, κάθε που ο φόβος ριζικό μου γίνεται. Εσύ γελάς και εγώ ανασαίνω σαν μέρα που γεννιέται από αστραπή, σαν μοίρα που ορίζεις εσύ. Στο όρια του επιτρεπτού η κτηνωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ανίδεος τιμονιέρης της ζωής του, ο άνθρωπος, παρασυρόμενος από την οργιάζουσα φαντασία πώς υπερασπίζεται τα θέλω του. Σκλάβος των υλικών και εγχρήματων απολαύσεων. Αυταπόδεικτη σάρκα, αγνοούμενη ντροπιασμένη ψυχή.

Μακριά σκαριά, τσακισμένα στέκουν στην ακρογιαλιά της ψυχής μου. Αλάργα θωρώ φρεγάτες να αρμενίζουν και έρωτες να βουλιάζουν από προσκρούσεις σε όνειρα. Φτηνοπράματα τα λόγια σου, φο μπιζού πολυτελείας που κερδίζουν μοναχά όσους δεν έχουν δει πραγματικό διαμάντι. Μη γελάς. Θαρρείς πως θαμπώθηκα από τον επιτηδευμένο ερωτά σου και από τα κονσερβοποιημένα σ’ αγαπώ σου; Εσύ καλέ μου γελάστηκες και νόμιζες πως είσαι μεγάλος εραστής.

Γελάστηκες από τις πνιχτές μου ανάσες, από τα βαριά μου βογκητά, από τα παθιασμένα μου μάτια και από τους προσποιητούς μου οργασμούς. Αξιοθέατο η ψυχή μου. Γόνιμη στις κολακείες, ψευδώνυμη στην πραγματικότητα,απροσπέλαστη σε όνειρα, θανάσιμα δειλή, ανώνυμη μέσα στην επωνυμία της, κλαίει την ερημιά της παγκόσμιας αχρειότητας, της τίμιας υποδούλωσης.

Πρωτοφανέρωτα… Ισχυρά……Αμέρωτα… Ασβεστά….Ζωντανά…. Αθέατα…Αυστηρά…. Εύηχα..Αναντικατάστατα…. Δυνατά…Αφηρημένα….. Στεγνά…Θεμελιώδη… Φυσικά…Περιπαιχτικά… Αναλλοίωτα…Ολοκληρωτικά… Μονοδιάστατα…Διάχυτα… Συνήθη…
Τόσα μα τόσα πολλά επίθετα αναμένουν να χαρακτηρίσουν τα σ’ αγαπώ που ακόμη δεν μου είπες...

Κονσερβοποιημένη διασκέδαση αδειανών ψυχών σε χλιδάτες τρώγλες. Κυνηγημένα φλερτ και άηχες λέξεις να υφαίνουν το κέφι του προδομένου ονείρου. Σαβούρες υφασμάτων στο στυλ της πάντα επαναλαμβανόμενης μόδας και των πάντα επαναλαμβανόμενων προσδοκιών. Ανταλλαγή υγρών και αναπνοών, στιγμιαία πάθη και αλκοολούχοι έρωτες. Σαββατόβραδα δικά μου, δικά σου.. Σαββατόβραδα όλων μας….

Μου ήρθε με mail ένα χαμόγελο σου και η είδηση πως με λησμόνησες. Με ξέχασες και έσπευσες να μου το ανακοινώσεις. Αχ, αυτές οι αντιφάσεις του έρωτα σου... Τι το θες το mail; Αν με λησμόνησες ρίξε μια μαύρη πέτρα πίσω σου και άντε στο καλό. Οι ανακοινώσεις σε μάραναν και μάλιστα ηλεκτρονικά... Πόσο ανώριμος και εγωιστικός ο έρωτας σου...

Μαριονέτα στα χέρια σου λες και ο θεός με έπλασε για να σου χαρίζω ηδονή. Αδυνατώ να ελευθερωθώ από τα δεσμά της ερωτικής, βάναυσης, καταστροφικής αγάπης σου. Δεμένη στο σαλόνι ακούω το τικ τακ του ρολογιού και το τικ τακ της καρδιάς μου. Τικ Τακ, Τικ Τακ γεμίζω την ύπαρξη μου με πυρίτιδα. Τικ Τακ, Τικ Τακ τοποθετώ τον ωρολογιακό μηχανισμό. Τικ Τακ, Τικ Τακ προγραμματίζω το σώμα μου να εκραγεί στα χεριά σου. Στο σαλόνι το τικ τακ του ρολογιού συμβαδίζει με την καρδιά μου. Έρχεσαι με αγκαλιάζεις και εκρήγνυμαι… Πια είμαστε αιώνια φυλακισμένοι στο Τικ Τακ του αιώνιου χρόνου.

Μαζί, κάθε μέρα μαζί συναντάμε μνημόνια για να μας χωρίσουν. Το φεγγάρι μας συντροφεύει και τα αστέρια καρφιά στερεώνουν την ύπαρξη μας στο σήμερα. Η σοδειά των λέξεων πλούσια καθημερινά. Η σοδειά των πράξεων πάντα υστερεί. Στο σήμερα ζούμε εγώ και εσύ μαζί, και αν χαθούμε θα γίνουμε και εμείς λέξεις απλές, ανούσιες, εύκολες. Θα γίνουμε μια σοδειά άδεια από έρωτα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου